Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΟΝΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 - ΙΩΑΝΝΗΣ Φ. ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ


ΙΩΑΝΝΟΥ Φ. ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ – ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ

Η ΣΥΜΒΟΛΗ 
ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΟΝΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ 
ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

(Αφιερώνεται στην μνήμη των μακαρίων και αοιδίμων Μοναχών της Ιεράς Μονής ΟΜΠΛΟΥ με την ευκαιρία συμπληρώσεως 700 ετών από της ιδρύσεώς της).

1. Η Επανάσταση του 1821 είναι για τους απανταχού Έλληνες, μέγιστο ιστορικό γεγονός, το οποίον συνοδεύεται από υψηλόφρονες πράξεις, οι οποίες υπερβαίνουν τα συνήθη ανθρώπινα μέτρα. Είναι το ακατάλυτο από την φθορά του χρόνου σύμβολο ελληνικών θριάμβων. Είναι όμως και βωμός θρησκευτικός και εθνικός προ του οποίου οι μεταγενέστεροι οφείλουμε να στεκόμεθα με σεβασμό και να τον ατενίζουμε με ευγνωμοσύνη και θαυμασμό.
Στο παράτολμο εγχείρημα των Ελλήνων του 1821 καθοριστική υπήρξεν η συμβολή της Εκκλησίας, στην οποίαν ο νέος ελληνισμός οφείλει την ύπαρξή του. Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως η Εκκλησία ήτο «η παρηγορούσα δύναμις», η οποία έθεσε υπό την προστασία της το δούλον γένος των Ελλήνων και υπό τις πτέρυγές της περιέθαλψε αυτό. Καθ’ όλην την διάρκεια της δουλείας η ζωή του Έθνους συνυφαίνεται με την ζωή της Εκκλησίας. Η Εκκλησία δια των λειτουργών της ενέπνευσε στους υπόδουλους ακατάβλητο φρόνημα, διετήρησε ακμαία και θερμουργό την εθνική συνείδηση, την ορθόδοξη πίστη και διάπυρο τον πόθο της ελευθερίας. Και όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, πρώτος ο ορθόδοξος Κλήρος, από του Πατριάρχου μέχρι του τελευταίου διακόνου και μοναχού, με σύνθημα «μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος» απετέλεσε πρωταρχικόν παράγοντα επιτυχίας κατά την έναρξη και διεξαγωγή της επαναστάσεως του 1821. «Το ράσον, ο νάρθηξ των Εκκλησιών και τα κελιά των μοναχών – γράφει ο άλλοτε Μητροπολίτης Παραμυθίας και Πάργας Αθηναγόρας – υπήρξαν η Ιερή Εστία εφ’ ής εξεπορεύετο το της πνευματικής αναβιώσεως ζώπυρον του Έθνους ημών,  οι δε ιερείς και οι μοναχοί υπήρξαν οι πρωτεργάται και εκτελεσταί του εθνικού τούτου έργου. Η Εκκλησία με τας Μονάς και τους μοναχούς αυτής έσωσε τον Χριστιανισμό και αφωμοίωσε με το Ελληνικόν ό,τι ξενικόν στοιχείον από αιώνων επέδραμε κατ’ αυτού».1


2. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατία, τα διάσπαρτα ανά τον Ελλαδικό χώρο Μοναστήρια υπήρξαν το επίκεντρο σύνολης της ζωής του Έθνους και διεδραμάτισαν σημαντικότατο ρόλο, όχι μόνον κατά την πνευματική προετοιμασία των υπόδουλων Ελλήνων αλλά και κατά την διεξαγωγή του αγώνος του 1821. Δεν ήσαν μόνον τα ιερά της Ορθοδόξου Χριστιανικής θρησκείας, ήσαν και των ιδεών εστίες και φρονημάτων τα ζώπυρα, οι απροσμάχητες επάλξεις, τα «εθνικά ημών παλλάδια», τα πνευματικά εργαστήρια μέσα στα οποία διεπλάσσοντο οι ψυχές των ελληνοπαίδων και εκαλλιεργείτο, κατά τρόπον αρμονικό, το θρησκευτικό και εθνικό τους συναίσθημα. Κατά την μακρά περίοδο της δουλείας τα Μοναστήρια υπήρξαν η ζωογόνος δύναμη της Εκκλησίας, η οποία διετήρησε το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων και αναλλοίωτη την θρησκεία των πατέρων τους. Κατά τον ιστορικόν Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλον τα Μοναστήρια «αφ’ ενός μεν υπήρξαν τα ασφαλέστερα καταγώγια των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών και αφ’ ετέρου παρέσχον εις τους ασθενείς, τους πένητας, τους οδοιπόρους καταφύγιον και προστασίαν ην ουδαμού αλλαχού ηδύναντο ούτοι να ανεύρωσι».2 Ο δουλωθείς ελληνικός λαός προς τις αιώνιες και ακατάλυτες πηγές της ορθοδόξου θρησκείας του, προς τους ιερούς ναούς, τα Μοναστήρια και τους λειτουργούς, τους ενθέους αυτούς σκαπανείς και θεματοφύλακες των θρησκευτικών και εθνικών μας παραδόσεων, εστράφη και από εκεί, από τα μόνιμα και αδιάφθορα σύμβολα της πίστεώς του εζήτησε να αντλήσει δύναμη, αντοχή και καρτερία.
Αλλά και οι εγκαταβιούντες στα Μοναστήρια Μοναχοί, όσοι εξ αυτών εγνώριζαν έστω και λίγα «κολλυβογράμματα», διατρέχοντες απ’ άκρου εις άκρον την υπόδουλη πατρίδα, μαζί με τον θησαυρό της ορθοδόξου πίστεως, μετέδιδαν και το ευεργετικό φως της γνώσεως, όσο και όπου τους ήτο δυνατόν, εκτοπίζοντες τοιουτοτρόπως το σκότος της αμαθείας από τις ψυχές των υποδούλων και δημιουργώντας προμαχώνες μπροστά στα κύματα του μουσουλμανισμού και εξισλαμισμού, συντηρούντες αμείωτη την υπερηφάνεια και την καύχηση για την εθνική μας καταγωγή και την απαράμιλλη και ένδοξη ελληνική ιστορία. Τι σημασία έχει αν οι διδάσκαλοι εκείνοι ήσαν ως επί το πλείστον απαίδευτοι και εκτός από την «οκτώηχο» και το «ψαλτήρι» ουδέν άλλο εγνώριζαν; Ήταν τότε αρκετό το άλλο έργο που επιτελούσαν, το έργο της εθνικής κατηχήσεως. Οι απαίδευτοι και πτωχοί εκείνοι Μοναχοί και διδάσκαλοι, ευρίσκοντες στο βάθος της ψυχής τους δύναμη, ενέπνεαν, ενθουσίαζαν και εφρονημάτιζαν τους μαθητάς των, διηγούμενοι σ’ αυτούς, όσα, έστω και συγκεχυμένα, εγνώριζαν περί των ενδόξων προγόνων και των κατορθωμάτων τους από τους αρχαίους χρόνους μέχρι της Αλώσεως και ιδιαίτερα περί του τελευταίου ηρωικού αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, που επρόκειτο να αφυπνισθεί, όταν έλθει η μέρα της αναστάσεως του Γένους, οπότε θα συνεχισθεί και η διακοπείσα θεία λειτουργία στον περιώνυμο ναό της του Θεού Σοφίας.
Μοναχοί ευσεβείς και ένθεοι, φερόμενοι από θρησκευτικό και πατριωτικό αίσθημα, διατρέχοντες τον ελλαδικό χώρο, όπως ο φλογερός ιεραπόστολος Γιαννούλης ο Αιτωλός, ο ιερομάρτυς Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Νίκων ο Μετανοείτε, ο Όσιος Λουκάς, ο Άγιος Μελέτιος, ο Αναστάσιος Γόρδιος, ο Παπουλάκος και τόσοι άλλοι, μεταξύ των οποίων και μοναχοί του Αγίου Όρους, με το αναπλαστικό και αφυπνιστικό τους κήρυγμα ανεδείχθησαν οι μεγαλύτεροι ευεργέτες της Ελλάδος.3

3. Αλλά οι Μοναχοί των χρόνων εκείνων επρωτοστάτησαν και στην ίδρυση σχολών, για την εγκατάσταση των οποίων προσέφεραν την φιλόξενη στέγη των Μοναστηρίων. Περιώνυμες εστίες γραμμάτων και φιλόξενο καταφύγιο σε κάθε διερχόμενο ανεδείχθησαν οι μοναστικές σχολές που ελειτούργησαν κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας, μεταξύ των οποίων της Αθωνιάδος στο Άγιον Όρος, της Αγίας Αναστασίας στην Χαλκιδική, στην Πάτμο η Πατμιάς, του Σταυρού στα Ιωάννινα, του Προυσού Ευρυτανίας, της Εικοσιφοινίσσης στην Δράμα, της Αγίας Τριάδος Σπαρτού Ελασσώνος, η Μονή Λειμώνας στην Λέσβο, η Μονή Φιλοσόφου στην Δημητσάνα, η Μονή Πετράκη στην Αθήνα κ.ά. Όλες αυτές οι σχολές υπήρξαν  «ευφορώτατα γεώργια» παιδείας και πίστεως, εθνικής και θρησκευτικής συνειδήσεως, καλλιεργείας ακμαίου πατριωτικού φρονήματος και φλογερού – πόθου ελευθερίας. Υπήρξαν ακόμη γονιμότατα φυτώρια, από τα οποία εβλάστησαν και προήλθαν επιφανείς λόγιοι και διδάσκαλοι του Γένους και της Εκκλησίας.
Χωρίς σπίθα παιδείας κανείς λαός δεν οραματίζεται και δεν αγωνίζεται για την ελευθερία. Συνεπώς  στον τομέα της εθνικής παιδείας ο ρόλος των Μοναχών υπήρξε σπουδαίος και ιδιαίτερα επωφελής «από την παρασχεθείσαν εις το Έθνος δυνατότητα, όπως εξέλθη εκ της αμαθείας, συνδεθή μετά του ιστορικού και καθοδηγητικού δια το μέλλον παρελθόντος του, καθιστάμενον ούτω ικανόν να διεκδικήση  μετά ζέσεως και βασίμων ελπίδων το θείον δώρον της ελευθερίας του».4 Εάν ο πολεμικός αγώνας του 1821 διεξήχθη υπό των αθανάτων ηρώων, η ψυχική προετοιμασία της εξεγέρσεως οφείλεται στους αοιδίμους Μοναχούς και διδασκάλους του Γένους. Αυτοί υπήρξαν οι αφανείς θεμελιωτές του αθάνατου μεγαλουργήματος του 1821. Αυτοί καθοδήγησαν και εβοήθησαν το υπόδουλον Έθνος να διατηρήσει άθικτη την θρησκευτική, εθνική και ιστορική του συνείδηση, ακμαία και ακλόνητη την πίστη του για την πολιτική του αναγέννηση, την συνέχεια της μεγάλης αποστολής του.

4. Αλλά και κατά την έναρξη και διεξαγωγή της Επαναστάσεως οι Μοναχοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν εθεώρησαν τερματισθείσα την αποστολή τους. Και ενώ η Εκκλησία, ως εκ της φύσεώς της είναι θεσμός συντηρητικός, οι κληρικοί της όλων των βαθμίδων υπήρξαν φορείς επαναστατικότητας. «Υπήκουσε στην πρόσκληση της Ελλάδος και πριν ακόμη σημάνη η σάλπιγξ του εθνικού συναγερμού, ευρίσκετο επί των επάλξεων».5 Ήδη ένα χρόνο πριν από την κήρυξη της Επαναστάσεως, όλοι οι ηγούμενοι και διακεκριμένοι Μοναχοί των ελληνικών Μοναστηρίων είχαν μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία. Αξιολογούντες εν συνεχεία τις περιστάσεις και συνειδητοποιούντες την ιερότητα και κρισιμότητα των στιγμών, έλαβαν μέρος στον υπέρ πάντων Αγώνα για την ανάκτηση της ελευθερίας. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στις 25 Μαρτίου 1821 το λάβαρο της επαναστάσεως υψώθηκε στον μοναστηριακό χώρο της Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων υπό του Π. Πατρών Γερμανού.6  Από το Άγιον Όρος και κυρίως από την ιερά Μονή Εσφιγμένου ξεκίνησε η επανάσταση στην Μακεδονία. Μεγάλη επίσης υπήρξε η συμβολή και η αποστολή των Μετεώρων, τού δευτέρου Αγίου Όρους της Ορθοδοξίας. Ωσαύτως πολύπλευρη υπήρξε η συμβολή και των άλλων Μονών όχι μόνο της Θεσσαλίας αλλά και της Ν.Δ. Μακεδονίας, της Ηπείρου και γενικά όλης της Δυτικής Ελλάδος. Στην Μονή του Οσίου  Λουκά Βοιωτίας εκηρύχθη η Επανάσταση από τον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα. Στην Ιερά Μονή Παναγίας Δοβρά Βέροιας, οι Μακεδόνες αγωνιστές είχαν την μεγαλύτερη στρατιωτική τους επιτυχία. Ηρωικός υπήρξε ο αγώνας των Μοναχών της Μονής Τιμίου Προδρόμου Σερρών, ο ιερομάρτυς Φαναρίου Σεραφείμ ηγήθη της επαναστάσεως στα Άγραφα. Από την ιερά Μονή Δροσοπηγής Άρτας, μετά την θεία λειτουργία, εκηρύχθη επανάσταση στην περιφέρεια αυτή.
Ιδιαίτερο ρόλο διεδραμάτισαν και οι ιερές Μονές του Πελοποννησιακού χώρου, όπως η Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Λουκούς Κυνουρίας, του Τιμίου Προδρόμου Καστρίου Κυνουρίας. Λαμπρά υπήρξε η δράση του Γρηγορίου Τσιπιανίτη, ηγουμένου Μονής στα Τσιπιανα Μαντινείας. Επαναστατικό κέντρο υπήρξε η ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Χιλιομοδίου Κορίνθου καθώς και η ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού. Ωσαύτως στον Αχαϊκό χώρο, εκτός της Μονής Αγίας Λαύρας και του Μ. Σπηλαίου, μεγάλη υπήρξε η προσφορά στον Αγώνα της ιεράς Μονής Χρυσοποδαριτίσσης και της ιεράς Μονής Ομπλού, η οποία είχε καταστεί το στρατηγείο της επαναστάσεως της περιοχής. Στην ιερά Μονή Ομπλού ο Μητροπολίτης Π. Πατρών Γερμανός  κατελθών εκ Χρυσοποδαριτίσσης απεφάσισε σε σύσκεψη την κήρυξη της Επαναστάσεως του 1821.7 Όπως φαίνεται από το Αρχείο αγωνιστών του 1821, περίπου 2.000 μοναχοί συμμετείχαν στις πολεμικές συγκρούσεις. Οι Μοναχοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, σε ώρες κρίσιμες για την ορθόδοξη πίστη και το Έθνος, όπως η Επανάσταση του 1821, εγνώριζαν να υψώνουν ως πολεμικό λάβαρο τον Σταυρό, τιθέμενοι ακόμη και επί κεφαλής των επαναστατημένων και πληρώνοντας με το αίμα τους την αφοσίωσή τους στην πίστη και στην πατρίδα μας.

5. Είναι ανεκτίμητη η προσφορά προς το Ελληνικό Έθνος των ιερών Μονών και Μοναχών, κατά την προετοιμασία και την επιτυχή έκβαση του αγώνος υπέρ της εθνικής παλιγγενεσίας. Προσφορά όχι λόγων, αλλά κατ’ εξοχήν προσφορά πράξεων, πολλών ποικίλων και ατελεύτητων πράξεων. Τα Μοναστήρια μας επί αιώνες υπήρξαν οι «φαεινοί αστέρες», οι οποίοι εδόξασαν το στερέωμα της Εκκλησίας, εσκόρπισαν σε κάθε ελληνική γωνιά τα φώτα της ελληνικής παιδείας και διετήρησαν άσβεστο το αίσθημα της ελευθερίας στις καρδιές των υπόδουλων Ελλήνων. Ανεδείχθησαν «πνευματικά εργαστήρια», όπου διεπλάσσοντο, με τα γλυκύτερα όνειρα της φυλής, οι ψυχές των ελληνοπαίδων και εκαλλιεργείτο το θρησκευτικό και εθνικό τους συναίσθημα. Ανεδείχθησαν πανεθνικά κέντρα και «σωστική άγκυρα του Γένους».
Μνήμονες και εμείς των μεγάλων υπηρεσιών τις οποίες προσέφεραν οι Μοναχοί και στρέφοντες με ευγνωμοσύνη τον νουν «προς τον ένδοξον ιερόν στρατόν της σωτηρίας του Γένους ημών, την αγίαν των μοναχών παράταξιν», κατά την χαρακτηριστική διατύπωση του μακαριστού αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου, «δεηθώμεν όπως ο Κύριος, τας ψυχάς των αοιδίμων μοναχών, ασκητών και οσίων από της αλώσεως της Βασιλίδος μέχρι της απελευθερώσεως του Έθνους ημών, παντοιοτρόπως αγωνισαμένων δια τε την προστασίαν και επιτυχή έκβασιν του αγώνος τούτου, αναπαύση μετά αγίων εν χώρα ζώντων».8


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1.      Κωνσταντίνου Α. Βοβολίνη, Η Εκκλησία εις τον αγώνα της ελευθερίας. Αθήναι 1952, σ. 174.
2.      ό.π. σ. 10.
3.      ό.π. σ. 174.
4.      Αρχιμ. Χριστοδούλου Κ. Παρακευαΐδου, (μετέπειτα αρχιεπισκόπου Αθηνών). Η συμβολή των μετά την Άλωσιν μονών και μοναχών εις την εθνικήν παλιγγενεσίαν. «Θεολογία» (ΜΒ) 1971, σ. 214.
5.      Τάσου Αθ. Γριτσιπούλου, Η Εκκλησία εις τον απελευθερωτικό Αγώνα, Μικρά Μελετήματα, Αθήναι 2007, σ. 221.
6.      Αρχιμ. Χριστοδούλου Κ. Παρασκευαΐδου, ό.π. σ. 221.
7.      Κων. Ν. Τριανταφύλλου, Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών. Πάτραι 19802, σ. 281.

8.      Αρχιμ. Χριστοδούλου Παρακευαΐδου, ό.π. σ. 228.

       Πηγή: Εφημερίδα: "Ο ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΟΣ"

Δεν υπάρχουν σχόλια: