Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

ΟΙ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΧΙΣΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΙΕΡΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ - π. Ευάγγελος Κ. Πριγκιπάκης


ΟΙ  ΑΙΡΕΣΕΙΣ  ΚΑΙ   ΤΑ  ΣΧΙΣΜΑΤΑ
ΚΑΤΑ  ΤΟΥΣ  ΙΕΡΟΥΣ  ΚΑΝΟΝΕΣ

Του
Πρωτοπρεσβυτέρου
Ευαγγέλου Κ. Πριγκιπάκη, Δρος Θ.
Καθηγητού του Πρότυπου Πειραματικού Γυμνασίου Πατρών



     1.  Οι αιρέσεις και τα σχίσματα συνιστούν κατά τους Ιερούς Κανόνες τα πλέον φοβερά και ύπουλα μέσα που χρησιμοποιεί ο σατανάς για να  διαρρήξει την ενότητα της Εκκλησίας και να στερήσει τη σωτηρία από τα μέλη της που επιλέγουν ν’ ακολουθήσουν τα όργανά του, δηλαδή τους πρωτεργάτες και πρωτοστάτες των αιρέσεων[1]. Κύριο αίτιο της δημιουργίας των αιρέσεων υπήρξε η «φιλαρχία», η «τυραννία»[2], η υπερηφάνεια και η «φυσίωσις»[3], πάθη τα οποία οδηγούν στη διάσπαση του Σώματος του Χριστού και στην προσφορά «κεχωρισμένως» των αγίων μυστηρίων σε θυσιαστήρια που στρέφονται «κατὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως» [4].
     Αίρεση στην κανονική παράδοση σημαίνει «στρεβλότης»[5], διαστροφή και παραφθορά της πίστεως, γι’ αυτό και συνιστά «ἐλεεινὴ πλάνη»[6] στην οποία «κατεδέθησαν» οι αιρετικοί[7], αλλά και αποτελεί «μεμιασμένη κοινωνία»[8]. Κάθε σχισματική ή αιρετική κίνηση, αποτελεί στην πραγματικότητα «ῥίζα πικρίας» και «μίασμα […] τῇ καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ»[9], ενώ ως εσφαλμένη αντίληψη περί την πίστη συνιστά «φαυλότητα» που οδηγεί στον πνευματικό όλεθρο[10]. Για το λόγο αυτό και όποιος από τους πιστούς αποφασίσει να ακολουθήσει το δρόμο της αιρέσεως ή του σχίσματος διαγράφεται αμέσως από τον κατάλογο των μελών της Εκκλησίας, εκπίπτει από την κοινωνία της και εξοβελίζεται από τους κόλπους της[11], με συνέπεια να απολέσει παντελώς τη δυνατότητα της σωτηρίας.
O κάθε πιστός ως μέλος της Εκκλησίας, εφόσον θα παρασυρθεί και θα αποδεχθεί την κακόδοξη αιρετική διδασκαλία, αποκόπτεται από «τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνώσεως»[12], αποσχίζεται «ἐκ τῆς τοῦ Κυριακοῦ σώματος ἑνώσεως»[13] και καθίσταται «ἀκοινώνητος»[14], μεταβαίνοντας σε κατάσταση και χώρο «ὅπου Ἐκκλησία οὐκ ἔστιν»[15], αφού, με την ένταξή του σε οποιαδήποτε σχισματική ή αιρετική κίνηση, που συνιστά το «συνέδριον τῆς ἀποστασίας», ευρίσκεται πλέον υπό την πλήρη αιχμαλωσία του διαβόλου[16], ζώντας ολοκληρωτικά στο σκότος του ψεύδους γι’ αυτό και καθίσταται ως μάρτυρας απολύτως αναξιόπιστος[17].
    2. Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, υπάρχουν δύο κυρίως ομάδες πρώην μελών της Εκκλησίας που βρίσκονται σε πλάνη, οι αιρετικοί και οι σχισματικοί. Στην προσπάθειά τους να ορίσουν ακριβώς τι είναι οι αιρετικοί και τι οι σχισματικοί, οι συνοδικοί Πατέρες υπογραμμίζουν, ότι «αἱρετικοὺς δὲ λέγομεν, τούς τε πάλαι τῆς Ἐκκλησίας ἀποκηρυχθέντας, καὶ τοὺς μετὰ ταῦτα ὑφ᾿ ἡμῶν ἀναθεματισθέντας. Πρὸς δὲ τούτοις, καὶ τοὺς τὴν πίστιν μὲν τὴν ὑγιᾶ προσποιουμένους ὁμολογεῖν, ἀποσχίσαντας δέ, καὶ ἀντισυνάγοντας τοῖς κανονικοῖς ἡμῶν ἐπισκόποις»[18]. Αιρετικοί, δηλαδή, είναι εκείνοι των οποίων οι κακόδοξες απόψεις έχουν αποκηρυχθεί από την Εκκλησία και έχουν αποκοπεί με ανάθεμα από το Σώμα της, καθώς πρόκειται για «τοὺς παντελῶς ἀπεῤῥηγμένους καὶ κατ’ αὐτήν τὴν πίστιν ἀπηλλοτριωμένους»[19], ενώ σχισματικοί θεωρούνται όσοι προσποιούνται ότι έχουν ορθόδοξη πίστη, όμως έχουν αποσχιστεί οικειοθελώς από την Εκκλησία και αντιτάσσονται στους κανονικούς επισκόπους, οργανώνοντας δικές τους αυτόνομες ευχαριστιακές και άλλες λατρευτικές συνάξεις. Πρόκειται δηλαδή στην πραγματικότητα για εκείνους που «δι’ αἰτίας τινας ἐκκλησιαστικάς καὶ ζητήματα ἰάσιμα πρὸς ἀλλήλους διενεχθέντας»[20]. Όμως και οι δύο αυτές κινήσεις διασπούν «τὴν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας»[21], γι’ αυτό  κι εκείνος από τους πιστούς που θα επιλέξει να ακολουθήσει ξεχωριστό δρόμο από αυτόν της Εκκλησίας, προσχωρώντας είτε σε αίρεση, είτε σε σχισματική κοινότητα, θεωρείται πλέον «ἀλλότριος τῆς Ἐκκλησίας» με συνέπεια όχι μόνο να βυθίζεται ο ίδιος βαθύτερα στην αμαρτία, αλλά και να γίνεται αιτία διαφθοράς και διαστροφής πολλών από τους πιστούς[22]. Καταβάλλοντας προσπάθεια ν’ αντιμετωπίσουν αποτελεσματικότερα τον κίνδυνο αυτό για τους πιστούς μέσω των Ιερών Κανόνων οι Πατέρες, εκλαμβάνουν ως ακατανόητη και παντελώς απαράδεκτη οποιαδήποτε συνύπαρξη ή συμφιλίωση με τους αιρετικούς ή τους σχισματικούς όσο εκείνοι παραμένουν στην πλάνη, εφόσον «τὶς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς βελίαρ; ἤ τὶς μερίς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;»[23]. Τόσο βλαβερή πνευματικά θεωρείται, μάλιστα, η συνύπαρξη με τους αιρετικούς, ώστε οι ιεροί Κανόνες να ενθαρρύνουν και να επιτρέπουν σε οποιονδήποτε κληρικό, οιουδήποτε βαθμού να αποφεύγει και να αποστρέφεται με διακοπή της κοινωνίας την προϊσταμένη του εκκλησιαστική αρχή (Επίσκοπο, Μητροπολίτη ή Πατριάρχη), εφόσον αυτή εγνωσμένα και αποδεδειγμένα κηρύττει «αἵρεσιν δημοσίᾳ (…) καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ’ Ἐκκλησίας»[24]. Και τούτο διότι, κάθε αίρεση και κάθε σχίσμα προσπαθεί να παρασύρει τους πιστούς στην κακοδοξία μέσω της πολεμικής κυρίως εναντίον του μυστηρίου του Χριστού. Επειδή ακριβώς αποτελεί κύριο στόχο της πολεμικής όλων των αιρέσεων και των σχισμάτων η προσβολή και η μείωση του προσώπου και του έργου του Ιησού Χριστού, κάθε αιρετική πλάνη συνιστά την «τῶν χριστιανοκατηγόρων αἵρεσιν»[25], η οποία ως κακόδοξη αντίληψη περί την πίστη αρνείται έμμεσα ή άμεσα «τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ», γι’ αυτό και θεωρείται ευθέως κρυφή «εἰδωλολατρεία»[26] και αθεΐα, ενώ οι οπαδοί των αιρέσεων γενικότερα θεωρούνται «ἀντίπαλοι Χριστοῦ», «ἱερόσυλοι καὶ ἁμαρτωλοί», αλλά και ως χριστομάχοι, «ἐχθροὶ τῆς ἀληθείας»[27], τα δε «ψευδοσυγγράμματά» τους αποτελούν «μειρακειώδη ἀθύρματα» και «μανιώδη βακχεύματα»[28]
    3. Οι Ιεροί Κανόνες προϋποθέτουν την ύπαρξη μίας και μόνο Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ενός Σώματος με μια Κεφαλή τον Κύριο Ιησού Χριστό, εφόσον «τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας ἕν σῶμα ὑπάρχει, καὶ πάντων τῶν μελῶν μὶα ἐστι κεφαλή»[29], γι’ αυτό και «παρὰ […] τοῖς αἱρετικοῖς […] Ἐκκλησία οὐκ ἔστιν»[30]. Εκείνοι, συνεπώς, που αποκόπτονται αυτόβουλα και ηθελημένα από την Εκκλησία και προσχωρούν στην αίρεση ή το σχίσμα, παύουν να είναι μέλη του Σώματος του Χριστού, δεν επενεργεί πλέον σ’ αυτούς η χάρη του Αγ. Πνεύματος και παραμένουν κενοί από τα χαρίσματά του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα μυστήρια που επιτελούν ή συμμετέχουν, εφόσον στερούνται της αγιαστικής και τελειωτικής χάριτος του Αγ. Πνεύματος, να είναι άκυρα και στις κοινότητές τους να μην υφίσταται ιερωσύνη, βάπτισμα και χρίσμα, εφόσον «τοὺς γὰρ παρὰ τῶν τοιούτων [αἱρετικῶν] βαπτισθέντας, ἤ χειροτονηθέντας, οὔτε πιστούς, οὔτε κληρικούς εἶναι δυνατόν»[31]. Γι’ αυτό και οι ορθόδοξοι κληρικοί που θα δεχθούν τα μυστήρια των αιρετικών ως έγκυρα, υποβάλλονται αμέσως στην ποινή της καθαιρέσεως από την ιερωσύνη[32], καθόσον «παρὰ […] τοῖς αἱρετικοῖς, ὅπου Ἐκκλησία οὐκ ἔστιν, ἀδύνατον ἄφεσιν ἁμαρτῶν λαβεῖν», αλλά και διότι τα μυστήριά τους δεν είναι δυνατόν «ἐν μέρει ὑπερισχύειν. Εἰ ἠδυνήθη βαπτίσαι, ἴσχυσε καὶ Ἅγιον Πνεῦμα δοῦναι. Εἰ οὐκ ἠδυνήθη, ὅτι ἔξω ὢν, Πνεῦμα ἅγιον οὐκ ἔχει, οὐ δύναται τὸν ἐρχόμενον βαπτίσαι. Ἑνὸς ὄντος τοῦ βαπτίσματος καὶ ἑνὸς ὄντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ μιᾶς Ἐκκλησίας ὑπὸ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν, ἐπάνω Πέτρου τοῦ Ἀποστόλου ἀρχῆθεν λέγοντος, τῆς ἑνότητος τεθεμελιωμένης. Καὶ διὰ τοῦτο τὰ ὑπ᾿ αὐτῶν γινόμενα ψευδῆ καὶ κενὰ ὑπάρχοντα, πάντα ἐστὶν ἀδόκιμα»[33]. Το γεγονός ότι το βάπτισμα ορισμένων αιρετικών και σχισματικών έγινε σε ειδικές περιπτώσεις αποδεκτό κατά φιλάνθρωπη παραχώρηση από την Εκκλησία και δεν αναβαπτίστηκαν ύστερα από την επάνοδο και επανένταξή τους στους κόλπους της[34], δε σημαίνει ότι σε οποιαδήποτε περίπτωση τα μυστήρια των αιρετικών θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως έγκυρα, ούτε κατ’ ακρίβεια αλλά ούτε και κατ’ οικονομία. Αντίθετα και μόνο το τόλμημα της τελέσεώς τους από τους αιρετικούς ή σχισματικούς ψευδοκληρικούς[35] είναι αρκετό για να συμβάλλει περισσότερο στην καταδίκη τους, καθόσον στην Εκκλησία «πάντα τὰ ἁγιάσματα σωτηριωδῶς αἰώνια καὶ ζωτικὰ παραλαμβάνονται, ἅτινα τοῖς ἐπιμένουσιν ἐν τῇ αἱρέσει, μεγάλην της καταδίκης τὴν τιμωρίαν πορίζουσιν, ἵνα, ὅπερ ἦν αὐτοῖς ἐν τῇ ἀληθείᾳ πρὸς τὴν αἰώνιον ζωὴν ἀκολουθητέον φωτεινότερον, τοῦτο γένηται αὐτοῖς ἐν τῇ πλάνῃ σκοτεινότερον καὶ πλέον καταδεδικασμένον. Ὃπερ τινὲς ἔφυγον, καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς καθολικῆς μητρὸς τὰ εὐθύτατα ἐπιγνόντες, πάντα ἐκεῖνα τὰ ἅγια Μυστήρια, φίλτρῳ τῆς ἀληθείας ἐπίστευσαν καὶ ὑπεδέξαντο» [36].
    4. Στους Ιερούς Κανόνες, όμως, τονίζεται ιδιαίτερα επίσης, ότι όχι μόνον οι αιρετικοί, αλλά και οι σχισματικοί βρίσκονται εκτός του Εκκλησιαστικού Σώματος και στερούνται της χάριτος του Αγ. Πνεύματος, αφού είναι και αυτοί «τῶν παρασυναγόντων ἡ βδελυκτή πληθύς»[37]. Όπως σημειώνει επ’ αυτού ο Μ. Βασίλειος,  «ἡ μὲν ἀρχὴ τοῦ χωρισμοῦ διὰ σχίσματος γέγονεν· οἱ δὲ τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες, οὐκ ἔτι ἔσχον τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ἑαυτούς· ἐπέλιπε γὰρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπῆναι τὴν ἀκολουθίαν. Οἱ μὲν γὰρ πρῶτοι ἀναχωρήσαντες, παρὰ τῶν Πατέρων ἔσχον τῆς χειροτονίας, καὶ διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν αὐτῶν, εἶχον τὸ χάρισμα τὸ πνευματικόν, οἱ δὲ ἀποῤῥαγέντες, λαϊκοὶ γενόμενοι, οὔτε τοῦ βαπτίζειν, οὔτε τοῦ χειροτονεῖν εἶχον τὴν ἐξουσίαν· οὔτε ἠδύναντο χάριν Πνεύματος ἁγίου ἐτέροις παρέχειν, ἧς αὐτοὶ ἐκπεπτώκασι· δι’ ὃ ὡς παρὰ λαϊκῶν βαπτιζομένους τοὺς παρ᾿ αὐτῶν, ἐκέλευσαν ἐρχομένους ἐπὶ τὴν Ἐκκλησίαν, τῷ ἀληθινῷ βαπτίσματι τῷ τῆς Ἐκκλησίας ἀνακαθαίρεσθαι»[38]. Έτσι, αν κάποιος διασπώντας την εκκλησιαστική ενότητα «παρὰ τὴν Ἐκκλησίαν ἰδίᾳ ἐκκλησιάζοι, καὶ καταφρονῶν τῆς Ἐκκλησίας, τὰ τῆς Ἐκκλησίας ἐθέλοι πράττειν»[39], αποκόπτεται άμεσα από το Σώμα του Χριστού. Γι’ αυτό και παρά τη διάκριση της αποστασίας από την Εκκλησία και τη διάσπαση της ενότητάς της σε αίρεση και σχίσμα αντίστοιχα, δεν παύουν τόσο η αίρεση, όσο και το σχίσμα να χωρίζουν τον άνθρωπο από το Σώμα του Χριστού και να τον αποστερούν της θείας Χάριτος[40]. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει εμφαντικά το «ανάθεμα», το οποίο οι Ιεροί Κανόνες προβλέπουν για κάθε πιστό που δεν ορθοδοξεί στην πίστη ή αποστασιοποιείται από την εκκλησιαστική κοινωνία, καθώς έχει την έννοια ότι τον αποκόπτει από το Εκκλησιαστικό Σώμα, τον θέτει εκτός του σωτηριώδους χώρου της Εκκλησίας και ταυτόχρονα ειδοποιεί και ανακοινώνει στο εκκλησιαστικό πλήρωμα το πρόσωπο εκείνο του οποίου οι απόψεις είναι κακόδοξες και γι’ αυτό είναι απαραίτητο να αποφεύγεται από τους πιστούς. Κατά τον ίδιο τρόπο με τον αιρετικό και ο σχισματικός, όταν χωριστεί από την Ορθόδοξο Καθολική Εκκλησία, στερείται της χάριτος του Θεού. Αν μάλιστα είναι κληρικός, καθαιρείται, ενώ αν είναι λαϊκός αφορίζεται και αναθεματίζεται[41]. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Ιεροί Κανόνες απαγορεύουν αυστηρότατα οποιασδήποτε μορφής συμπροσευχή με τους αιρετικούς ή τους σχισματικούς[42], καθώς και με εκείνους που για οποιονδήποτε λόγο έχουν αποκοπεί από την εκκλησιαστική κοινωνία, και μάλιστα όχι μόνο κατά τη δημόσια προσευχή στους ευκτήριος οίκους, αλλά και κατά την ιδιωτική στις οικίες. Η μη τήρηση του Κανόνα αυτού προβλέπει για μεν τα λαϊκά μέλη της Εκκλησίας την ποινή του αφορισμού[43], για δε τους κληρικούς προβλέπεται επίσης ο αφορισμός, ενώ αν επιτραπεί σε αιρετικούς ή σχισματικούς να ενεργήσουν οτιδήποτε ως κληρικοί, αναγνωριστεί δηλαδή έστω και έμμεσα η ιερωσύνη τους, επιβάλλεται στους ορθοδόξους κληρικούς η ποινή της καθαιρέσεως[44]. Όχι μόνο, συνεπώς, απαγορεύεται η συμπροσευχή οποιουδήποτε με τους αιρετικούς, αλλά δεν επιτρέπεται για κανένα λόγο και η είσοδος των αμετανόητων αιρετικών στους ορθόδοξους Ναούς[45], πολύ δε περισσότερο τους απαγορεύεται αυστηρά να είναι παρόντες ενώ τελείται η Θεία Ευχαριστία[46]. Κατά τον ίδιο τρόπο ούτε τα μέλη της Εκκλησίας, κληρικοί ή λαϊκοί, επιτρέπεται να εισέρχονται σε κοιμητήρια ή μαρτύρια αιρετικών με σκοπό να προσευχηθούν[47]. Έτσι, εκείνοι από τους πιστούς που μεταβαίνουν και προσεύχονται σε τάφους ψευδομαρτύρων αιρετικών πρέπει να αναθεματίζονται[48]. Όσον αφορά ειδικότερα στα λαϊκά μέλη της Εκκλησίας, δεν επιτρέπεται να λαμβάνουν για οποιονδήποτε λόγο ευλογίες από αιρετικούς ή σχισματικούς ψευδοκληρικούς, ανεξάρτητα από την εξωτερική τους εμφάνιση ή τη φαινομενική τους αρετή, καθώς απουσιάζει από αυτούς η χάρη της ιερωσύνης και οι ευλογίες τους είναι στην πραγματικότητα «ἀλογίαι»[49]. Τα μέλη της Εκκλησίας όμως δεν επιτρέπεται επίσης να συνάπτουν συγγενικές σχέσεις με αιρετικούς, γι’ αυτό και κατ’ ακρίβεια δεν πρέπει να επιτρέπεται ο γάμος με αιρετικούς ή αλλόθρησκους[50], καθώς, όπως τονίζεται, «οὐ γὰρ χρὴ τὰ ἄμικτα μιγνῦναι, οὐδὲ τῷ προβάτῳ τὸν λύκον συμπλέκεσθαι, καὶ τῇ τοῦ Χριστοῦ μερίδι τὸν τῶν ἁμαρτωλῶν κλῆρον»[51]. Όχι μόνο δεν επιτρέπεται να συνάπτουν συγγενικές σχέσεις τα μέλη της Εκκλησίας με αιρετικούς, αλλά δεν επιτρέπεται ούτε να συνεορτάζουν μαζί τους, ούτε πολύ περισσότερο να δέχονται εορταστικά δώρα από αυτούς[52], γι’ αυτό και θεωρείται ανεπίτρεπτο επίσκοποι ή άλλοι κληρικοί ν’ αφήνουν με διαθήκη την περιουσία τους σε συγγενείς τους αιρετικούς, ή να τους δωρίζουν οτιδήποτε ενώ βρίσκονται στην ζωή[53]. Αν μάλιστα κάποιος επίσκοπος κληρονομήσει οτιδήποτε από την περιουσία του σε αιρετικούς ή ειδωλολάτρες συγγενείς του, αναθεματίζεται και αποκόπτεται από την Εκκλησία ακόμη και μετά το θάνατό του[54].
     5.  Η αυστηρότητα αυτή των Ιερών Κανόνων έναντι των αιρετικών έχει ως σκοπό να προφυλάξει από την πλάνη τα μέλη της Εκκλησίας, αλλά και να μην οδηγήσει σε εφησυχασμό τους ίδιους τους αιρετικούς ότι η κακοδοξία τους γίνεται αποδεκτή εμμέσως ή τουλάχιστον ανεκτή από μέλη της Εκκλησίας και μάλιστα τους κληρικούς. Γι’ αυτό και τα επιτίμια που προβλέπονται για την ποιμαντική αντιμετώπιση των πρώην μελών της Εκκλησίας που προσχώρησαν σε σχίσμα ή αίρεση, επισημαίνουν και αναγνωρίζουν την κατάσταση στην οποία αυτά με τρόπο αυτόβουλο και ελεύθερο μετέβησαν, ότι είναι δηλαδή αποκομμένα και τοποθετημένα εκτός του Εκκλησιαστικού Σώματος, με σκοπό την συναίσθηση του ολισθήματός τους και την επιστροφή τους στην Εκκλησία. Η στάση αυτή των Ιερών Κανόνων δεν έχει τιμωρητικό, αλλά ποιμαντικό και θεραπευτικό[55] χαρακτήρα, ο οποίος διακρίνεται από δυναμικότητα, αποφασιστικότητα και ταυτόχρονα από φιλευσπλαχνία με σκοπό να θεραπεύσει ουσιαστικά τα πνευματικά τραύματα των αιρετικών ή των σχισματικών, αλλά και παράλληλα να μην οδηγήσει στην άμβλυνση των συνειδήσεων των μελών της Εκκλησίας. Οι Ιεροί Κανόνες, δηλαδή, επιδεικνύουν έναντι των αιρετικών αυστηρότητα και αποφασιστικότητα ως προς την αντιμετώπιση της κακοδοξίας τους και της προσπάθειας διάσπασης της εκκλησιαστικής ενότητας, είναι όμως διάχυτη παράλληλα η φιλάνθρωπη μέριμνα που επιδεικνύουν για την επιστροφή και τη σωτηρία τους, πράγμα που καταφαίνεται από τη διάκριση που κάνουν ανάμεσα στην αίρεση ή το σχίσμα και στους αιρετικούς ή τους σχισματικούς. Την αίρεση και το σχίσμα αποστρέφονται και καταδικάζουν απολύτως οι Κανόνες της Εκκλησίας, ενώ για τους αιρετικούς και τους σχισματικούς εκφράζονται με συνετή αγάπη, «μείζονα κατανόησιν»[56] και φανερή διάθεση μέριμνας για τη σωτηρία τους, εκλαμβάνοντάς τους ως πλανημένα και ασθενή πρώην μέλη της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και έναντι των αιρετικών και των σχισματικών η κανονική παράδοση προβλέπει κυρίως φιλάνθρωπα μέτρα για την επιστροφή τους «τῇ ὀρθοδοξίᾳ καὶ τῇ μερίδι τῶν σωζομένων»[57], υποχρεώνοντας τον κάθε επίσκοπο να απευθύνει σε σχισματικούς κληρικούς «μίαν, καὶ δευτέραν καὶ τρίτην παράκλησιν»[58] πριν τους επιβάλλει την ποινή του αφορισμού, ενώ οφείλει να διαλέγεται συνεχώς μαζί τους με σκοπό την επιστροφή τους στους κόλπους της Εκκλησίας[59].
     6. Επειδή, όμως, η προσχώρηση στην αιρετική κοινότητα θέτει αμέσως τον πιστό εκτός των κόλπων της Εκκλησίας και όλοι οι αιρετικοί ή σχισματικοί θεωρούνται «πάσης ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἐκβεβλημένοι καὶ ἀνενέργητοι»[60], ευρισκόμενοι κάτω από την κυριαρχία του πατέρα των αιρέσεων διαβόλου, θεωρείται ότι έχουν άμεση ανάγκη μετάνοιας, ώστε να αποκτήσουν επίγνωση της αλήθειας της πίστεως και να διαφύγουν από τη δαιμονική παγίδα στην οποία έχουν εγκλωβιστεί [61]. Για το λόγο αυτό και η επιθυμία της επιστροφής τους στους κόλπους της Εκκλησίας, είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από μετάνοια ειλικρινή[62], πρόθεση αποκήρυξης της αιρετικής πλάνης και άνευ όρων αποδοχή της αλήθειας της πίστεως. Οι αιρετικοί που επανεντάσσονται στην Εκκλησία, δηλαδή, είναι απαραίτητο να αναθεματίσουν και να αρνηθούν «πᾶσαν αἵρεσιν, μὴ φρονοῦσαν, ὡς φρονεῖ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία»[63]. Η ειλικρίνεια μάλιστα της πρόθεσής τους να συγκαταλεγούν και πάλι στα μέλη της Ποίμνης του Χριστού επιβεβαιώνεται με την έγγραφη ομολογία της πίστεώς τους, την οποία θα υποβάλλουν στον τοπικό επίσκοπο, όπου θα διαβεβαιώνουν ρητά ότι αποδέχονται και επιθυμούν στο εξής να ακολουθούν «ἐν πᾶσι τοῖς δόγμασι τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας»[64]. Η επανένταξή τους, τέλος, και πάλι στην Εκκλησία δεν ολοκληρώνεται μόνο με την ομολογία, το Βάπτισμα ή το Χρίσμα, αλλά και με την κατήχηση, η οποία πρέπει να επιτελείται λεπτομερώς και «μετὰ πάσης ἐπιμελείας»[65], ώστε να αφομοιώσουν «τὰ τῆς πίστεως σύμβολα»[66], να ενδυναμωθούν στην πίστη και να στερεωθούν στον ορθόδοξο εκκλησιαστικό βίο προκειμένου να μην διολισθήσουν και πάλι στην αίρεση ή το σχίσμα, αλλά να παραμείνουν δια παντός «εἰς τὴν μίαν Ἐκκλησίαν, τὴν ὡς εἴρηται περιστεράν, καὶ μόνην μητέρα τῶν Χριστιανῶν»[67].

Πρώτη δημοσίευση : ΟΕκκλησιολόγος  479 / 24-09-2016, σ. 5-6





[1] «Τάς τῶν αἱρετικῶν ζιζανίων ἐπισποράς ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ ὁ παμπόνηρος καταβαλών, καί ταύτας ὁρῶν τῇ μαχαίρᾳ τοῦ πνεύματος ἐκτεμνομένας προῤῥίζους, ἐφ’ ἑτέραν ἦλθεν μεθοδείας ὁδόν, τῇ τῶν σχισματικῶν μανίᾳ τό τοῦ Χριστοῦ Σῶμα μερίζειν ἐπιχειρῶν» Κανών Πρωτοδευτέρας, ιγ΄, στο Αγαπίου Ιερομονάχου - Νικόδημου Μοναχού, Πηδάλιον της νοητής Νηός της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής των Ορθοδόξων Εκκλησίας ήτοι άπαντες οι Ιεροί και Θείοι κανόνες των αγίων και πανευφήμων Αποστόλων, των αγίων και Οικουμενικών τε και Τοπικών Συνόδων και των κατά μέρος θείων Πατέρων, Εν Αθήναις : Αστήρ, 1982, σ. 357 (στο εξής Πηδάλιον).
[2] Κανών Αποστολικός, λα΄, στο Πηδάλιον, σ. 32.
[3] Εκείνος που διασπά την εκκλησιαστική κοινωνία είναι ουσιαστικά ο «φυσιότητί τινι καὶ ὑπερηφανείᾳ ἐπαρθείς» Κανών Καρθαγένης, ι΄, στο Πηδάλιον, σ. 469.
[4] Κανών Καρθαγένης, ι΄, στο Πηδάλιον, σ. 469.
[5] Κανών Καρχηδόνος, στο Πηδάλιον, σ. 369.
[6] Κανών Καρθαγένης, νζ΄, στο Πηδάλιον, σ. 495.
[7] Κανών Καρθαγένης, ξστ΄, στο Πηδάλιον, σ. 500.
[8] Κανών Καρθαγένης, ξθ´, στο Πηδάλιον, σ. 502.
[9] Κανών Ζ΄ Οικ. Συνόδου, ιστ´, στο Πηδάλιον, σ. 335.
[10] Κανών Καρθαγένης, νζ´, στο Πηδάλιον, σ. 495.
[11] Κανών ΣΤ΄ Οικ. Συνόδου (Πενθέκτης), α´, στο Πηδάλιον, σ. 218.
[12] Κανών Καρθαγένης, ξθ´, στο Πηδάλιον, σ.  502.
[13] Κανών Καρθαγένης, ξστ´, στο Πηδάλιον, σ. 500.
[14] Κανών Αποστολικός, ι΄, στο Πηδάλιον, σ. 13.
[15] Κανών Καρχηδόνος,  στο Πηδάλιον, σ. 369.
[16] Οι αιρετικοί είναι «ἐκ τῶν τοῦ διαβόλου βρόχων αἰχμαλωτισθέντες αὐτῷ εἰς τό αὐτοῦ θέλημα» Κανών Καρθαγένης, ξστ΄, στο Πηδάλιον, σ. 500.
[17] Κανών Β΄ Οικ. Συνόδου, στ´, στο Πηδάλιον, σ. 159-160.
[18] Κανών Β΄ Οικ. Συνόδου, στ´, στο Πηδάλιον, σ. 160. Πρβλ. Κανών Μεγάλου Βασιλείου, α΄ στο Πηδάλιον, σ. 587.
[19] Κανών Μεγάλου Βασιλείου, α΄, στο Πηδάλιον, σ. 587.
[20] Κανών Μεγάλου Βασιλείου, α΄, στο Πηδάλιον, σ. 587.
[21] Κανών Πρωτοδευτέρας, ιε΄, στο Πηδάλιον, σ. 358.
[22] Κανών Αντιοχείας, α´, στο Πηδάλιον, σ. 406.
[23] Κανών Αποστολικός, μστ΄, στο Πηδάλιον, σ. 51.
[24] Κανών Πρωτοδευτέρας, ιε΄, στο Πηδάλιον, σ. 358.
[25] Κανών Ζ΄ Οικ. Συνόδου, ιστ´, στο Πηδάλιον, σ. 335.
[26] Κανών Λαοδικείας, λε´, στο Πηδάλιον, σ. 433.
[27] Κανών ΣΤ΄ Οικ. Συνόδου (Πενθέκτης), α´, στο Πηδάλιον, σ. 218.
[28] Κανών Ζ΄ Οικ. Συνόδου, θ´, στο Πηδάλιον, σ. 331.
[29] Κανών Καρθαγένης, πε´-πστ΄, στο Πηδάλιον, σ. 509.
[30] Κανών Καρχηδόνος, στο Πηδάλιον, σ. 369.
[31] Κανών Αποστολικός, ξη΄, στο Πηδάλιον,  σ. 89.
[32] Κανών Αποστολικός, μστ΄, στο Πηδάλιον, σ. 51.
[33] Κανών Καρχηδόνος, στο Πηδάλιον, σ. 369.
[34] Κανών Β΄ Οικ. Συνόδου, ζ΄, στο Πηδάλιον, σ. 163.
[35] Κανών Αποστολικός, μζ΄, στο Πηδάλιον, σ. 55.
[36] Κανών Καρθαγένης, νζ΄, στο Πηδάλιον, σ. 495.
[37] Κανών Καρθαγένης, ϟγ΄, στο Πηδάλιον, σ. 512.
[38] Κανών Μεγάλου Βασιλείου, α΄, στο Πηδάλιον, σ. 587.
[39] Κανών Γάγγρας, στ΄, στο Πηδάλιον, σ. 399.
[40] Κανών Καρθαγένης, ξθ΄, στο Πηδάλιον, σ. 502.
[41] Κανών Αποστολικός, λα΄, στο Πηδάλιον, σ. 32  - Κανών Γάγγρας, στ΄, στο Πηδάλιον, σ. 399  - Κανών Καρθαγένης, ι΄, στο Πηδάλιον, σ. 469 - Κανόνες Πρωτοδευτέρας, ιγ´· ιδ΄· ιε´, στο Πηδάλιον, σ. 357-358.
[42] Κανών Λαοδικείας, λγ´, στο Πηδάλιον, σ. 433
[43] Κανών Αποστολικός, ι΄, στο Πηδάλιον, σ. 13.
[44] Κανόνες Αποστολικοί, με´· μστ΄· ξε´, στο Πηδάλιον, σ. 50 · 51 · 84 - Κανών Λαοδικείας, θ´, στο Πηδάλιον, σ. 423
[45] Κανών Λαοδικείας, στ´, στο Πηδάλιον, σ.  422
[46] Απόκρισις Τιμοθέου Αλεξανδρείας, θ´, στο Πηδάλιον, σ. 670
[47] Κανών Λαοδικείας, θ´, στο Πηδάλιον, σ. 423.
[48] Κανών Λαοδικείας, λδ´, στο Πηδάλιον, σ. 433.
[49] Κανών Λαοδικείας, λβ´, στο Πηδάλιον, σ. 433.
[50] Κανών Δ΄ Οικ. Συνόδου, ιδ´, στο Πηδάλιον, σ. 196 - Κανών ΣΤ΄ Οικ. Συνόδου (Πενθέκτης), οβ´, στο Πηδάλιον, σ. 282 - Κανών Λαοδικείας, λα´, στο Πηδάλιον, σ. 432 - Κανών Καρθαγένης, κα´, στο Πηδάλιον, σ. 477.
[51] Κανών ΣΤ΄ Οικ. Συνόδου (Πενθέκτης), οβ´, στο Πηδάλιον, σ. 282.
[52] Κανών Λαοδικείας, λζ´, στο Πηδάλιον, σ. 435.
[53] Κανών Καρθαγένης, κβ´, στο Πηδάλιον, σ. 478.
[54] Κανών Καρθαγένης, πα΄, στο Πηδάλιον, σ. 507.
[55] Κανών ΣΤ΄ Οικ. Συνόδου (Πενθέκτης), β΄, στο Πηδάλιον, σ. 220.
[56] Κανών Καρθαγένης, νζ΄, στο Πηδάλιον, σ. 496.
[57] Κανών Β΄ Οικ. Συνόδου, ζ΄, στο Πηδάλιον, σ. 163.
[58] Κανών Αποστολικός, λα΄, στο Πηδάλιον, σ. 32.
[59] Κανών Καρθαγένης, ϟα΄, στο Πηδάλιον, σ. 511.
[60] Κανών Γ΄ Οικ. Συνόδου, α´, στο Πηδάλιον, σ. 170.
[61] Κανών Καρθαγένης, ξστ´, στο Πηδάλιον, σ. 500.
[62] Κανών Μεγάλου Βασιλείου, α΄, στο Πηδάλιον, σ. 587.
[63] Κανών Β΄ Οικ. Συνόδου, ζ΄, στο Πηδάλιον, σ. 163. Πρβλ. Κανών Λαοδικείας, ζ´, στο Πηδάλιον, σ. 422-423.
[64] Κανών Α΄ Οικ. Συνόδου, η´, στο Πηδάλιον, σ. 133.
[65] Κανών Λαοδικείας, η΄, στο Πηδάλιον, σ. 422-423.
[66] Κανών Λαοδικείας, ζ΄, στο Πηδάλιον, σ. 423
[67] Κανών Καρθαγένης, νζ΄, στο Πηδάλιον, σ. 495.

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Συγχαρητήρια!
Πολύ καλή και περιεκτική μελέτη.
Ευχαριστούμε π. Ευάγγελε.
π. ΑΚΓ

Ανώνυμος είπε...

Σοβαρό και υπεύθυνο κείμενο.
Χωρίς ακρότητες.
Επιστημονικά δια των παραπομπών κατοχυρωμένο.
Το ξεκίνησα προσμένοντας να δώ βέλη να εκτοξεύει. Διαψεύστηκα.
Ο πατήρ είναι επιστήμων Θεολόγος και εύχομαι έτσι να παραμείνει.
Μ. Ι.

Ανώνυμος είπε...

Από ότι κατάλαβα οι αιρετικοί και οι σχισματικοί είναι το ίδιο αποσυνάγωγοι από την Εκκλησία. Έτσι η Εκκλησία «θέτει αμέσως τον πιστό εκτός των κόλπων της Εκκλησίας και όλοι οι αιρετικοί ή σχισματικοί θεωρούνται «πάσης ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἐκβεβλημένοι καὶ ἀνενέργητο, ευρισκόμενοι κάτω από την κυριαρχία του πατέρα των αιρέσεων διαβόλου, θεωρείται ότι έχουν άμεση ανάγκη μετάνοιας, ώστε να αποκτήσουν επίγνωση της αλήθειας της πίστεως και να διαφύγουν από τη δαιμονική παγίδα στην οποία έχουν εγκλωβιστεί.»
Πως τώρα η Εκκλησία ευλογεί τον γάμο με αιρετικούς (παπικούς κλπ) ή σχισματικούς (παλαιοημερολογίτες κλπ) με Μυστήριο που τελεί χωρείς να καλέσει να ενταχθεί στην Εκκλησία τον αιρετικό ή σχισματικό με το μυστήριο του Βαπτίσματος;
Μου προκαλεί εσωτερική επανάσταση ο επίλογός σας «Η ειλικρίνεια μάλιστα της πρόθεσής τους να συγκαταλεγούν και πάλι στα μέλη της Ποίμνης του Χριστού επιβεβαιώνεται με την έγγραφη ομολογία της πίστεώς τους, την οποία θα υποβάλλουν στον τοπικό επίσκοπο, όπου θα διαβεβαιώνουν ρητά ότι αποδέχονται και επιθυμούν στο εξής να ακολουθούν «ἐν πᾶσι τοῖς δόγμασι τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας». Η επανένταξή τους, τέλος, και πάλι στην Εκκλησία δεν ολοκληρώνεται μόνο με την ομολογία, το Βάπτισμα ή το Χρίσμα, αλλά και με την κατήχηση, η οποία πρέπει να επιτελείται λεπτομερώς και «μετὰ πάσης ἐπιμελείας»[65], ώστε να αφομοιώσουν «τὰ τῆς πίστεως σύμβολα»[66], να ενδυναμωθούν στην πίστη και να στερεωθούν στον ορθόδοξο εκκλησιαστικό βίο προκειμένου να μην διολισθήσουν και πάλι στην αίρεση ή το σχίσμα, αλλά να παραμείνουν δια παντός «εἰς τὴν μίαν Ἐκκλησίαν, τὴν ὡς εἴρηται περιστεράν, καὶ μόνην μητέρα τῶν Χριστιανῶν»».
Η Εκκλησία μας π. Ευάγγελε δεν συνηθίζει να βαπτίζει ξανά τους αιρετικούς ή σχισματικούς όπως προσωπικά γνωρίζω. Τελεί μάλιστα τον γάμο Ορθοδόξου με αιρετικό ή σχισματικό χωρίς ενδοιασμό.
Μήπως άλλα λένε οι Κανόνες και άλλα κάνουν οι ερμηνευτές τους κληρικοί;

Ανώνυμος είπε...

Προσεγμένη και καλοδιατυπωμένη εργασία επί του φλέγοντος διαχρονικού αυτό θέματος.