Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Μεσσηνίας Χρυσόστομος: Οι Κανόνες είναι για να σώζουν τους ανθρώπους και όχι για να τους δεσμεύουν και να τους οδηγούν στην απόγνωση και στην απώλεια

Μεσσηνίας Χρυσόστομος: Οι Κανόνες είναι για να σώζουν τους ανθρώπους και όχι για να τους δεσμεύουν και να τους οδηγούν στην απόγνωση και στην απώλεια
Επιστημονική εσπερίδα για το Κανονικό Δίκαιο, στο «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει…»

Του Σταμάτη Μιχαλακόπουλου

Επιστημονική εσπερίδα για το Κανονικό Δίκαιο με τον γενικό τίτλο «Οι Κανόνες και η εκκλησιαστική ζωή», πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 18 Δεκεμβρίου, στο Πνευματικό Κέντρο του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Πειραιώς.
Στην εκδήλωση συμμετείχαν και μίλησαν ο Σεβ. Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Παν/μίου Αθηνών με θέμα: «Η ποιμαντική θεωρία των Ιερών Κανόνων. Η φιλάνθρωπη οικονομία της Εκκλησίας», ο Αρχιμ. Γρηγόριος Παπαθωμάς, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Παν/μίου Αθηνών με θέμα: «Κανονικές προκλήσεις στην Εκκλησία του σήμερα» και ο κ. Θεόδωρος Γιάγκου, Καθηγητής Κανονικού Δικαίου στη Θεολογική Σχολή Αριστοτελείου Παν/μίου Θεσσαλονίκης με θέμα: «Το ιερό πηδάλιο και η ψευδοκανονική παράδοση»,.

Την εσπερίδα παρουσίασε και συντόνισε ο Πρωτοπρεσβύτερος Σπυρίδων Τσιμούρης.
Η εκδήλωση εντάσσεται στο πλαίσιο του τρίμηνου προγράμματος καθημερινών δράσεων και δραστηριοτήτων «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει…» του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Πειραιώς.


Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος
Πρώτος έλαβε τον λόγο ο Σεβ. Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Παν/μίου Αθηνών, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα: «Η ποιμαντική θεωρία των Ιερών Κανόνων. Η φιλάνθρωπη οικονομία της Εκκλησίας».
Ο Σεβ. ξεκίνησε την ομιλία του με την αξιωματική αρχή ότι, εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία. Και αυτό γιατί η Εκκλησία είναι η μοναδική κιβωτός σωτηρίας για τον άνθρωπο.
Την σωτηριολογική της διάσταση η Εκκλησία την εκφράζει μέσα από μία πορεία φιλάνθρωπης θεραπευτικής, την οποία θεμελιώνει στο έργο της θείας οικονομίας και καταξιώνει εκκλησιολογικά με το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.
Ένας από τους τρόπους με τους οποίους εκδηλώνεται και εκφράζεται ποιμαντικά ο θεραπευτικός και φιλανθρωπικός χαρακτήρας της Εκκλησίας , είναι αφ᾽ ενός το μυστήριο της Εξομολογήσεως και αφετέρου η λειτουργικότητα των «κανονικών επιτιμίων».
«Σκοπός και των δύο, είναι η επανένταξη των «πεπτοκότων αμαρτωλών», στην εκκλησιαστική κοινότητα. Το γεγονός της αμαρτίας, ως γεγονός αποτρεπτικό προς επίτευξη της σωτηρίας, είναι που αναγκάζει την Εκκλησία να αντιμετωπίσει θεραπευτικά τον πιστό.
Και να του δώσει την δυνατότητα μέσα από μια διαδικασία, αυτή της μετάνοιας, να αποκτήσει ξανά το εχέγγυο προς την σωτηρία του
Το πρώτο λοιπόν απαραίτητο στοιχείο, είναι η μετάνοια, ως απόρριψη της αμαρτίας και ως μεταστροφή του νου προς το «αγαθόν», με σκοπό να επανέλθει ο μετανοών πιστός στην ίδια την ευχαριστιακή κοινωνία. Αυτή η διαδικασία προϋποθέτει την συνέργια των μετανοούντων.
Το δεύτερο στοιχείο είναι η συγχώρεση. Η συγχώρεση είναι συστατικό στοιχείο της πορείας προς την αγιότητα. Και συγχρόνως, καθοριστικός παράγοντας του φιλανθρώπου και θεραπευτικού χαρακτήρα της Εκκλησίας. Αφού η συγχώρεση αποτελεί το ξαναγράψιμο της ιστορίας κάθε πιστού στην πορεία του προς τον αγιασμό και συγχρόνως το επιστέγασμα του μυστηρίου της μετανοίας του.
Ως προς το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την συγχώρεση, ο Σεβ. τόνισε ότι είναι κατ᾽ αρχήν ο Επίσκοπος και ο διατεταγμένος Πρεσβύτερος. Γιατί η συγχώρεση ως εκκλησιολογικό γεγονός δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την αναφορά στην ιεροσύνη.
«Τα όρια όμως της συγχώρεσης, αποτελούν μία πορεία, η οποία διασώζεται μέσα από την κανονική παράδοση της Εκκλησίας όπου επισημαίνεται η επιείκεια, ο ποιμαντικός χαρακτήρας της, η φιλάνθρωπη και θεραπευτική λειτουργικότητα της, ο χαρισματικός της ρόλος, η απενοχοποίηση της διαδικασίας και τέλος το μη νομικίστικο – δικανικό του όλου θέματος
Τα επιτίμια στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας της μετάνοιας και της συγχωρητικότητος, έχουν πάντα για την Εκκλησία θεραπευτικό και φιλάνθρωπο χαρακτήρα και ουδέποτε δικανικό ή νομικό. Δεν αποτέλεσαν ποτέ μέσα, προς ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης. Απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή των επιτιμίων, τυγχάνει η μετάνοια σε συσχετισμό προς την προαίρεση του μετανοούντος.
Και όπως σημείωσε ο  Σεβασμιώτατος, η άσκηση της επιείκειας ή της φιλανθρώπου θεραπευτικής της Εκκλησίας, προς εκείνους οι οποίοι επέδειξαν την μετάνοια, εκφράζει το μεγαλείο της Εκκλησίας στην πορεία για την τελείωση.
Η οικονομία αποτελεί έναν τρόπο θεραπευτικής και ποιμαντικής, του ίδιου του μυστηρίου της Εκκλησίας. Γι᾽ αυτό και η οικονομία χωρίς μετάνοια δεν έχει κανένα νόημα. Γιατί η μετάνοια είναι ένα συνεχές βίωμα και όχι απλά μια στιγμιαία πράξη. Και επιπλέον προϋποθέτει την ελευθερία του ανθρώπου.
Οι Κανόνες είναι για να σώζουν τους ανθρώπους και όχι για να τους δεσμεύουν και να τους οδηγούν στην απόγνωση και στην απώλεια, συμπλήρωσε.
Ο Σεβασμιώτατος ολοκλήρωσε την εισήγησή του με δύο επισημάνσεις:
«Η πρώτη, πως ο πνευματικός πατέρας είναι απαραίτητο να χαρακτηρίζεται από το χάρισμα της διακρίσεως.
Και η δεύτερη ότι η πράξη και η εφαρμογή της οικονομίας, είναι το θεραπευτικό μέσο ώστε ο αμαρτωλός να αισθανθεί την μητρική και φιλάνθρωπη παρουσία της Εκκλησίας και όχι να αντιμετωπίζεται μέσα από το μυστήριο της εξομολογήσεως, με ένα πνεύμα καθαρά κοσμικό, δικανικό ή κάτω από μία προοπτική ιεροεξεταστικής διαδικασίας, με την απόφαση της οποίας επικρέμεται ο πέλεκυς της τιμωρίας και μόνο.»


Αρχιμ. Γρηγόριος Παπαθωμάς
Επόμενος εισηγητής ήταν ο Αρχιμ. Γρηγόριος Παπαθωμάς, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Παν/μίου Αθηνών, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα: «Κανονικές προκλήσεις στην Εκκλησία του σήμερα».
Όπως τόνισε στην εισαγωγή του λόγου του, οι Κανονικές προκλήσεις δεν αφορούν μόνο το σήμερα, αλλά και το μέλλον. Για να δούμε όμως το μέλλον πρέπει να προστρέξουμε στο παρελθόν. Ότι προκλήσεις υπάρχουν σήμερα, έχουν γεννηθεί στο παρελθόν που καλύπτει η δεύτερη χιλιετία.
Ο ομιλητής, χώρισε τις τρεις χιλιετίες της Εκκλησίας, σε τρεις χρονικές περιόδους. Η πρώτη συμπίπτει με προβλήματα χριστολογικά που είχε η Εκκλησία. Μέσα από την αντιμετώπιση των Οικουμενικών Συνόδων, προκύπτει ένα συμπέρασμα. Όλα τα χριστολογικά προβλήματα, δηλαδή τα προβλήματα που σχετίζονταν με την θεία και την ανθρώπινη φύση του Χριστού επιλύθηκαν.
«Η δεύτερη χιλιετία χαρακτηρίζεται κυρίως από εκκλησιολογικά και κανονικά προβλήματα, τα οποία δεν επιλύθηκαν σχεδόν καθόλου στο τέλος της. Και κληρονομούνται στην τρίτη χιλιετία που μόλις ξεκίνησε.
Δίπλα σε αυτά τα προβλήματα, υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία προβλημάτων, τα οποία θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε ως ανθρωπολογικά.
Αυτά ξεκίνησαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και είναι όλα αυτά που σχετίζονται με τον άνθρωπο, τον ερχομό του, την σύλληψη, την γέννηση, το μεγάλωμα. Είναι τα προβλήματα της λεγόμενης βιοηθικής που σχετίζονται άμεσα με τον τρόπο που η Εκκλησία θα τα διαχειριστεί και θα τα αντιμετωπίσει.»
Αναλύοντας τα εκκλησιολογικά και κανονικά προβλήματα, ο π. Γρηγόριος ξεκίνησε από το 1054, στη συνέχεια αναφέρθηκε στις σταυροφορίες, την Ουνία, τον Προτεσταντισμό και έφθασε μέχρι το σύγχρονο πρόβλημα της Ορθόδοξης διασποράς.
Έτσι έδωσε έμφαση στα προβλήματα παράλληλης  συνεδαφικότητας και πολυδικαιοδοσίας που παρατηρούνται και είναι τελείως αντικανονικά και διασπούν την ενότητα της Εκκλησίας.
Αυτές είναι λοιπόν κάποιες από τις προκλήσεις που τίθενται σήμερα στην Ορθόδοξη Εκκλησία και καλείται να τις αντιμετωπίσει στη νέα χιλιετία.


Θεόδωρος Γιάγκου
Τελευταίος έλαβε το λόγο ο Καθηγητής Κανονικού Δικαίου στη Θεολογική Σχολή Αριστοτελείου Παν/μίου Θεσσαλονίκης κ. Θεόδωρος Γιάγκου, ο οποίος παρουσίασε το θέμα: «Το ιερό πηδάλιο και η ψευδοκανονική παράδοση».
Εάν στην πρώτη χιλιετία έχουμε τους Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων και επιπλέον εκείνους που κυρώθηκαν από τον Κανόνα των Πατέρων και των τοπικών Συνόδων, τι έχει να προσφέρει η δεύτερη χιλιετία; Και πως λειτούργησε η κανονική σκέψη στη δεύτερη χιλιετία;
Απαντώντας σε αυτά τα ερωτήματα, ο κ. Γιάγκου τόνισε πως ο συνοδικός θεσμός δεν έπαψε ποτέ να λειτουργεί. Παράλληλα όμως, έχουμε και μία ισχυρή παράδοση, την λεγόμενη «ψευδοκανονική παράδοση», η οποία εκφράζεται ζωντανά μέσα στην ζωή της Εκκλησίας και αποτυπώνει επίσης ένα ζωντανό πνεύμα.
Ο κατ᾽ εξοχήν εκφραστής αυτής της παράδοσης, είναι ο «Νηστευτής», ένα κείμενο που εμφανίζεται μεταξύ 8ουκαι 10ου αιώνα. Οι κανόνες που αποδίδονται σε αυτό το κείμενο, έχουν έντονο δικανικό περιεχόμενο. Προβάλλει κάτι διαφορετικό από τους αρχαίους Κανόνες της Εκκλησίας, ως προς την χρονική έκταση των επιτιμίων και δίνει ένα άλλο περιεχόμενο.
«Ποιο είναι αυτό; Ότι εάν αποκόψουμε ένα πρόσωπο δια του επιτιμίου από την θεία Ευχαριστία, είναι σαν να τον αποκόπτουμε από την Εκκλησία και να δημιουργείται στην πραγματικότητα μια χαλαρή σύνδεση με αυτήν.
Επομένως είναι προτιμότερο να περιορίσουμε την χρονική διάρκεια της επιτιμίας και να αυξήσουμε την άσκηση.»
Ο «Νηστευτής» διακρίνει τους όρους της επιτιμίας σε τρεις. Ο πρώτος ταυτίζει τη νηστεία με όσα προβλέπουν οι Κανόνες της Εκκλησίας, προσθέτει κάποιες γονυκλισίες και μια ιδιαίτερη καθημερινή προσευχή.
Εάν ο μετανοών δεν έχει την δυνατότητα να τηρήσει την προβλεπόμενη νηστεία ή τις υπόλοιπες μορφές ασκήσεως, τότε μειώνει ακόμη περισσότερο την άσκηση.
Κι αν ακόμη δεν έχει πρόθεση να ακολουθήσει και αυτήν την μορφή, η Εκκλησία εντελώς χαλαρά του δίδει μια υποτυπώδη μορφή ασκήσεως.
Για κάποιον που ήταν εγκλωβισμένος στους Κανόνες της Εκκλησίας, συνέχισε ο κ. Γιάγκου, αυτές οι θέσεις θα ήταν προκλητικές. Θα έπρεπε να αναζητηθεί η σύνθεση μεταξύ του πνεύματος της επιεικείας και της πιστότητας των Κανόνων.
Από τον 14ο αιώνα και εξής, υπάρχει μια μετάλλαξη στην προβολή της ασκήσεως εις βάρος του πνεύματος της επιεικείας, αλλά και εις βάρος της ευχαριστιακής ζωής.
«Και καταλήγουμε στην γνωστή διαμαρτυρία των Κολλυβάδων οι οποίοι τόνιζαν ότι το βασικό στοιχείο της ορθόδοξης πνευματικότητας, είναι η μετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας και κατ᾽ εξοχήν στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.
Εάν η άσκηση αποτρέπει από την ευχαριστιακή ζωή, τότε τα πράγματα δεν λειτουργούν κατά το πνεύμα των Ιερών Κανόνων.»
Έρχεται λοιπόν το 1787 ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και αναλαμβάνει το μεγάλο έργο της αποκάθαρσης των κανονικών κειμένων, κυρίως μέσα από το Πηδάλιο.
Ο κ. Γιάγκου καταλήγοντας, σημείωσε πως για να έχει κανείς κατανόηση του πνεύματος των Κανόνων, δεν αρκεί απλώς να μάθει να τους διαβάζει. Επιβάλλεται να έχει καλή θεολογική και ιστορική κατάρτιση και καλή μελέτη των πηγών.


Η συζήτηση
Μετά το πέρας των εισηγήσεων, ακολούθησε συζήτηση μεταξύ των εισηγητών και επιπλέον διευκρινήσεις σχετικά με το περιεχόμενο τους, ολοκληρώνοντας έτσι αυτήν την ιδιαίτερα σημαντική επιστημονική εσπερίδα.

Βασικό ερώτημα που τέθηκε, ως συνέπεια των όσων αναφέρθηκαν, ήταν το εάν υπάρχει η δυνατότητα θέσπισης νέων Κανόνων ή εάν υπάρχει η αναγκαιότητα θέσπισης νέων Κανόνων για την επίλυση σύγχρονων προβλημάτων.  Δηλαδή, αρκεί η κανονική παράδοση της πρώτης χιλιετίας για να επιλυθούν;
Ακόμη, μπορεί η Εκκλησία να θεσπίσει νέα δόγματα; Και τέλος, ετέθη το θέμα του θεσμού των διακονισσών, που συζητείται πολύ τον τελευταίο καιρό, η εξέλιξη και η κατάργηση του τον 11ο αιώνα και το θέμα της επαναφοράς του.
Ο π. Γρηγόριος Παπαθωμάς, τοποθετούμενος υποστήριξε πως η Εκκλησία εάν χρειαστεί, μπορεί να προβεί σε θέσπιση Κανόνων. Πάντως, τόνισε, οι Κανόνες της πρώτης χιλιετίας, μας έχουν δώσει υλικό για να επιλύσουμε και να απαντήσουμε στα σύγχρονα προβλήματα. Τουλάχιστον στα εκκλησιολογικά και κανονικά.
Για τα ανθρωπολογικά, συνέχισε, έχουμε κάποια στοιχεία, αλλά δεν ολοκληρώθηκαν ακόμη τα προβλήματα που θέτει η σύγχρονη ζωή, ώστε να απαντήσουμε στο ερώτημα.
Ο καθηγητής κ. Γιάγκου, έκανε μια σύντομη αναφορά στο θεσμό των διακονισσών. Αναφέρθηκε έτσι στην χειροτονία των διακονισσών, που γινόταν εντός του Ιερού Βήματος, κατά τον ίδιο τρόπο που γίνεται η χειροτονία των διακόνων. Και προσδιόρισε το πλαίσιο της διακονίας τους, που ήταν κυρίως η συμμετοχή τους, βοηθητικά,  στις βαπτίσεις και την μετάληψη των γυναικών.
Λαμβάνοντας τον λόγο ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος, ξεκαθάρισε ότι νέα δόγματα η Εκκλησία δεν θεσπίζει. Αυτό που κάνει μέσα από την συνοδική της διαδικασία και οδό, είναι να διατυπώνει ερμηνευτικές εξελίξεις και αποδόσεις των υφισταμένων δογμάτων.
Τα δόγματα, συνέχισε, έχουν να κάνουν με αυτό που ονομάζεται «αποκάλυψη της αλήθειας». Η αποκάλυψη έγινε «εν προσώπω Ιησού Χριστού» κι εκεί σταμάτησε.
Αυτό που προσέλαβε η Εκκλησία ως δόγμα, ως αποκάλυψη, αναγκάστηκε μέσα στην ιστορία της να το διατυπώσει, δίνοντας και μια ερμηνεία ανάλογη και αντίστοιχη με τις προκλήσεις που είχε απέναντι της. Αλλά αυτό δεν είναι νέο δόγμα. Είναι εξέλιξη ερμηνευτικής διατύπωσης και απόδοσης του δόγματος.
Στο θέμα της θέσπισης νέων Κανόνων, ο Σεβ. τόνισε ότι μπορούν να θεσπιστούν νέοι Κανόνες, δια της συνοδικής οδού. Για θέματα τα οποία δεν επιλύονται από την κανονική παράδοση, πρέπει η Εκκλησία να σκεφτεί και να διατυπώσει κανονικά, το πως τα θέματα αυτά περιγράφονται και επιλύονται. Αναφέρθηκε έτσι στα θέματα της  αυτοκεφαλίας και της ορθόδοξης διασποράς, όπως και σε σύγχρονα θέματα βιοηθικής και βιοτεχνολογίας.
Η Εκκλησία είναι ζώσα, επισήμανε, προσλαμβάνει τα προβλήματα κάθε εποχής και προσπαθεί να τα επιλύσει.
Αναφορικά με το θέμα των διακονισσών, σημείωσε κατ᾽ αρχήν ότι δεν έχει ακόμη αναλυθεί μέσα στην παράδοση της Εκκλησίας, ποιος ήταν ο ρόλος των διακόνων.
«Ο διάκονος δεν μπορεί να τελέσει την Ευχαριστία. Δεν μπορεί να μεταφέρει την θεία Ευχαριστία παρόντος του Πρεσβυτέρου, παρά μόνον ως πράξη οικονομίας. Δεν μπορεί να δώσει αντίδωρο.
Πρέπει να μας προβληματίσει τι είναι ο διάκονος μέσα στην παράδοση της Εκκλησίας. Εάν πάρουμε το σημερινό status των διακόνων, σίγουρα δεν μπορούμε να αποδεχθούμε τις διακόνισσες.
Αλλά εάν δούμε το πως ήταν οι διάκονοι τον 3ο και 4ο αιώνα και ποιος ήταν ο ρόλος τους μέσα στην ζωή της Εκκλησίας, θα δούμε ότι υπάρχουν άλλες προϋποθέσεις. Είναι ένα θέμα που ακόμη δεν έχει διερευνηθεί με βάση τις πηγές. Δεν ξέρουμε ξεκάθαρα τι ήταν ο διάκονος.»
Δεν χρειάζεται λοιπόν, ενθουσιασμός για την επαναφορά του θεσμού, αφού δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει αυτή η επαναφορά. Ούτε όμως και να είμαστε απόλυτα απορριπτικοί, ότι εάν έρθει ο θεσμός συνεπάγεται αυτόματα αναγνώριση ιεροσύνης των γυναικών. Ποτέ δεν υπήρχε αυτό στην Εκκλησία. Θέλει λοιπόν προσοχή η αντιμετώπιση του θέματος.
Αναφερόμενος τέλος, στο Πηδάλιο, τόνισε ότι πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στην προσέγγιση του και να έχουμε την διάκριση να αφαιρέσουμε μέσα απ᾽ αυτό τμήματα τα οποία παρεισέφρησαν εξαιτίας δυτικών αντιλήψεων ή επιρροών. Και τα οποία αλλοίωσαν αυτήν την κανονική παράδοση που εκφράζει το Πηδάλιο στην αυθεντική του μορφή.


Δεν υπάρχουν σχόλια: