Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

ΟΜΙΛΙΑ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΑΤΡΩΝ κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΠΟΛΗ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ


ΟΜΙΛΙΑ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
ΠΑΤΡΩΝ κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ.
ΤΕΤΑΡΤΗ 5 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2017
ΤΡΙΚΟΥΠΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΜΕΓΑΡΟ
ΙΕΡΑ ΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

Σεβασμιώτατε, ἃγιε Ἀδελφέ Μητροπολίτα Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας κ. Κοσμᾶ,
Κύριε Δήμαρχε τῆς Ἱερᾶς Πόλεως τοῦ Μεσολογγίου καί οἱ ἐντιμότατοι Ἂρχοντες,
Ἀγαπητοί μου πατέρες,
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Ὑπάρχουν τόποι ποὺ τοὺς ἀγάπησε ἰδιαίτερα ὁ Θεὸς καὶ ξεχωριστά τοὺς εὐλόγησε, ὥστε νὰ παραμένουν στὴ μνήμη καὶ στὴ πορεία τοῦ κόσμου μὲ τὴ δόξα τους ἄσβεστη καὶ τὸ φῶς τους ἀπαστράπτον, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος.
 Ἕνας τέτοιος τόπος εἶναι τὸ Μεσολόγγι. Ἡ πόλη τῆς καρδιᾶς μας. Ἡ πόλη δόξα καί φῶς. Ὁ τόπος ποὺ ἀγαπήσαμε πρίν ἀκόμα νὰ τὸν γνωρίσωμε καὶ χωρὶς κἂν νά τόν ἒχωμε περπατήσει. Ἔφτασαν τότε τήν ὣρα τῆς Ἐξόδου καί φτάνουν κάθε φορά πού θυμόμαστε τό Μεσολόγγι, ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς γῆς, οἱ ὕμνοι τῶν ἀγγέλων ποὺ συνόδευσαν τὶς ψυχὲς τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων στὸν οὐρανὸ.
Ἡ μοσκοβολιά τῆς βάγιας τὴν Κυριακή τῆς θυσίας μένει ἀνέπαφη ἀπὸ τὸν χρόνο. Ἀπὸ τότε πού ἡ ἀθανασία στεφάνωσε τὴν Ἁγία Πόλη, τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων. Ἀπὸ τότε ποὺ τὸ Μεσολόγγι τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ κόσμου ὁλόκληρου «Τὸ ράσο τοῦ Δεσπότη του φορεῖ γιὰ σάβανό του καὶ φωτεινὸ μετέωρο πετᾶ στὸν οὐρανό του».
 Τὸ Μεσολόγγι πρῶτα τὸ ἀγαπᾶς καὶ μετὰ τὸ γνωρίζεις.
 Αὐτὴ ἡ πόλη εἶναι ἡ ὀμορφιὰ τῆς Ἑλλάδος.
 Εἶναι τὸ κλέος τοῦ Γένους μας.
 Εἶναι τὸ ἄφθιτον κάλλος τῆς Ρωμηοσύνης.
Εἶναι φῶς καί ἀστραπή καί φέγγος.
          «Ὦ πόλις τοῦ Μεσολογγίου! Πόλις βασίλισσα τῆς Ἑλλάδος. Πόλις  διά τήν ὁποίαν  πολλά ἐλαλήθη καί μεγάλα. Τριῶν χρόνων ζοφερά νέφη  ἒπεσαν κατεπάνω σου. Ἐφάνης ὃτι κατέβης εἰς τόν Ἃδην, διά νά μή ἀνέβῃς ἐκεῖθεν πλέον, ἀλλ’ ἡ χείρ τοῦ Κυρίου σέ ἐνεψύχωσε. Φῶς σήμερον σέ περικυκλώνει ὃλην. Οὐράνια δόξα ἀνατέλει ἐπάνω σου. Στέφανος κάθηται εἰς τήν κεφαλήν σου...»(Σπυρίδων Τρικούπης)
 Ὅσο ὁ χρόνος θὰ κυλᾶ, τόσο θὰ λάμπῃ τό Μεσολόγγι καὶ μὲ τὶς αἱματωμένες πορφυρόχρωμες ἀκτῖνες του, σὰν ἥλιος μοναδικὸς, θὰ ζωογονῇ τὶς ψυχὲς τῶν Ἑλλήνων ὅπου γῆς, ἀλλὰ καὶ θὰ νοηματοδοτῇ τὴν πορεία τῶν Λαῶν, ποὺ ποθοῦν τὸ μοναδικὸ ἀγαθό της Ἐλευθερίας, τό ὁποῖο κερδίζεται μὲ ἀγῶνες καὶ ἐπιτυγχάνεται μὲ θυσίες καὶ ποταμοὺς αἱμάτων.
 Τί ρίγος καὶ δέος καὶ συγκλονισμός, τί ὑπηρεφάνεια νιώθαμε, στὶς καλὲς ἐκεῖνες ἐποχές, ὃταν ἤμασταν μαθητὲς στό δημοτικὸ σχολεῖο, στὰ χρόνια ποὺ ἡ Ἑλλάδα, ὁ τόπος μας, μύριζε μόνο Χριστὸ καὶ θυσίες γιὰ τὴν τιμὴ καὶ τὴν ἐλευθερία καί μαθαίναμε ὅτι: « Τὸ Μεσολόγγι σκέλετρο, γυμνὸ ξεσαρκωμένο, δὲν παραδίδει τ’ ἅρματα, δὲν σκύβει τὸ κεφάλι».
 Γεννιόταν μέσα μας ἡ λαχτάρα νὰ τρέξωμε σ’ αὐτὸ τὸν κῆπο τὸν εὔοσμο τῶν ἡρώων, οἱ ὁποῖοι ξεπέρασαν τήν πείνα καί τή δίψα καί τόν θάνατο καὶ νὰ γονατίσωμε στὰ ἅγια χώματα, ποὺ ὅπου καὶ νὰ ἀκουμπήσῃς μυρίζεις τὴν λευτεριὰ καὶ τὴν Ἀνάσταση.
 Ἡ Ἑλλάδα θὰ ἦταν πολὺ φτωχὴ χωρὶς τὸ Μεσολόγγι. Ἡ ἐλευθερία τῆς Πατρίδος πέρασε λιβανίστηκε καί ἁγιάστηκε σ’ αὐτή τήν πόλη. Ἡ ἱστορία τοῦ Ἔθνους μας, ἀλλὰ τί λέγω, ἡ παγκόσμια ἱστορία πέρασε ἀπ’ ἐδῶ καὶ σταμάτησε εὐλαβικὰ καὶ προσκύνησε, προσπάθησε νὰ γράψῃ κάποιες ἀράδες, ὃμως διεπίστωσε ὃτι ἀνθρώπινο χέρι δὲν μπορεῖ νὰ καταγράψῃ αὐτὴν τὴν θυσία, αὐτὸ τὸ πέρασμα, ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό, ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα στὰ αἰώνια, ἀπὸ τὰ φθαρτὰ στὰ ἄφθαρτα. Δὲν μπορεῖ ἀνθρώπινη γραφὴ νὰ σκιαγραφήσῃ τοῦ Μεσολογγιοῦ τὸ ἱερὸ καὶ αἱματόβρεκτο πανηγύρι, τὸ ξεχωριστό καί ἀνεπανάληπτο Πάσχα τῆς Ἱερᾶς Πόλεως καί τοῦ Γένους ὁλόκληρου, τὸ πέρασμα ἑνὸς Λαοῦ περήφανου ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωή, μὲ τρόπο ποὺ ἀποτελεῖ μοναδικὸ καὶ παγκόσμιο φαινόμενο καὶ δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ μέ τέτοια δόξα.
 Ἂγγελοι ἔγραψαν γιὰ τὸ Μεσολόγγι πού «δόξα’ χει ἡ μαύρη πέτρα του καί τό ξερό χορτάρι» (Σολωμός). Γι’ αὐτὸ καὶ ἔχει τόση γλύκα ἡ γεύση τῆς ἱστορίας του. Γι’ αὐτὸ καὶ δίδει τὴν δική της πνοὴ καὶ ἀνάσα σὲ ὅσους μέσα σὲ δύσκολες ἐποχὲς τρέφουν λογισμοὺς ἀπέλπιδες, γιὰ τὴν μάνα τὴν μεγαλόψυχη στὸν πόνο καὶ στὸ δάκρυ.
 Τὸ Μεσολόγγι εἶναι τό ἱερό ἡφαίστειο ἀπό τό ὁποῖο, μετά ἀπό τήν φοβερή ἒκρηξη τῆς λευτεριᾶς, ξεχύθηκε ἡ ἱερὰ λάβα ποὺ ἔκρυβε ἡ Ἑλλάδα, αἰῶνες στά σπλάχνα της. Αὐτή ἡ λάβα κατέκαυσε τὸ φοβερὸ ζυγὸ τῆς μαρτυρικῆς σκλαβιᾶς. Ἓνα ζυγό  ποὺ τόν συνέθεσαν ἰκριώματα καὶ σταυροί, εἰρκτές καί ἀποκεφαλισμοί, παιδομαζώματα, σκλαβοπάζαρα, ἀνασκολοπισμοί καὶ πλεῖστα ἄλλα μαρτύρια, ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε εἰς ἄλλο μέρος τῆς γῆς καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε ποτὲ καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη.
 Ποτὲ τόπος δὲν θὰ ὑμνηθῇ σὰν τὸ Μεσολόγγι.
 Ἀλλὰ καὶ ποτὲ τόπος δὲν θὰ διδάξῃ ἀρετὴ καὶ τόλμη, ἰδανικὰ καὶ πίστη στὸ Θεὸ καὶ σεβασμὸ στὴν ἀνθρώπινη προσωπικότητα, ποὺ ἐπλάσθη ἐλεύθερη «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ», ὅσο αὐτὴ ἡ ἀγγελοσκέπαστη γῆ καὶ πόλη τῆς Ἑλλάδος.
Τό Μεσολόγγι εἶναι πύρινο ἂνθος μέσα σέ μιά μαραζωμένη Εὐρώπη, πού ἒχασε τήν ταυτότητά της καί ἀρνήθηκε τίς πνευματικές καί χριστιανικές της ρίζες καί ὡς ἐκ τούτου δέν ἒχει νά προσμένῃ τίποτα, οὒτε θεσμικά, οὒτε πολιτικά, οὒτε πολιτιστικά.
 Κάποιος μοῦ εἶπε πρὸ ἡμερῶν. «Εἶναι μικρὴ (πληθυσμιακά, ἐννοοῦσε), ἡ πόλη τοῦ Μεσολογγίου»
Καὶ τοῦ ἀπάντησα:
 «Εἶναι μικρὴ, γιατί εἶναι τόσο μεγάλη. Στὰ τείχη της χωρᾶνε μόνο ἐκλεκτοὶ καὶ μυημένοι στὶς θυσίες, σὰν τοὺς Μεσολογγίτες τῆς Ἐξόδου. Ξέρεις νὰ ὑπάρχουν χιλιάδες ἐπιθυμητές τῆς λευτεριᾶς καὶ τῆς τελειότητος σήμερα;
 Καὶ γιὰ ἕνα ἀκόμα λόγο. Οἱ Μεσολογγῖτες εἶναι γένος ξεχωριστὸ καὶ ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ ἡ φράση, ράτσα ἐκλεκτή, μοναδικὴ καὶ δύσκολα γεννιοῦνται τέτοιοι ἄνθρωποι σήμερα. Γι’ αὐτὸ παραμένει τόσο μεγάλη αὐτὴ ἡ πόλη, ἀλλιῶς θὰ μικρύνει καὶ δὲν τὶς ταιριάζει τέτοια σμίκρυνση. Θὰ παραπονεθοῦν οἱ ἥρωές της, θὰ ἐπαναστατήσουν. Ἀλλὰ οὔτε καὶ τὴν Ἑλλάδα συμφέρει, οὔτε καὶ τὸν κόσμο ὅλο, νὰ μικρύνῃ τὸ Μεσολόγγι.
 Ἀγαπητοί μου, καθὼς τὰ χρόνια πέρασαν καὶ ἄλλαξαν οἱ ἐποχὲς καὶ φθάσαμε στὶς μέρες μας, τόσο φτωχοὶ καὶ ξυπόλητοι πνευματικά, ζητιάνοι σὲ ξένες πόρτες, δουλωμένοι ἐμεῖς ποὺ στὶς φλέβες μας ρέει τῆς λευτεριᾶς τὸ αἷμα, καθὼς καταντήσαμε ἐμεῖς οἱ λευτερωμένοι ἀπὸ τοὺς Μεσολογγίτες καί τόσους ἂλλους ἣρωες καί μάρτυρες καί πρωτομάστορες τῆς λευτεριᾶς, ἐπαῖτες στὶς αὐλὲς τῶν ξένων, καθὼς ἀφήσαμε τὴ γῆ μας καὶ θελήσαμε νὰ ὑποταχτοῦμε σὲ ξένα ἀφεντικά, ποὺ πολλά μᾶς τάξανε χωρίς ἀντίκρυσμα, καθὼς τὴν ἱστορία μας λησμονήσαμε ἢ τὴν ἀλλοιώσαμε, καί τήν παραχαράξαμε τὸ Μεσολόγγι μὲ τοὺς ἥρωές του μένει φάρος ἄσβεστος ποὺ φωτίζει τοὺς δρόμους τῆς θυσίας γιὰ τὴν ἐπίτευξη στόχων ὑψηλῶν καὶ κορυφῶν ἐλεύθερων καὶ ἀδούλωτων, ἀλλὰ καὶ ἔλεγχος γιὰ ὅσα ἐσφάλαμε, γιὰ τὶς ὅποιες ἁμαρτίες μας ἀπέναντι στὸν Θεὸ καὶ στοὺς προγόνους μας.
 Ὅμως αὐτὴ ἡ πόλη εἶναι καὶ  ἔμπνευση γιὰ τὴν ἒξοδο ἀπὸ τὰ φοβερὰ δεινὰ καὶ τὰ φρικτὰ ἀδιέξοδα στὰ ὁποῖα βρισκόμαστε, ὡς μὴ ὣφελεν, ἐγκλωβισμένοι.
 Ὅποιος ποθεῖ πραγματικὰ τὴν λευτεριὰ καὶ τὴν λύτρωση ἀπὸ ὅποια μορφὴ δουλείας, ἐξέρχεται ἀπό τό εἶναι του, ξεπερνᾶ τὸν ἑαυτό του, ἵπταται, προσλαμβάνεται ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, μεθίσταται γιὰ νὰ ζήσῃ, εἰ δ’ ἄλλως εἶναι καταδικασμένος νὰ πεθάνῃ καὶ ἀκόμα χειρότερα νὰ βρίσκεται σὲ κῶμα, ὅπως εἴμαστε οἱ Ἕλληνες σήμερα, μὲ τὸν κίνδυνο νὰ μὴ μπορέσῃ νὰ συνέλθῃ ποτέ.
 Σὲ λίγες ἡμέρες θὰ βιώσετε ἐδῶ στὸ Μεσολόγγι καί θά ζήσῃ γιά μιά ἀκόμη φορά ὃλη ἡ Ἑλλάδα, τὴ δόξα τῆς Ἐξόδου καὶ τὴν συγκίνηση, ἀλλὰ καὶ τὸ κλέος τῆς θυσίας.
 Συγκλονίζει ἡ λιτανεία τῆς σιωπῆς, στό Μεσολόγγι παραμονή καί ἀνήμερα τῶν Βαΐων, ἡ σιγὴ τοῦ βιώματος. Μόνο μὲ τὴ σιωπὴ μπορεῖς νὰ ζήσῃς συγκλονιστικὰ καὶ μεγάλα γεγονότα. Ὅσα λόγια κι ἂν πῇς δὲν μπορεῖς νὰ τὰ περιγράψῃς. Ὅπως ἐμεῖς οἱ Ἱερεῖς δὲν μποροῦμε νὰ περιγράψωμε, ὅ, τι βιώνομε στὸ ἱερὸ θυσιαστήριο κατὰ τὴν ὥρα τῆς φρικτῆς θυσίας. Ὅσο πιὸ πολὺ ἀγαπᾶς, τόσο πιὸ πολὺ βυθίζεσαι στὴ σιωπή. Γιατί φοβᾶσαι μήπως τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀγάπης ἀδικήσης, ἀλλὰ μήπως καὶ οἱ ἄλλοι τὸν συγκλονισμὸ σου δέν κατανοήσουν.
 Τὸ Μεσολόγγι εἶναι ἡ αἱματωμένη, ἱστορικὴ Ἅγια Τράπεζα τῆς λευτεριᾶς τῆς Ἑλλάδος. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ Μυστήριο αὐτῆς τῆς θυσίας, βιώνεται μὲ σιωπὴ καὶ προσευχή.
Τό Μεσολόγγι ἀπό τό δικό του δυσθεώρητο ὓψος «κρατεῖ τόν ἣλιο τόν νιοβάπτιστο πού στάζει ἀπό τοῦ οὐρανοῦ τήν κολυμβήθρα».
Σεβασμιώτατε, ἅγιε Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας κ. Κοσμά, σᾶς μακαρίζομε γιατί εἶστε ποιμένας αὐτῆς τῆς ἁγιασμένης γῆς καί τῶν παιδιῶν της. Φέρετε στόν ὦμο σας βαριά πνευματική παρακαταθήκη, ἐπάξια, ὡς διάδοχος τῶν ἡρωϊκῶν Ἀρχιερέων πού πότισαν μέ τό αἷμα τους, ἐδῶ στό Μεσολόγγι τῆς λευτεριᾶς τό ἃγιο καί εὐσκιόφυλλο δένδρο.
 Ἀγαπητοί μου Μεσολογγίτες. Καλότυχοι καὶ εὐλογημένοι ποὺ εἶστε, γιατί γεννηθήκατε σ’ αὐτὸ τὸν τόπο καὶ ἔχετε προγόνους αὐτοὺς τοὺς μεγάλους ἥρωες καὶ τῆς λευτεριᾶς τούς μεγαλομάρτυρες. Ἀξιοζήλευτη ἡ κάθε ἡμέρα, ποὺ ζεῖτε, ἀφοῦ Σᾶς συνοδεύει ἡ πνοή τους καὶ ἡ ἁγιασμένη αὔρα τους.
 Ὃ, τι κάνετε περνάει ἀναγκαστικὰ ἀπὸ τὸ αἷμα τους, ἀφοῦ ὅπου νὰ σκάψῃς σ’ αὐτὴ τὴ γῆ ἀναβλύζει τῶν Ἐξοδιτῶν τὸ ἁγιασμένο αἷμα.
 Δὲν ὑπάρχει ὡραιότερο μέρος νὰ ἀνοίξῃ κανεὶς τὰ μάτια του στὸν ἥλιο καὶ νὰ ζήσῃ.
 Σ’ αὐτὸ τὸν τόπο ἤλθαμε καὶ μεῖς σήμερα, ταπεινοὶ προσκυνηταὶ γιὰ νὰ ἀναβαπτισθοῦμε πνευματικὰ καὶ νὰ εὐφρανθοῦμε ψυχικὰ, ἀκουμπώντας σ’ αὐτὸ τὸ χῶμα ποὺ εἶναι δικό σας καὶ δικό μας, στὸ χῶμα ποὺ δίδει ζωὴ στὶς ρίζες τῆς Πατρίδος μας.
 Φέραμε μαζὶ καί τὰ παιδιά μας ἀπὸ τὴν Πάτρα, νέες καὶ νέους μὲ φλόγα στὴν ψυχὴ γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ  τὴν Ἑλλάδα, προκειμένου  νὰ ζωντανέψουν μὲ τὸν δικό τους τρόπο τὴν θυσία στὸ κάστρο τοῦ Μεσολογγιοῦ, ποὺ παίρνει καὶ καρδιὰ καὶ νοῦ, ὅπως λέγει ὁ ποιητής.
Σεβασμιώτατε ἃγιε Ἀδελφέ, Μητροπολίτα Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας κ. Κοσμᾶ,
 Σᾶς εὐχαριστοῦμε γιὰ τὴν πρόσκληση, σᾶς εὐγνωμονοῦμε γιατί κρατᾶτε ἀναμμένο τὸ καντήλι στοὺς τάφους τῶν Ἐξοδιτῶν Μαρτύρων καὶ γιατί στὰ χέρια Σας βαστᾶτε τὴν λαμπάδα τῆς ἑλληνορθοδόξου λεβεντιᾶς καὶ παραδόσεως ἄσβεστη.
 Ἐπειδὴ εἴπαμε προηγουμένως, ὅτι ἡ θυσία τῶν Μεσολογγιτῶν βιώνεται μὲ σιωπὴ καὶ προσευχή, ἂς μᾶς ἐπιτρέψετε νὰ ἐκφράσωμε ἐν ἀγαλλιάσει τὴν ὁλόθυμη εὐχὴ καὶ ἰαχή. Νὰ ζῇ τὸ Μεσολόγγι!

Δεν υπάρχουν σχόλια: