Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Δ’ Σταυροφορία (1201-1204) Ιστορική Επιτομή - Σοφίας Καυκοπούλου

Δ’ Σταυροφορία (1201-1204)
Ιστορική Επιτομή
τής Σοφίας Καυκοπούλου


Στις 12 Απριλίου 1204, ο στρατός των Σταυροφόρων εισερχόταν στην Βασιλεύουσα όχι ως φίλος και αρωγός για την επανάκτηση των Αγίων Τόπων από τους μουσουλμάνους, αλλά ως οικτρός κατακτητής, που σκόπευε στην λεηλασία τής Πόλεως και την σύληση των θησαυρών της. Παρέκκλιση ή ανομολόγητος σκοπός των δυτικών στρατευμάτων, όπως λέει η καθηγήτρια -  βυζαντινολόγος Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ, η Δ’ Σταυροφορία, σίγουρα συνέβαλε τα μέγιστα στην κορύφωση τού μίσους μεταξύ Ανατολής και Δύσεως.
Με πρωτοβουλία τού πάπα Ιννοκεντίου Γ’, άρχισε στα 1201 η Δ’ Σταυροφορία. Η Γ’ Σταυροφορία (1189-1192), είχε αποτύχει να εκδιώξει από τούς Αγίους Τόπους τούς απίστους και να εγκαθιδρύσει μία χριστιανική εξουσία ισχυρή στην περιοχή. Το Λατινικό Βασίλειο τής Ιερουσαλήμ ήτο ασθενικό και χωρίς ιδιαίτερη εδαφική κυριαρχία.
Ο πάπας, στην πρωτοβουλία του αυτή, δεν βρήκε ένθερμους θιασώτες, αλλά τον επόμενο χρόνο (1202), κάποιοι Γάλλοι ευγενείς πείσθηκαν να συγκροτήσουν εκστρατευτικό σώμα με επί κεφαλής τον κόμη Τιμπώ τής Καμπανίας. Ωστόσο, ο Τιμπώ απεβίωσε στα 1203, ενώ την ηγετική θέση του ανέλαβε ο Ιταλός Βονιφάτιος Μομφερρατικός.
Από την Βενετία, ξεκίνησαν 33.500 άνδρες με 4.500 άλογα, όμως μη έχοντας συγκεντρώσει το ποσό που ζητούσαν οι Ενετοί για να τους προωθήσουν στην Αίγυπτο, ο δόγης Ερρίκος Δάνδολο, πονηρά σκεπτόμενος, ζήτησε από τούς Σταυροφόρους να επιτεθούν στην πόλη Ζάρα τής Δαλματίας, η οποία είχε αποσκιρτήσει από την Βενετία. Πληροφορούμενος την κατάσταση ο πάπας Ιννοκέντιος Γ’, απείλησε με αφορισμό τούς χριστιανούς που επρόκειτο να στραφούν εναντίον άλλων χριστιανών, όμως η επιστολή του κρατήθηκε μυστική από τούς στρατιώτες, για να μην κάνουν πίσω την τελευταία στιγμή. Η Ζάρα, εν τέλει, καταλήφθηκε και ο πάπας έθεσε σε εφαρμογή τον αφορισμό που είχε υποσχεθεί.
Ο αρχηγός τής Δ’ Σταυροφορίας, Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός, δεν έλαβε μέρος στην ανωτέρω επιχείρηση, προσπαθώντας μάλλον να διατηρήσει την εύνοια τού πάπα. Επισκέφθηκε αντ’ αυτού, τον εξάδελφό του Φίλιππο τής Σουαβίας, ο οποίος φιλοξενούσε την ίδια περίοδο έναν Βυζαντινό συγγενή του. Επρόκειτο για τον Αλέξιο Άγγελο, υιό τού ανατραπέντος αυτοκράτορος Ισαακίου Β’ Αγγέλου. Ο Αλέξιος Άγγελος, ζήτησε την βοήθεια τού Βονιφάτιου, με σκοπό να ανατρέψει την εξουσία τού θείου του, Αλεξίου Γ’ Αγγέλου, ο οποίος είχε αναρριθεί στον θρόνο και να επαναφέρει τον τυφλό πατέρα του, Ισαάκιο. Για να δώσει θέλγητρα στον Βονιφάτιο και να επιτύχει τον σκοπό του, ο Αλέξιος δεν δίστασε να προσφέρει την Αυτοκρατορία ως σφάγιο στους Σταυροφόρους, προκειμένου να αποκτήσει την εφήμερη προσωπική εξουσία και δόξα. Δεσμεύτηκε να καταβάλει ένα σημαντικό χρηματικό ποσό στα δυτικά στρατεύματα, να τούς παρέχει έμψυχο δυναμικό και να υποταχθεί η Εκκλησία τής Κωνσταντινούπολης στην Αγία Έδρα.
Όταν οι Σταυροφόροι έμαθαν τί αποφασίστηκε, κάποιοι επέλεξαν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους και κάποιοι άλλοι να συνεχίσουν. Οι Ενετοί συμφώνησαν αμέσως, διαβλέποντας την επικείμενη αύξηση τής επιρροής τους στην Ανατολή, υπερπηδώντας τις ανταγωνίστριες πόλεις, Γένουα και Πίζα. Συν τοις άλλοις, έτρεφαν εχθρική στάση απέναντι στους Βυζαντινούς, λόγω της σφαγής των συμπατριωτών τους, στις αντιλατινικές αναταραχές τού 1182, στην Πόλη. Εύκολος στόχος η Αυτοκρατορία, καθώς ήδη είχε φθάσει σε τέλμα λόγω τής αποτυχημένης πολιτικής των τελευταίων Κομνηνών και των Αγγέλων, αλλά και τής πόλωσης που είχε δημιουργηθεί.
Στις 23 Ιουνίου 1203, οι Σταυροφόροι έφθασαν έξω από τα τείχη τής Πόλεως, μένοντας έκθαμβοι από το κάλλος, το μέγεθος και την μεγαλοπρέπειά της, όπως αναφέρει και ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, μετέπειτα πρίγκηπας τής Αχαΐας, στο Χρονικό του. Ο Ισαάκιος Άγγελος αφέθηκε ελεύθερος και ο υιός του Αλέξιος Άγγελος ανέβηκε στον θρόνο ως Αλέξιος Δ’ Άγγελος. Τα ταμεία τού Κράτους ήσαν άδεια και για να πραγματοποιήσει τις υποσχέσεις του απέναντι στους Σταυροφόρους, διέταξε να καταστραφούν εικόνες και ιερά σκεύη για να παρθούν τα πολύτιμα μέταλλα. Ο λαός εξαγριώθηκε, ενώ ο Αλέξιος Δούκας Μούρτζουφλος, άδραξε την ευκαιρία να ανατρέψει τον Αλέξιο Δ’, να τον δολοφονήσει διά στραγγαλισμού και να στεφθεί ο ίδιος ως Αλέξιος Ε’.
Στις 8 Απριλίου 1204, οι Σταυροφόροι επιτέθηκαν κατά τού σφετεριστή Μούρτζουφλου, όμως εκείνος αντέταξε ισχυρό στρατό. Ο πάπας Ιννοκέντιος Γ’, για άλλη μια φορά ζήτησε να μην στραφεί χριστιανός εναντίον χριστιανού, όμως και πάλι η επιστολή του κρατήθηκε μυστική. Στις 12 Απριλίου, πραγματοποιήθηκε η τελευταία έφοδος. Ο Αλέξιος Ε’ Μούρτζουφλος είχε εγκαταλείψει την Πόλη και οι Σταυροφόροι κατακτητές, επιδόθηκαν σε τριήμερη λεηλασία, φρικαλεότητες και ιεροσυλίες, φθάνοντας σε σημείο να ανεβάσουν στον πατριαρχικό θρόνο μία …πόρνη(!), σύμφωνα με τον χρονικογράφο Νικήτα Χωνιάτη. Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν τον αποτροπιασμό τού πάπα.
Η εγκαθίδρυση τής Λατινικής Αυτοκρατορίας τής Κωνσταντινουπόλεως στα 1204, υπήρξε βραχύβια και έληξε στα 1261, όταν ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος από την Αυτοκρατορία τής Νικαίας, κατάφερε να ανακτήσει την Βασιλεύουσα. Η Δ’ Σταυροφορία, μόνον τυπικά φέρει την ονομασία αυτή, καθώς δεν έγινε καμμία επιχείρηση για απελευθέρωση των Αγίων Τόπων. Ουσιαστικά, εκτός από το κακό που προξένησαν οι Σταυροφόροι στην Πόλη, έδωσαν την χαριστική βολή και στις σχέσεις Ανατολής – Δύσεως. Έκτοτε, κανένας πάπας δεν ανέλαβε να ξεσηκώσει ή έστω να εμψυχώσει ανάλογη επιχείρηση, για ευνόητους λόγους. Θρησκευτικός φανατισμός, επιθυμία για κέρδος, εξουσιομανία, υλικά συμφέροντα, ένα κράμα όλων αυτών εξώθησε στα άκρα τούς Σταυροφόρους. Αλλά, δεν είναι αμέτοχοι ευθυνών οι Ενετοί, οι οποίοι υποκίνησαν την παρεκκλίνουσα πορεία των δυτικών στρατευμάτων, αλλά και οι Βυζαντινοί άρχοντες που έφεραν τον λύκο με προσωπείο αμνού, μέσα στην μητρόπολη τού τότε γνωστού κόσμου, βάζοντας πάνω από το κοινό καλό, το προσωπικό όφελος. Ο πρωταίτιος τής καταστροφής, δόγης Ερρίκος Δάνδολο, ακόμη και μετά θάνατον, γνώρισε το μίσος και την οργή, καθώς όταν η Κων/πολη επέστρεψε στους Έλληνες το 1261, τα οστά τού Δάνδολο που ήταν θαμμένος εκεί, παραδόθηκαν στην πυρά και η στάχτη πετάχτηκε στην θάλασσα.
Πολύ πρόσφατα, ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β' εξέφρασε τη λύπη του για τις φρικαλεότητες των Σταυροφόρων, οι οποίοι «εστράφησαν εναντίον των εν Χριστώ αδελφών», όπως ανέφερε το 2001 σε επιστολή του προς τον επί κεφαλής τής ελλαδικής Εκκλησίας, αρχιεπίσκοπο κυρό Χριστόδουλο. Ανάλογη ήταν και η συγγνώμη του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α', κατά τη συνάντησή τους στο Βατικανό το 2004. Η αγριότητα των Δυτικών, έμεινε μνημειώδης, καθώς εξαπέλυσαν σφαγή απέναντι σε αόπλους, γέροντες, παιδιά, βίασαν γυναίκες και κορίτσια, ακόμη και μοναχές, πυρπόλησαν και λεηλάτησαν εκκλησίες και μεγάλο μέρος τής Πόλεως, με αποτέλεσμα η Δ’ Σταυροφορία να αποτελεί μία μελανή σελίδα τής ανθρώπινης Ιστορίας, που ακόμη και σήμερα αμαυρώνει την εικόνα τής Καθολικής Εκκλησίας, ειδικά στην Ανατολή, εξανεμίζοντας το ιπποτικό ιδεώδες των πρώτων Σταυροφοριών και κάθε αγαθό σκοπό που ενδεχομένως υπήρχε.
«Η λεηλασία της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους δεν έχει το αντίστοιχό της στην Ιστορία»
(
sir Steven Runciman)

Δεν υπάρχουν σχόλια: