Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΜΙΑ ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΤΟΥ ’21 - ΔΗΜ. Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΙΑ ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΤΟΥ ’21

Η ἑορταζόμενη ἑκάστοτε ἐπέτειος τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ ’21 παρέχει, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, τὴν εὐκαιρίαν καὶ κομίζει τὴν ἀφορμὴν νὰ ἀνασυνθέτωμεν εἰς τὴν σκέψιν μας τὸ ἦθος, τὸ πνεῦμα καὶ τὴν δρᾶσιν τῶν τιμίων καὶ εὐγενικῶν ἀγωνιστῶν τοῦ μεγάλου ἀπελευθερωτικοῦ ἀγῶνος τοῦ Ἔθνους μας. Καὶ ἂν τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον διὰ κάθε περίοδον, καθίσταται ἐπάναγκες διὰ τὴν δυσχερῆ σημερινὴν συγκυρίαν τῆς κρίσεως καὶ τῆς δοκιμασίας τῆς πατρίδος μας. Δοκιμάζονται τὰ πάντα εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Ἡ μακραίωνη ἱστορία ἀγνοεῖται ἢ καὶ παραποιεῖται, ἡ Παιδεία μας, ὁ Πολιτισμός μας, ἡ Παράδοσίς μας, ἡ Γλῶσσά μας, ἡ Ὀρθοδοξία μας ὑφίστανται ἀσυνήθη ταλαιπωρίαν. Καὶ αὐτὸ τὸ ’21 δὲν ἠχεῖ εἰς τὰ ὦτά μας ὡς ἀγών, ὡς θυσία, ὡς ἠθικὴ δύναμις, ὡς ὑπέροχον κατόρθωμα τῶν προγόνων μας, ποὺ μᾶς ἐξασφάλισαν τὴν Ἐλευθερίαν, ἀπεναντίας ἔχει παραδοθῆ εἰς τὴν παράνοιαν κάποιων ἰθυνόντων, ὡς μὴ ὤφειλεν.
Ὅμως –καὶ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦν οἱ νέοι μας– αὐτὸ τὸ ὀλιγάνθρωπον ἔθνος μας κατὰ τὴν κινδυνώδη καὶ μακρὰν πο- ρείαν του ἔχει νὰ παρουσιάσῃ μορφὰς καὶ ἔνδοξα ἀναστήματα, ποὺ συνωστίζονται θαρρεῖς μέσα εἰς τὸν στενὸν χῶρον ὅπου δροῦν καὶ μεγαλουργοῦν. Τὸ ’21, ἐπικὸν ἄθλημα μοναδικὸν εἰς τὴν διεθνῆ ἱστορίαν, θαυμασίως ἐπιβεβαι- ώνει τὴν παράδοσιν αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἡ ἀνείπωτη ἱστορικὴ κακοτυχία καὶ ταλαιπωρία τοῦ Ἔθνους καὶ κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας καὶ κατὰ τὴν ὥραν τῆς Παλιγγενεσίας ἐξέθρεψαν ἄνδρας ἐξαιρέτους, ἂν ὄχι μεγάλης παιδείας –καὶ τοῦτο δὲν εἶναι σπάνιον–, πολλῆς ὅμως καὶ θαυμαστῆς πρακτικότητος, ἰσχυροῦ νοῦ καὶ γενναίας ψυχῆς. Εἰς τὴν χορείαν τῶν ἀνδρῶν αὐτῶν ἀνήκει ὁ γενναῖος, ἁπλοῦς καὶ τίμιος ἀγωνιστὴς Ἰωάννης

Παπαδιαμαντόπουλος. Ὁ Ἰωάννης Παπαδιαμαντόπουλος εἶναι εὐγενὲς τέκνον τοῦ κλεινοῦ ἄστεως τῶν Πατρέων (στὴν ἄνω πόλη στέκει προτομὴ του, τῆς ὁποίας τὰ ἀποκαλυπτήρια ἔγιναν τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1971 σὲ σεμνὴν τελετὴν μὲ ὁμιλητὴν τὸν συγγραφέα τοῦ παρόντος κειμένου), ἀλλὰ καὶ τῆς ἱερᾶς πόλεως τοῦ Μεσολογγίου, ὅπου ἔπεσε μαχόμενος κατὰ τὴν περίπυστον ἔξοδον τῶν «Ἐλευθέρων Πολιορκημένων» τὴν 11ην Ἀπριλίου 1826. Ἐγεννήθη εἰς τὴν Κόρινθον τὸ 1764, ἕλκων τὴν καταγωγήν του ἐκ τῆς εὐάν- δρου Ἠπείρου. Ὁ ἱστορικὸς καθηγητὴς Ἀπ. Βακαλόπουλος καὶ ὁ ἀείμνηστος Κ. Τριανταφύλλου μᾶς λέγουν ὅτι ὁ Ἰωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, μαζὶ μὲ τὸν Ἀθαν. Κανακάρην καὶ τὸν Μητροπολίτην Γερμανόν, εἶναι ἡ εὐγενεστέρα Πατρινὴ μορφὴ τοῦ 1821 (Ἀπ. Βακαλόπουλος, Ἱστορία Ν. Ἑλληνισμοῦ, τόμ. Ε΄, σελ. 310, καὶ Κ. Τριανταφύλλου, Ἱστορ. Λεξικὸν τῶν Πατρῶν, Πάτραι 1995, σελ. 1568). Ὁ πατέρας τοῦ ὠνομάζετο Γεώργιος καὶ εἶχε ἐγκατασταθῆ εἰς Κόρινθον, ὅπου ἀπέκτησε ἕνα υἱόν, τὸν Ἰωάννην. Παιδιόθεν, ὁ Ἰωάννης ἔμεινε ὀρφανὸς καὶ ἀπὸ τοὺς δύο γονεῖς, καὶ ἠναγκάσθη νὰ ἐγκατασταθῆ εἰς τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν πλησίον τοῦ θείου του Ἀναστασίου. Ἐκεῖ, ὅπως παραδίδουν οἱ βιογράφοι του, ἀνε- τράφη ἐν ἐπιμελείᾳ καὶ ἐν εὐσεβείᾳ, καίτοι ἀπορφανισθείς. Ἰδοὺ τί ἀναφέρει ὁ Ἀναστ. Γούδας: «Οὗτος ἐν τρυφερᾷ ἡλικίᾳ ἀπορφανισθεὶς πατρός τε καὶ μητρός, ἀνετράφη ἐν εὐσε- βείᾳ ὑπὸ τῆς ἀδελφῆς αὐτοῦ Ἀνθῆς. Ἐδιδάχθη δὲ καὶ γράμματά τινα εἰς τὰ κοινὰ λεγόμενα σχολεῖα, τότε. Μόλις δὲ ἡλικιωθείς, τὸ μὲν πρῶτον ἐφρόντισε πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἀδελφῆς, εἰς ἥν, χάριν εὐγνωμοσύνης, ἐδωρήσατο καὶ σύμπασαν τήν τε πατρικὴν καὶ μητρικὴν αὐτοῦ περιουσίαν. Μετὰ δὲ ταῦτα ἀμέσως ἀπεδήμησεν εἰς Πάτρας παρὰ τῷ ἐμπορευομένῳ θείῳ του Ἀναστασίῳ, παρ’ ᾧ ἐμαθήτευσεν ἐπὶ πενταετίαν. Ἐγκρατὴς δὲ γενόμενος τῶν ἀναγκαίων τότε ἐμπορικῶν γνώσεων, συνέστησε ἴδιον ἐμπορικὸν κατάστημα καὶ μετ’ οὐ πολύ, διὰ τῆς ἐξιδιασμένης αὐτοῦ ἱκανότητος καὶ ἐπιμελείας, ἐπεσκίασεν οὐ μόνον τὸν θεῖόν του, ἀλλὰ καὶ ἅπαντας τοὺς ἐν Πάτραις ἐμπόρους» (Ἀ. Γούδας, Παράλληλοι βίοι, τόμ. Ε΄, 1878, σελ. 330). Ἂν ὁ κερδῷος Ἑρμῆς τοῦ προσεπόρισε πλοῦτον, περιουσίαν, εὐμάρειαν, κῦρος καὶ ἰσχύν, ἡ πατριωτική του συνείδησις, ἡ δυνατὴ συναίσθησις τοῦ μεγάλου χρέους του πρὸς τὴν σκλαβωμένην στοὺς Τούρκους πατρίδα του ὑπερενίκησε τὸν φιλέμπορον ἐκ φύσεως χαρακτῆρά του καὶ ἀπεμάκρυνε τὸν πειρασμὸν τῆς φιλοχρηματίας του. Καὶ τοῦτο, διότι ὁ Παπαδιαμαντόπουλος ἐδημιούργησε διὰ τῆς φιλεργίας του καὶ τῆς ἀκαταπονήτου ἐργασίας του ἐμπορικὸν καὶ τραπεζικὸν οἶκον, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀναπληρώνῃ μὲ τὴν οἰκονομικήν του ἱκανότητα τὰ ὑπάρ- χοντα τραπεζιτικὰ καταστήματα κατὰ τὴν ἐποχήν του. «Ὑπῆρξε πρότυπον μεγαλοδωρίας. Διὰ τοῦ πλούτου καὶ τῆς εὐγενοῦς αὐτοῦ συμπεριφορᾶς καὶ μεγαλοδωρίας», γράφει ὁ Ἀ. Γούδας, «κατώρθωσε νὰ ἀπολαύῃ τοιαύτης ἀγαθῆς ὑπολήψεως παρὰ τοῖς Ὀθωμανοῖς, ὥστε διὰ τῆς μεσολαβήσεως αὐτοῦ ἐξωμαλύνοντο μὲν αἱ μεταξὺ Ὀθωμανῶν καὶ πάντων τῶν ἐν Πάτραις ἐμπόρων καὶ προεστώτων ὑφιστάμεναι δοσοληψίαι καὶ διενέξεις, ἠλαττοῦντο δὲ οἱ φόροι οἱ βαρύνοντες τὰς κατωτέρας τάξεις ἀναδεχομένου αὐτοῦ νὰ καταβάλλῃ διπλασίους φόρους καὶ προτρέποντος εἰς τοῦτο διὰ τοῦ παραδείγματος τοιαύτης μεγαλοδωρίας καὶ ἄλλους εὐκαταστάτους συμπολίτας αὐτοῦ. Οὕτω δὲ δὲν ἐβράδυνε γνωστὸς μὲν νὰ γίνῃ ἐν πλείσταις πόλεσι τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Εὐρώπης διὰ τὰς μεγάλας ἐμπορικὰς ἐπιχειρήσεις αὐτοῦ, νὰ ἀναδειχθῇ δὲ εἷς τῶν σπουδαιοτέρων καὶ διακεκριμένων ἀνδρῶν τῆς Πελοποννήσου» (Ἀναστ. Γούδας, Βίοι παράλληλοι, τόμ. Ε΄, 1880, σελ. 331). Ὅπως πάλιν μᾶς πληροφορεῖ ὁ Ἀ. Γούδας, ὁ Παπαδιαμαντόπουλος, μέσα εἰς τὸ ἐμπορικὸν μέγαρόν του διατηροῦσε μονίμως 12 ὑπαλλήλους, καὶ ὁ καθεὶς εἶχε ἰδιαίτερον δωμάτιον, ἐπίσης διέθετε 5 ἵππους καὶ 5 καλοὺς ἡμιόνους. Διατηροῦσε κῆπον διὰ μεγάλης δαπάνης, ποὺ τοῦ παρεῖχε τὰ καλύτερα καὶ σπανιώτερα τῶν ἀνθέων καὶ τῶν δένδρων. Τὸ σπίτι του εὑρίσκετο πρὸ τοῦ τότε Μητροπολιτικοῦ ναοῦ Ἁγίου Δημητρίου καὶ ἔφθανε μέχρι τῆς ὁμωνύμου μετὰ ταῦτα πλατείας (Ὁμονοίας, ἐνορία τότε Ἁγ. Τριάδος καὶ ἀκόμη Ὁδηγητρίας) (Κ. Τριανταφύλλου, Ἱστορ. Λεξικὸν τῶν Πατρῶν, 1995, σελ. 1569). Πρὸ τοῦ ἀγῶνος εἶχε 30 ἐργαστήρια ἰδιόκτητα, 5 λαμπρὰ οἰκήματα, δύο οἰνο- πωλεῖα, δύο ἐλαιοτριβεῖα καὶ τὸ ἥμισυ Σαραβάλι. Ἀναφέρεται ὅτι «ὁ Παπαδιαμαντόπουλος δὲν ἐγεννήθη, φαίνεται, ἵνα φειδωλεύηται εἰς τὰς δαπάνας, ἀλλ’ ἵνα θησαυρίζῃ ἐντίμως καὶ ἵνα δαπανᾷ μεγαλοπρεπῶς» (Ἀ. Γούδας, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 333). Τὸ ὅλον κῦρός του ἐχρησιμοποιοῦσε πρὸς ἀνακούφισιν πασχόντων καὶ ἀναξιοπαθούντων, ἰδικῶν μας καὶ ξένων. Ἀκόμη καὶ Τοῦρκοι κατέφευγον πρὸς αὐτόν. Μάλιστα, ὅπως ἀναφέρει ὁ Κ. Τριανταφύλλου, τὸν χειμῶνα τοῦ 1816 Τοῦρκος ἀγᾶς ἐκ Κωνσταντινουπόλεως καταδιωκόμενος κατέφυγε εἰς τὸ σπίτι του καὶ ἐπὶ μῆνες εἰς τὸ ὑπερῶον τῆς οἰκίας του. Ὁ Τοῦρκος αὐτός, χωρὶς νὰ δώσῃ ὄνομα, ἔφυγε διὰ Κωνσταντινούπολιν καὶ ἐπέστρεψε τὸ ἔτος 1919 εἰς Πάτρας ὡς βοεβόδας Πατρῶν «ὁ Μουσταφάμπεης Ἰμβραὴμ Πασᾶς Ζάδες» (Κ. Τριανταφύλλου, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 1571). Τὸ ἐμπορικόν του δαιμόνιον καὶ οἱ ἐμπορικές του ἐπιχειρήσεις ἐξετείνοντο μέχρι τῶν ἐμπορικωτέρων ἐπιχειρήσεων τοῦ κόσμου εἰς Κωνσταντινούπολιν, Ἄμστερνταμ, Λονδῖνον, Μασσαλίαν, Τεργέστην, Λιβόρνον, Ἀγκῶνα, Σμύρνην, Κέρκυραν, Ἀλεξάνδρειαν κ.λπ. Ἐπραγματοποίησε ταξίδια εἰς τὸ Λονδῖνον, Μασσαλίαν, Λιβόρνον, Ζάκυνθον καὶ Κέρκυραν. Κεκτημένος τοιαύτην περιουσίαν, πλοῦτον καὶ εὐμάρειαν, ἔτεινε «εὐήκοον οὖς» εἰς τὴν Πατρίδα καὶ τὴν σχεδιαζομένην ἐπανάστασιν. Χωρὶς δισταγμὸν ἀπεφάσισε νὰ θυσιάσῃ τὰ πάντα καὶ νὰ γίνῃ «ἐθνικὸς συνωμότης». Κατὰ τὸν Φιλήμονα, κατηχήθη ἀπὸ τὸ 1819 εἰς τὴν Φιλικὴν Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία Ἀπὸ τῆς μυήσεώς του εἰς τὴν Φιλικὴν Ἑταιρείαν, ὁ Ἰωάννης Παπαδιαμαντόπουλος ἔθεσε τὸν ἑαυτόν του εἰς τὴν διακονίαν τῆς πατρίδος του. Δὲν ἀνῆκε εἰς τὸν ἑαυτόν του οὔτε εἰς τὸ προσφιλές του ἐμπόριον, καθὼς μήτε εἰς τὴν οἰκογένειαν, τὴν τόσον ἀγαπητήν συγκαταριθμεῖ τὸν Παπαδιαμαντόπουλον ὡς ἐπίλεκτον στέλεχός της, ἐφ’ ὅσον ἔγινε ταμίας καὶ ἔφορος αὐτῆς. Ἀπὸ τῆς μυήσεώς του εἰς τὴν Φιλικὴν Ἑταιρείαν, ὁ Ἰωάννης Παπαδιαμαντόπουλος ἔθεσε τὸν ἑαυτόν του εἰς τὴν διακονίαν τῆς πατρίδος του. Δὲν ἀνῆκε εἰς τὸν ἑαυτόν του οὔτε εἰς τὸ προσφιλές του ἐμπόριον, καθὼς μήτε εἰς τὴν οἰκο- γένειαν, τὴν τόσον ἀγαπητήν. «Κατέστη Ἐπαναστάτης κατὰ τῆς κακοδιοικήσεως τῆς πατρίδος του καὶ ἀφιέρωσε ἑαυτόν», γράφει ὁ Ἀ. Γούδας, «ψυχῇ τε καὶ σώματι εἰς τὰ συμφέροντα ταύτης, ἥτις καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἡμετέρους προγόνους ἐθεωρεῖτο ὑπερτέρα τε καὶ ἱερωτέρα παντὸς ἑτέρου ἐν τῷ ἀνθρωπίνῳ τούτῳ κόσμῳ ἀγαθοῦ. Ἓν μόνον καὶ τότε διετήρησεν ἀπαραμείωτον ὁ Παπαδιαμαντόπουλος, τὴν εἰς τὰ θεῖα εὐσέβειαν» (Ἀ. Γούδας, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 337). Μάλιστα, καθ’ ὅλον του τὸν βίον ἐκτελοῦσε τὰ θρησκευτικά του καθήκοντα, καὶ τὴν ἀγάπην αὐτὴν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ἐνέπνεε καὶ πρὸς τὴν οἰκογένειάν του. Συμμετέσχε εἰς τὴν προεπαναστατικὴν σύσκεψιν τοῦ Ἰανουαρίου 1821 εἰς τὴν Βοστίτσα (Αἴγιον). Εἰς τὸ μεταξύ, ἀπέστειλε εἰς τὸ Λιβόρνον τοὺς τρεῖς μικροὺς υἱούς του καὶ ἄλλα Πατρινόπουλα. Ἀπὸ τὸ σπίτι του ἐξεκίνησε κατὰ τὶς 21 Μαρτίου 1821 ὁ ξεσηκωμὸς τῶν Πατρινῶν καὶ ἐκεῖ διεξήχθη ἡ πρώτη πεισμώδης μάχη τοῦ ἀγῶνος, ὅταν οἱ Τοῦρκοι ἐπεχείρησαν νὰ τὸ καταλάβουν ἀνεπιτυχῶς. Αὐθημερὸν προσφέρει 2000 γρόσια εἰς τοὺς ὁπλαρχηγοὺς Νενέκον καὶ Σαγιᾶν πρὸς συγκρότησιν στρατιωτικῶν σωμάτων. Ἀπῆλθε ἀκολούθως εἰς Ὀμπλὸν καὶ πρῶτος ἐπανῆλθε τὴν ἑπομένην ἐπικεφαλῆς στρατιωτῶν. Ὑπέγραψε τὴν Ἐπαναστατικὴν προκήρυξιν ποὺ ἐπεδόθη εἰς τοὺς προξένους. Καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐπῆγε εἰς Ζάκυνθον καὶ Ἰθάκην καὶ κατόπιν εἰς Σπέτσας, προκειμένου νὰ ζητήσῃ βοήθειαν ναυτικήν. Ἐταξίδευσεν εἰς Ἰταλίαν (Ἀγκῶνα), ἀπὸ ὅπου παρώτρυνε ὅλους τοὺς Ἕλληνας τῆς Εὐρώπης νὰ ἐπικουρήσουν τὸν Ἀγῶνα. Ἡ δρᾶσίς του εἶναι πλουσία καὶ γόνιμος καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς Ἐπαναστάσεως. Μὲ τὴν κολοσιαίαν περιουσίαν του ἐνισχύει καὶ βοηθεῖ τοὺς πάσχοντας ἀγωνιζομένους ὑπὲρ πατρίδος συνανθρώπους του. Ἡ προσπάθειά του καὶ ἡ ἐγκαρτέρησίς του συνήντησαν καὶ προ- εκάλεσαν ὅλην τὴν προθυμίαν καὶ εὗρε βαθεῖαν ἀπήχησιν. Ἐπέτυχε καὶ μετέφερε πολύτιμα ἐφόδια διὰ τὸν ἀγῶνα. Τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1821 εὑρίσκεται εἰς τὰ Καλάβρυτα καὶ τὸν Δεκέμβριον τοῦ ἰδίου ἔτους εἰς Ἐπίδαυρον. Μετέσχεν ὡς μέλος τῆς Α΄ Ἐθνοσυνελεύσεως ἐν Ἐπιδαύρῳ. Τὸν Μάρτιον τοῦ 1822 διωρίσθη ὡς γενικὸς φροντιστὴς τῶν ἐπαναστα- τικῶν σωμάτων ποὺ ἐπολιορκοῦσαν τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν. Τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1822 εὑρίσκεται εἰς Ναύπλιον πρὸς παραλαβὴν τοῦ φρουρίου του. Ἡ κυβέρνησις τοῦ Ἐπαναστατημένου Ἔθνους ἐπανειλημμένως τοῦ ἀναθέτει διάφορα ἐμπιστευτικὰ καθήκοντα καὶ ἀποστολάς. Ἐξ ἄλλου, ὅπως ἀναφέρεται, καπεταναῖοι, δημογέροντες καὶ λοιποὶ κάτοικοι τῆς πόλεως καὶ χωρίων Πατρῶν (30 ὑπογραφαί) τὴν 26-5-1823 τὸν ἐκλέγουν παραστάτην τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν (βουλευτήν) «ἄνδρα τίμιον, εὐσυνείδητον, νουνεχῆ, ἔχοντα πατριωτισμὸν καὶ ἄλλα προτερήματα φυσικὰ καὶ ἐπίκτητα» (Κ. Τριανταφύλλου, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 1623). Τὸν Ἰούνιον τοῦ 1824 ἡ Κυβέρνησις ἀναθέτει εἰς τὸν Ἰωάννην Παπαδιαμαντόπουλον μαζὶ μὲ τὸν Μπεν. Ροῦφον νὰ εἰρηνεύσῃ τὴν ἐπαρχίαν τῶν Πατρῶν, καὶ τὸ Βουλευτικὸν 17-5-1824 γράφει πρὸς αὐτόν: «Ἐκ μέρους τοῦ Ἔθνους σᾶς εὐχαριστεῖ διὰ τοὺς μεγάλους πόνους ὅπου ἀγογγύστως ὑπεφέρατε ἐξ ἀρχῆς τοῦ ἱεροῦ τούτου ἀγῶνος». Τὸν Μάρτιον τοῦ 1825 ὁρίζεται μέλος ἐπιτροπῆς Δ/νσεως Δυτ. Ἑλλάδος μετὰ τοῦ στρατηγοῦ Δ. Θέμελη. Ἀπὸ τοῦ Ἀπρι- λίου τοῦ ἰδίου χρόνου μαζὶ μὲ τὸν Θέμελη εὑρίσκεται εἰς τὸ πολιορκούμενον Μεσολόγγιον. Ἐκεῖ συμμερίζεται δοκιμασίας καὶ κακουχίας τῆς φρουρᾶς καὶ τῶν ἀμάχων. Κατώρθωσε δὲ νὰ πλεύσῃ διὰ μέσου τοῦ Ὀθωμανικοῦ στόλου καὶ νὰ φθάσῃ ἐν συνεχείᾳ εἰς Ζάκυνθον πρὸς ἐξεύρεσιν τροφίμων διὰ τοὺς δεινῶς πολιορκουμένους τοῦ Μεσολογγίου. Ὁ Παπαδιαμαντόπουλος, ἐνῷ εὑρίσκετο ἀκόμη εἰς Ζάκυνθον, δέχεται πιέσεις ἐκ μέρους φίλων του νὰ μὴν ἐπιστρέψῃ εἰς Μεσολόγγιον, καθ’ ὅσον διέτρεχε ἄμεσον κίνδυνον ἡ ζωή του. Ἠρνήθη ὅμως νὰ παραμείνῃ εἰς Ζάκυνθον, ὅπου διὰ τελευταίαν φορὰν εἶδε τὴν οἰκογένειάν του. Ὁ ἴδιος ἀπαντοῦσε εἰς τοὺς πιεστικῶς παροτρύνοντας: «Ἡ θέσις μου εἶναι εἰς τὸ Μεσολόγγιον». Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ᾐσθάνετο πρὸς τὴν πατρίδα τὸ χρέος του. Εἰς μίαν μάλιστα ἐπιστολὴν πρὸς τοὺς Ζακυνθίους μὲ ζωηρὰ χρώματα διεκτραγῳδεῖ τὴν δεινὴν θέσιν τῶν ὑπερασπιστῶν τοῦ Μεσολογγίου. Κατὰ τὸν χειμῶνα τοῦ 1825-26, ὁ Παπαδιαμαντόπουλος μένει μόνος ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ Μεσολόγγιον. «Εἰς τὸ γραφεῖόν του βόμβα ἐχθρική», γράφει ὁ Κ. Τριανταφύλλου, «ἐφόνευσε τὸν ἐπισκεφθέντα αὐτὸν πλοίαρχον Δενδραμήν, ἐνῷ αὐτὸς οὐδὲν ἔπαθεν». Ἐτήρησεν εὐσυνειδήτως τοὺς λογαριασμοὺς τῆς διαχειρίσεως, οἱ ὁποῖοι ἐσώθησαν ἐν ἀντιγράφῳ. Ἐκ τοῦ ἀρχείου του πολλὰ ἐδημοσίευσαν οἱ βιογράφοι του. Τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1825 ἔγραφεν εἰς τὸν υἱόν του Παναγιώτην ἐκ Μεσολογγίου: «Σοῦ ἐπεύχομαι σοφίαν καὶ πραότητα... ἄμποτες νὰ ζήσῃς ὡς ἔζησε καὶ ὁ πατήρ σου καὶ ὡς τὸν κόσμον τοῦτον ἐγύρισε τὴν σφαῖράν του μὲ τὴν ταπεινωσύνην του καὶ μὲ τὴν ἐπιμέλειαν ἔφθασε νὰ ζῇ εὐχαρίστως, ὡς σὺ τὸν εἶδες... Στάσου εὐλαβὴς εἰς τὴν θρησκείαν, ἔχε φόβον τοῦ Ὑψίστου, πρόσεχε τὴν ἐντροπὴν τῶν ἀνθρώπων διὰ νὰ μὴ κατηγορεῖσαι, ἀγάπα τὰς καλὰς συναναστροφὰς διὰ νὰ κερδήσῃς τὰ καλὰ ἤθη» (Κ. Τριανταφύλλου, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 1574). Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς παραμονῆς του εἰς Μεσολόγγιον ἀναφέρεται ὅτι ὑπέβαλλε τὸν ἑαυτόν του εἰς ἑκούσιαν κακουχίαν. Καὶ αὐτό, διότι ὁ ἴδιος ἔβλεπε τοὺς πολιορκουμένους νὰ περιφέρωνται γυμνοὶ καὶ ἀνυπόδητοι μέσα εἰς τὸ δριμὺ ψῦχος τοῦ χειμῶνος. Τὰ δὲ κατεσχισμένα φορέματα δὲν τὰ ἔβλεπε κανεὶς τρυπημένα ἀπὸ ἐχθρικὰ βόλια καὶ σημαδεμένα ἀπὸ μαρτυρικὰ αἵματα. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰω. Παπαδιαμαντόπουλος δὲν παραπονεῖται, ἀλλὰ ἐξαίρει τὴν ὁμόνοιαν τῶν πολεμούντων, «ἡ ὁποία κάμνει τὴν φρουρὰν δυνατωτέραν». «Ἀλλὰ καὶ πικρίας οὐκ ὀλίγας ἐγεύθη ὁ Παπαδιαμαντόπουλος, ἐνοχλούμενος ἀκαταπαύστως ὑπὸ τῆς ἡρωικῆς μὲν καὶ ἀρειμανίου, ἀλλὰ καὶ ἐξηγριωμένης ἐκ τῆς πείνης καὶ ἐξ ἄλλων πολλῶν ἀπεριγράπτων στερήσεων φρουρᾶς» (Δ. Γούδας, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 374). Εἰς ἐπιστολήν του (24 Ἰουλίου 1825) ἀπὸ τὸ Βασιλάδι Μεσολογγίου πρὸς τήν «φιλτάτην συμβίαν του σὺν τοῖς φιλτάτοις του» γράφει διὰ μακρῶν τὰ τῆς πολιορκίας τοῦ Μεσολογγίου, ὅπου μεταξὺ ἄλλων περιλαμβάνει: «Ὁ Θεὸς μεθ’ ἡμῶν· ἡ ἀπελπισία μας δὲν ἦτο ἀπὸ ἄλλο, εἰ μὴ μόνον διὰ τὴν διόλου ἔλλειψιν μπαρούτης· ἐκαταντήσαμε τώρα εἰς τὸ ὕστερον ἄλλην μπαρούτην νὰ μὴν ἔχωμεν εἰ μὴ μόνον τὰ ντουφέκια γεμᾶτα καὶ τὰ κανόνια· καὶ εὑρέθημεν ὅλοι, μικροί τε καὶ μεγάλοι, πολιτικοί τε καὶ στρατιωτικοί, ἅμα ὅπου ἤθελε μᾶς κάμει καὶ τὸ τέταρτον ρεσάλτο ὁ ἐχθρός, ν’ ἀδειάσωμεν κατ’ ἐπάνω του τὰ ντουφέκια καὶ τὰ κανόνια, καὶ νὰ πετσοκοπῶμεν μὲ 64 τὰ μαχαίρια, καὶ νὰ ἀποθάνωμεν ὃλοι μας ἐνδόξως, καὶ ὄχι νὰ ζῶμεν ζωὴν ἄτιμον καὶ βδελυράν, καὶ νὰ σώσωμεν τὸ Μεσολόγγι, ὅπου εἶναι τὸ προπύργιον καὶ ἡ ἐλπὶς ὅλης τῆς Ἑλλάδος». Καὶ ἐξιστορῶν τὰ τῆς πολιορκίας καὶ τῶν ἐχθρῶν τὶς ἐπιθέσεις συνιστᾷ: «... σταθῆτε μὲ μεγαλοψυχίαν καὶ γενναιότητα καὶ τώρα ὅπου ἔχομεν μπαρούτι, ἐλπίζομεν εἰς τὸν Θεὸν νὰ χαλάσωμεν τὸν ἐχθρόν· ἀλλὰ καὶ ἂν ἀποθάνωμεν, ἀποθαίνομεν ἐνδόξως ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος. Ταῦτα καὶ ξαναστιάζομαί σας, μένω ὁ ἀγαπητός σας σύζυγος. Ἰωάν. Παπαδιαμαντόπουλος». Μόλις εἰς ἡλικίαν 62 ἐτῶν, πάσχων ἐκ ρευματισμῶν, μὲ πολλὴν θλῖψιν καὶ ἀγωνίαν γράφει πρὸς τὸν Λάζαρον Κουντουριώτην μεταξὺ ἄλλων: «... Διό, καλὲ Πατριῶτα, δι’ ἀγάπην Θεοῦ καὶ Πατρίδος ἐνέργησον δραστηρίως, διὰ νὰ μᾶς προφθάσῃ ὁ Ἑλληνικὸς στόλος ὅσον τάχος, διὰ νὰ γλιτώσῃ τὸ προπύργιον τοῦτο τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ μὴν πᾶν’ εἰς μάτην τῶν ὀκτὼ μηνῶν οἱ ἀγῶνές μας, οἱ θυσίες τόσων αἱμάτων». Τέλος, προσέφερε ὄχι μόνον τὴν τεραστίαν περιουσίαν του εἰς τὸν ἀγῶνα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδίαν του ζωὴν ἠνάλωσε «ὡς ἐθνικὸν λύτρον ἀντὶ πολλῶν». Ἐχάθη κατὰ τὴν Ἔξοδον. Γάλλος ἀξιωματικὸς τοῦ Ἰμβραὴμ ἐβεβαίωσε ὅτι ἔπεσε αἰχμά- λωτος εἰς τοὺς Τουρκοαιγυπτίους καὶ ἀπεκεφαλίσθη. Ὡστόσον, τὸ ὄνομά του ἐχαράχθη ἀνεξετιλήτως εἰς τὴν δέλτον τῆς δοξασμένης Ἱστορίας ἐν μέσῳ ἐπωνύμων καὶ ἀνωνύμων πολυπληθῶν μαρτύρων καὶ ἡρώων. Ὁ Γιάννης Βλαχογιάννης ἐξαίρει τὴν προσωπικότητά του καὶ παραθέτει δημοτικὸ τραγούδι: «Σύρε πουλί μ’ στὴ Ρούμελη, σύρε στὸ Μεσολόγγι, νὰ πῇς στὸ Διαμαντόπουλο καὶ Κίτσο τὸν Τζαβέλλα μεντάτι νὰ μὴν καρτεροῦν... Μπραῒμ πασᾶς ξεστράτευσε μὲ δεκαοκτὼ χιλιάδες. Στὴν Πάτρα μπαρκαρίστηκε, στὸ Κρυονέρι βγαίνει». (Βλαχογιάννης, Ἱστορικὴ Ἀνθολογία 161, Προπύλαια, Ἀθ. Α΄ 135). Μὲ ἔγγραφον ποὺ ὑπογράφουν ἐν Ἀθήναις τὴν 13 Ἰανουαρίου 1844 Κίντζος Τζαβέλας, Ἀνδρέας Ἴσκος, Χρῆστος Ἀνδρέου, Χρ. Φωτομάρας, Μ. Δεληγεώργης καὶ Κων/νος Βέρης, βεβαιώνουν διὰ τὰς πολλὰς θυσίας, οἰκονομικὰς καὶ ἄλλας, τοῦ ἥρωος Παπαδιαμαντόπουλου καὶ παρατηροῦν ἐναργῶς μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς πιστοποιοῦντες: Aὐτὸς ὁ ὁποῖος καίτοι πτωχὸς ἐσταδιοδρόμησε σχηματίσας μεγίστην περιουσίαν καὶ πλοῦτον, αὐτὸς ποὺ ἐκινεῖτο ἐν Πάτραις μὲ πλήρη οἰκονομικὴν εὐρωστίαν μεταξὺ Τούρκων καὶ Ἑλλήνων, ἔπεσεν ὡς ἁπλοῦς μαχητής. Ἐπανειλημμένως ἐπροκινδύνευσε καθοδηγούμενος ἀπὸ τὸ ἱερὸν χρέος τῶν ἐλευθέρων πολιορκημένων καὶ ἐξεμέτρησε τὸ ζῆν εἰς τὸν ἱερὸν τόπον. Ὁ παντοιοτρόπως βοηθῶν τὸ πολιορκούμενον Μεσολόγγι, μαχόμενος ἐκ τῶν πρώτων, ἐχορήγησε ζωντανὸν τὸ παράδειγμα τοῦ ἀγωνιστοῦ τῆς ἐλευθερίας. «Οἱ ὑποφαινόμενοι πιστοποιοῦμεν ἐν βάρει τῆς συνειδήσεώς μας ὅτι ὁ μακαρίτης Ἰωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, πρόκριτος τῆς πόλεως Παλαιῶν Πατρῶν, διορισθεὶς ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1825 ἔτους μέλος τῆς τριμελοῦς διευθυντικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος, ἐξεπλήρωσε καθ’ ὅλην τὴν ἔνδοξον καὶ δεινοτάτην πολιορκίαν τοῦ Μεσολογγίου τὰ χρέη τὰ ὁποῖα ἡ Πατρὶς τὸν ἐνεπιστεύθη μὲ ὅλον τὸν πατριωτισμόν, γενναιοψυχίαν καὶ ἀφιλοκέρδειαν». Καὶ ἀφοῦ εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἐξιστοροῦνται ἐνέργειαι τοῦ ἥρωος, ταξίδι του εἰς Ζάκυνθον πρὸς ἐξοικονό- μησιν πολεμοφοδίων διὰ τὸ Μεσολόγγι, ἐπιστροφὴ εἰς τὴν πόλιν, ἐν μέσῳ δακρύων ἀποχωριζομένου τὴν σύζυγον καὶ τὰ ἓξ παιδιά του, ἀναγράφεται περαιτέρω: «Βεβαιοῦμεν προσέτι ὅτι ὁ μακαρίτης Ἰωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, ἀφοῦ ὑπέφερε τὰ δεινὰ τῆς πείνας, τὴν ὁποίαν ἐθεράπευσε μὲ τὰ πλέον ἀηδῆ ζῷα ἐξ ἴσου μὲ τὸν ἁπλούστατον στρατιώτην· ἀφοῦ πρὸς ζῳοτροφίαν τῆς φρουρᾶς ἐπρό- σφερε καὶ αὐτὸν τὸν ἵππον του, ἀπὸ τὸν ὁποῖον μόνον ἐπρόσμενε τὴν σωτηρίαν του, διότι ἔπασχε ἀπὸ ποδαλγίαν, ἔγινε θῦμα ὑπὲρ πατρίδος τὴν ἰδίαν ἐκείνην νύκτα τῆς ἀειμνήστου ἐκείνης ἐξόδου τῆς φρουρᾶς, συναπολέσας καὶ ἱκανὴν χρη- ματικὴν περιουσίαν του, τὴν ὁποίαν εἰς χρυσᾶ ἔφερεν εἰς τὸ κεμέρι του. Ταῦτα γιγνώσκοντες ὡς αὐτόπται σχετικοί, φίλοι καὶ συναγωνισταὶ τοῦ μακαρίτου Ἰωάννου Παπαδιαμαντόπουλου, κρίνομεν χρέος πατριωτικὸν νὰ ἐπαφήσωμεν τὸ παρόν μας πιστοποιητικὸν εἰς χεῖρας τῆς οἰκογενείας του, διὰ νὰ τῆς χρησιμεύσῃ» (Ἀ. Γούδας, ἔνθ, ἀνωτ., σελ. 387). Ὄντως, αὐτὸς ὁ ὁποῖος καίτοι πτωχὸς ἐσταδιοδρόμησε σχηματίσας μεγίστην περιουσίαν καὶ πλοῦτον, αὐτὸς ποὺ ἐκινεῖτο ἐν Πάτραις μὲ πλήρη οἰκονομικὴν εὐρωστίαν μεταξὺ Τούρκων καὶ Ἑλλήνων, ἔπεσεν ὡς ἁπλοῦς μαχητής. Ἐπανειλημμένως ἐπροκινδύνευσε καθοδηγούμενος ἀπὸ τὸ ἱερὸν χρέος τῶν ἐλευθέρων πολιορκημένων καὶ ἐξεμέτρησε τὸ ζῆν εἰς τὸν ἱερὸν τόπον. Ὁ παντοιοτρόπως βοηθῶν τὸ πολιορκούμενον Μεσολόγγι, μαχόμενος ἐκ τῶν πρώτων, ἐχορήγησε ζωντανὸν τὸ παράδειγμα τοῦ ἀγωνιστοῦ τῆς ἐλευθερίας. Ὁ πλοῦτος ἐχάθη, ἡ ζωή του ἀπωλέσθη. Ἀντιρροπεῖ τὴν διπλῆν ἀπώλειαν τὸ κέρδος τῆς δό- ξης, ἡ δάφνη τῆς ἀθανασίας καὶ ὁ θρῦλος τοῦ αἰωνίου. Ὁ Ἰ. Παπαδιαμαντόπουλος περιεβλήθη τὸν στέφανον τοῦ μαρτυρίου του καὶ εἰσῆλθε εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ θρύλου, διότι αὐτός, ὅπως καὶ μύριοι ἄλλοι ἀγωνισταί, συνετέλεσε μὲ τὸ αἷμά του νὰ βλαστήσῃ τὸ δένδρον τῆς ἐλευθερίας. Οἱ ἱστορικοὶ Γ. Βλαχογιάννης, Δ. Κόκκινος, Σπ. Τρικούπης, Φωτάκος, Τζὼρτζ Φίνλεϋ καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐξαίρουν τὴν προσωπικότητα, ἐπαινοῦν τὸν χαρακτῆρά του καὶ τὴν εὐγένειάν του καὶ ὁμιλοῦν μὲ ἐνθουσιασμὸν διὰ τὸ πατριωτικόν του ἔργον.

Παραλλήλως μὲ τὴν οἰκονομικὴν καὶ παντοίαν ἄλλην κρίσιν ποὺ βιώνομεν τοὺς τελευταίους καιροὺς καὶ ἐνώπιον τῶν ἀντιξόων παριστάσεων τῆς πατρίδος μας (προσφυγικό, ἀνεργία, πτώχεια, διαφθορὰ καὶ ἄλλα δυσάρεστα), ἡ ἐθνική μας μνήμη ἂς στρέφεται πρὸς τοὺς ἥρωας ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ θυσία ἐξησφάλισε τὴν ἐλευ- θερίαν μας. Εἰς τὴν χορείαν τούτων ἀνήκει ὁ Ἰωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, ὁ ὁποῖος ἔπεσε στὸ Μεσολόγγι, ὅμως ἀνήκει καὶ εἰς τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν, τῆς ὁποίας ἡ γῆ ἔχει καθαγιασθῆ ἀπὸ τοὺς τάφους πολλῶν ἡρώων καὶ μαρτύρων Πίστεως καὶ Πατρίδος, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἀπεμπολήσει ἀπὸ τὴν σκέψιν καὶ τὸν στοχασμόν μας ἐν ταῖς ἐσχάταις ταύταις ἡμέραις.

ΔΗΜ. Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: