Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΊΝΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ - Β. Χαραλάμπους

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΊΝΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ
Του Β. Χαραλάμπους

«Tην οικουμένην ως προίκα προικοδοτήσας τω Κτίστη σου», με αυτόν τον λόγο, το Δοξαστικό των Στιχηρών, της ακολουθίας του Εσπερινού, από την εορτή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης,  ο υμνογράφος αποδίδει το «ισαπόστολον κάλλος» και το μέγεθος του έργου του Αγίου Κωνσταντίνου, έργο το οποίον την απαρχή είχε από το Διάταγμα των Μεδιολάνων με το οποίο «έκανε ένα σημαντικό βήμα προς την αναγνώριση της Χριστιανικής Πίστης, ως επίσημης θρησκείας της αυτοκρατορίας ευνοώντας έμπρακτα τους Χριστιανούς», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, η καθηγήτρια της Ιστορίας στο King’s College του Λονδίνου, Judith Herrin στο σύγγραμμα της «Τι είναι το Βυζάντιο».

Οι διωγμοί τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, ήταν πολύ μεγάλοι. Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί η Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιος επί τη1700ετηρίδι από της εκδόσεως του Διατάγματος των Μεδιολάνων (Μέχρι της εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η ιστορία του κόσμου, του προ Χριστού «παλαιού Ισραήλ», αλλά και μετά την θεανθρώπινην ένσαρκον παρουσίαν του «καινού Ισραήλ» και η ελευθέρα έκφρασις της συνειδητής πίστεως του ανθρώπου ήτο πλήρης διώξεων και διωγμών μέχρι μαρτυρίου αίματος υπέρ της αληθείας).  Μετά από τρεις αιώνες διωγμών, ο Μέγας Κωνσταντίνος, ως αυτοκράτορας της Ανατολής και ο Λικίνιος ως αυτοκράτορας της Δύσεως εξέδωσαν το έτος 313 μ.Χ το Διάταγμα των Μεδιολάνων περί της ελευθερίας της θρησκευτικής πίστεως. 
Κατά καιρούς όμως, εκφράστηκαν και εκφράζονται «απόψεις», οι οποίες εδράζοντο και εδράζονται κυρίως στο πολέμιον πάθος, απόψεις αυθαίρετες, αθεμελίωτες ιστορικά που αμφισβητούν τα ειλικρινά κίνητρα του Αγίου Κωνσταντίνου, όσον αφορά την έκδοση του Διατάγματος των  Μεδιολάνων, θεωρώντας τα ως πολιτικά κίνητρα.  Ο εθνικός ιστορικός Ζώσιμος (425-518), ο οποίος ήταν φανατικός ειδωλολάτρης, στο έργο του «Ιστορία Νέα», έγραψε για τον Άγιο Κωνσταντίνο, ότι «εγκατέλειπε το πάτριον δόγμα και ησπάσθη την ασέβειαν».   Συνειρμικά λοιπόν, έρχεται κατά νουν η αιτία της πλάνης αυτής, το αναφερόμενο στην Ακολουθία της Εορτής των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, «επειδήπερ ειδώλων κατεφρόνησεν», καθώς και αυτό που ψάλλομεν  εις το Δοξαστικόν των Στιχηρών προσομοίων «…εξ απιστίας εις πίστην Θεότητος μετοχετευθείς».  Αξίζει να αναφέρομεν τα λόγια του Χάϊνριχ Κράφτ «Ο Ρωμαϊκός κόσμος ήταν ώριμος να γίνει χριστιανικός και ο Κωνσταντίνος ανταποκρίθηκε στην ανάγκη της εποχής, επειδή θεωρούσε τον εαυτό του χριστιανό» (1).
Εάν όντως συνέβαινε αυτό που οι αμφισβητούντες λέγουν, πως ένας Αυτοκράτορας, που αναμφισβήτητα για την εποχή του ήταν ο Πανίσχυρος Αυτοκράτορας της Οικουμένης, θα κατεδείκνυε ως άλλος Ιωάννης Πρόδρομος εμπράκτως, το «εκείνον δει αυξάνειν , εμέ δε ελαττούσθαι» Ιω.3,30 αποποιούμενος το παλαιόν έθος, της θεοποίησης του Αυτοκράτορα και ανταλλάσσοντας την βασιλικήν αλουργίδα με το λευκόν του Αγίου Βαπτίσματος ένδυμα, το οποίο και διετήρησε μέχρι τον θάνατόν του.   Είναι άξια αναφοράς τα λόγια του Ρούντολφ Χέρνεγκερ, «Δεν υπάρχει στην Ιστορία σχεδόν καμία άλλη προσωπικότητα που η ακτινοβολία της να διαρκεί αδιάκοπα επί δεκαεπτά αιώνες ».  Και το μεγαλείον τούτο αφορά τον καθοριστικό ρόλο του Αγίου Κωνσταντίνου στην εξάπλωση του Χριστιανισμού.
Η μετέπειτα πορεία των δύο αυτοκρατόρων, του Μεγάλου Κωνσταντίνου και του Λικινίου αποδεικνύει την πρόθεση, καθώς και τα κίνητρα ενός εκάστου.  Το κίνητρο της πολιτικής σκοπιμότητος, θα μπορούσε κάποιος να το αποδώσει κάλλιστα στον Λικίνιο, ο οποίος παρεβίασε το Διάταγμα των Μεδιολάνων περί ανεξιθρησκείας, μετά την ήττα του από τον Άγιο Κωνσταντίνο στην Κάτω Παννονία και τη απόσυρση του στο Σύρμιο, διώκοντας και πάλι τους Χριστιανούς. Αντιθέτως η μετέπειτα στάση του Αγίου Κωνσταντίνου του Πρώτου Χριστιανού Αυτοκράτορα, του «μεγαλύτερου ηγέτη της Ρωμιοσύνης», όπως τον καλεί ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, αποδεικνύει  ότι η υποστήριξη προς τους χριστιανούς, κάθε άλλο παρά επιφανειακή ήταν και ο κατ’ εξοχήν λόγος, ήταν η πίστις του Αγίου Κωνσταντίνου στον Χριστό.  «Τα φιλάνθρωπα διατάγματα και οι γενναιόδωροι νόμοι, που έβγαλε είναι στοιχεία αποδεικτικά της μεγάλης του ευσεβείας» (2). Αν οι λόγοι ήταν πολιτικοί, και όχι προσωπικοί, η ενέργεια αυτή θα ήταν επιφανειακή και κατά συνέπεια θα ήταν παροδική.
Όταν εγκαινίαζε ο Μέγας Κωνσταντίνος τη Νέα Ρώμη, η αφιέρωση στην αναθηματική ίδρυτική στήλη ανέγραφε «Σοι Χριστέ Κόσμου Βασιλεύς και δεσπότης, σοι προστίθημι την δε την δούλην πόλιν και σκήπτρα της δε και το παν Ρώμης Κράτος, φύλαττε ταύτην, σώζε δ’ εκ πάσης βλάβης».  Ο καθιερωθείς επίσης τίτλος του κάθε βυζαντινού αυτοκράτορος, όπως τούτο σημειώνει η Ελένη Γλυκατζή –Αρβελέρ στο πόνημά της «Γιατί το Βυζάντιο», είναι «Πιστός εν Χριστώ τω Θεώ βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων» τίτλος ο οποίος  διατηρήθηκε μέχρι την άλωση της Πόλης.  Είναι χαρακτηριστικόν το πρώτιστον στοιχείο του τίτλου αυτού «Πιστός εν Χριστώ τω Θεώ βασιλεύς», όπως   επίσης και το γεγονός ότι «γρήγορα η Κωνσταντινούπολη ονομάστηκε εκτός από Νέα Ρώμη, Νέα Ιερουσαλήμ και Νέα Σιών», όπως αναφέρει η ίδια συγγραφεύς. 
Με την ενέργεια αυτή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, το Κράτος των Ρωμιών, έγινε το «πρώτον πιστεύσαν εις τον Δεσπότην Χριστόν Κράτος», όπως αναφέρει ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης ο οποίος έζησε τον 6ον αιώνα.  Και έγινε τούτο το Κράτος των Ρωμιών,  «Έθνος Χριστιανών», όπως αποκάλεσε τους Βυζαντινούς ο Λέων ο Στ΄ ο Σοφός.  «Οπωσδήποτε, αυτά τα δύο σημαντικότατα γεγονότα, η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης και η αποδοχή του Χριστιανισμού, οφείλονται σ’ έναν μόνο άνθρωπο, τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο» (3). Αξίζει εδώ να αναφέρομε τα λόγια του π. Ιωάννη Ρωμανίδη από το βιβλίον του «Ρωμιοσύνη, Ρωμανία, Ρούμελη», «Αφ΄ενός μεν οι Ρωμαίοι έγιναν Έλληνες, αφ’ ετέρου δε οι Έλληνες έγιναν Ρωμαίοι.  Ακολουθούν πως το παράδειγμα του Αποστόλου Παύλου, το έθνος των Χριστιανών εταυτίσθη με το έθνος των Ρωμαίων, ιδίως εν τω προσώπω του Μεγάλου Κωνσταντίνου και ούτως εγεννήθη ή ετελειοποιήθη η Ρωμαιοσύνη ή ο Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός με κέντρον την Κωνσταντινούπολιν νέαν Ρώμην».
Επιπρόσθετη απόδειξη, ότι είναι παντελώς λανθασμένη η άποψη ότι ο Άγιος  Κωνσταντίνος εξέδωσε το Διατάγμα  των Μεδιολάνων περί ανεξιθρησκείας με σκοπό να κερδίσει τη εύνοια των χριστιανών, είναι το γεγονός ότι οι χριστιανοί αποτελούσαν μια μικρή μειοψηφία στην Αυτοκρατορία τον καιρό εκείνο της έκδοσης του διατάγματος.  Όπως αναφέρει ο βυζαντινολόγος Steven Runciman στο βιβλίο του «Η Βυζαντινή Θεοκρατορία», «Έχει υπολογιστεί ότι την εποχή του Διατάγματος των Μεδιολάνων το 313, όταν η Χριστιανική Εκκλησία απέκτησε πλήρη ελευθερία λατρείας και νομική υπόσταση, οι χριστιανοί δεν αριθμούσαν περισσότερο από το ένα έβδομο του πληθυσμού της αυτοκρατορίας».  Πως ήταν δυνατόν λοιπόν, τα ελατήρια του Μεγάλου Κωνσταντίνου να ήταν πολιτικά, εφ’όσον οι Χριστιανοί αποτελούσαν μια μικρή μειοψηφία στην αυτοκρατορία;  Συνεπώς είναι παράλογο να υποθέσει κανείς ότι το έπραξε τούτο με ιδιοτελή σκοπό, για να κερδίσει την εύνοια των χριστιανών.  Η άποψη αυτή έλκει την καταγωγή της, ως επί το πλείστον, στο αλλότριον πάθος για τον μεγάλο αυτό Άγιο, ο οποίος έγινε η αιτία η Πίστις της Αληθείας να εξαπλωθεί σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. 
Το τι φρονεί η Μία Αγία Εκκλησία, εκφράζεται στην Ιερή Υμνωδία της, στην Ακολουθία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.  Ο Άγιος Κωνσταντίνος καλείται Ισαπόστολος εις τα Στιχηρά Ιδιόμελα της Λιτής «Χρεωστικώς εκτελούμεν την μνήμην σου, Κωνσταντίνε Ισαπόστολε…».  Στα Στιχηρά Προσόμοια, καλείται «Πρώτος Βασιλεύς Χριστιανών».  Εις τον Εσπερινόν στα Στιχηρά των Αγίων ψάλλομεν «Πρώτος καθυπέταξας, την αλουργίδα αείμνηστε, βασιλεύ εκουσίως Χριστώ, αυτόν επιγνούς Θεόν και παμβασιλέα…» και «…την οικουμένην ως προίκα προικοδοτήσας τω κτίστη σου, και πόλιν βασιλεύουσαν θεοσεβή…».   Εις την Λιτήν, στα Στιχηρά Ιδιόμελα ψάλλομε «…πάσαν εφαίδρυνας την Εκκλησίαν του Χριστού…» και «ουκ εξ ανθρώπων την κλήσιν έλαβες, αλλ’ ως  ο θεσπέσιος Παύλος, έσχες μάλλον ένδοξε ταύτην εξ ύψους, Κωνσταντίνε Ισαπόστολε, παρά Χριστού του Θεού»
Πραγματοποιείται λοιπόν, στο πρόσωπον του Αγίου Κωνσταντίνου, αυτό που ο Προφήτης Ησαΐας λέγει «Και πορεύσονται βασιλείς τω φωτί σου και έθνη τη λαμπρότητι σου» Ησ.60,1-3.  Όντως ο πρώτος βασιλεύς της Ρωμιοσύνης, τω Φωτί του Φωτοδότου Χριστού επορεύθη και το έθνος των Ρωμιών τη λαμπρότητι αυτού.

(1) Τα λόγια τούτα του Χάϊνριχ Κραφτ αναφέρονται προλογικά στο βιβλίο του Έμπερχαρντ Χορστ «Μέγας Κωνσταντίνος -Βιογραφία»
(2) Ευσεβίου «Εκκλησιαστική Ιστορία», «Εις τον Βίον Κωνσταντίνου».
(3)«Η πολιτική ιδεολογία  της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», Ελένης Γλυκατζή-Αρβελέρ

Δεν υπάρχουν σχόλια: