Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Αρχιερατικό Συλλείτουργο επ΄ευκαιρία της Εορτής του Ιδρυτού και Προστάτου της Εκκλησίας της Κύπρου Αποστόλου Βαρνάβα (11 Ιουνίου 2017)


  Την Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017, επ’ ευκαιρία της εορτής του Αποστόλου Βαρνάβα,  ιδρυτού και προστάτου της Εκκλησίας της Κύπρου, τελέστηκε Αρχιερατικό Συλλείτουργο προϊσταμένου του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου και συλλειτουργούντων των μελών της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου στον πανηγυρίζοντα Ιερό Ναό Αποστόλου Βαρνάβα στη Δασούπολη.
Στο συλλείτουργο έλαβαν μέρος ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βόστρων κ. Τιμόθεος (Έξαρχος του Παναγίου Τάφου), οι Πανιερώτατοι Μητροπολίτες Πάφου κ. Γεώργιος, Κιτίου κ. Χρυσόστομος Λεμεσού κ. Αθανάσιος, Κωνσταντίας και Αμμοχώστου κ. Βασίλειος, Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρος, Ταμασού και Ορεινής κ. Ησαΐας και οι Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Μεσαορίας κ. Γρηγόριος.
Το θείο λόγο κήρυξε ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Μεσαορίας κ. Γρηγόριος.

Ακολουθεί η ομιλία του Επισκόπου Μεσαορίας κ. Γρηγορίου κατά το Συνοδικό Συλλείτουργο:


Λόγος Πανηγυρικὸς κατὰ τὸ Συνοδικὸν Συλλείτουργον
ἐπί τῇ ἑορτῇ τοῦ Ἁγίου Ἐνδόξου καὶ Πανευφήμου Ἀπ. Βαρνάβα
Τοῦ Ἐπισκόπου Μεσαορίας Γρηγορίου
Ἱερὸς Ναὸς Ἀποστόλου Βαρνάβα Δασουπόλεως,  Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων, 11 Ἰουνίου 2017

«Τὸν Ἀπόστολον πάντες ἀνευφημήσωμεν, ὡς αὐτόπτην τοῦ Λόγου καὶ θεῖον κήρυκα, καὶ ἐθνῶν πνευματικόν σαγηνευτήν ὡς ἀληθῶς· ὅτι προσήγαγεν ἡμᾶς, εἰς ἐπίγνωσιν Χριστοῦ, Βαρνάβας ὁ Θεηγόρος, ὁ μέγας ἡμῶν προστάτης, καὶ νῦν πρεσβεύει ἐλεηθῆναι ἡμᾶς»[1].

 Μακαριώτατε καὶ Ἁγιώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Νέας Ιουστινιανής καὶ πάσης Κύπρου κ. κ. Χρυσόστομε,
Σεπτὴ τῶν Ἱεραρχῶν  χορεία τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας,
Σεβαστοὶ Πατέρες,
Ἐξοχώτατοι ἄρχοντες,
Λαὲ τοῦ Θεοῦ Περιούσιε,

Ἀναστάσεως ἡμέρα καὶ ἑόρτιος πανήγυρις τῆς μνήμης τῆς φάλαγγας Πάντων τῶν Ἁγίων τῶν, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, Θεῷ εὐαρεστησάντων ἡ σημερινὴ Κυριακή.
Ἡ ἐξοχότερη ἐμπειρικὴ ἔκφραση αὐτῆς τῆς χαρᾶς μας εἶναι ἡ σύναξις ἐπὶ τῷ αὐτῷ, τελεταρχούντος τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ἡ ἑνότητα τῆς Πίστεώς μας ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης καὶ ἡ ἐν ἀγάπῃ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ τέλεση τῆς ἀναιμάκτου καὶ λογικῆς λατρείας ἐνώπιον τοῦ Ἑνός Ἀληθινοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τοῦ ἐν τρισίν προσώποις προσκυνουμένου καὶ ἐν τρισίν ὑποστάσεσιν ἀποκαλυπτομένου. Ὑποδεχθήκαμε τὰ καθαγιασμένα Ἅγια Δῶρα τοῖς ἁγίοις, δηλαδή τὸ ἀναστημένο Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Κυρίου μας, τὰ προορισμένα εἰς μετάληψιν τῶν ἁγίων, τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἀγωνίζονται νὰ βιώσουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή τους, τῶν συνδεδεμένων μὲ τὴν πνευματικὴν ἄμπελον, τὸν Μέγα Ἀρχιερέα καὶ τελειωτήν Ἰησοῦν Χριστόν[1].
Πρωτοκορυφαῖος τῆς σημερινῆς Πανηγύρεως, τῆς ἀναστάσιμης ἐστίασής μας ὁ Ἔνδοξος, ὁ Πανεύφημος, ὁ Μάρτυρας, ὁ Ἀπόστολος Βαρνάβας, «... ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος ῾Αγίου καὶ πίστεως»[2], «τὸ μέγα κλέος τῆς Κύπρου», τὴν ὁποία νῆσο μας ἁγιάζουν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες πλῆθος ἱερῶν μορφῶν Ἀποστόλων, Ἱεραρχῶν, Ὁμολογητῶν, Ὁσίων καὶ Μαρτύρων.
Προεξάρχει σήμερα ὁ Πατέρας καὶ Προστάτης πάντων ἡμῶν, «τῶν ἑβδομήκοντα ὁ κορυφαῖος», «ὁ πρῶτος τῶν  Ἀντιοχέων»[3], «τῆς Χριστωνύμου κλήσεως ἀρχιτέκτονας, τῆς Ρώμης ὁ κλεινός εἰσηγητής». Ὁ αὐτόπτης καὶ αὐτήκοος τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὁ ἀληθινός καὶ αὐθεντικὸς πνευματικὸς σαγηνευτὴς τῶν ἐθνῶν καὶ οἰκουμενικός θεῖος κήρυκας τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου.
Ἡ ἀποστολικὴ παράδοσις καὶ χάρις[4], διὰ τοῦ ἱσοστάσιου Μαθητῆ τῶν δώδεκα Ἀποστόλων, προσφέρει περίοπτον θέση ἀνὰ τὴν οἰκουμένην στὴν Παλαίφατον Ἁγιωτάτην Ἐκκλησίαν τῆς Κύπρου. Τὸ πλήρωμα τῶν πιστῶν της ἐξακτινώνει αὐτὴ τὴν ἀποστολικὴ παράδοση, ἔχοντας τὴν ἐπίγνωσιν «ὅτι διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ»[5].
Ταυτόχρονα, ἡ παρακαταθήκη αὐτὴ προσφέρει στὰ φωτόμορφα τέκνα τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ὡς συγκροτημένου ἐκκλησιαστικοῦ θεσμοῦ δύο χιλιάδων ἐτῶν ἱστορίας, τὴν εὐχέρεια δυναμικῆς καὶ καρποφόρου διακονίας πρὸς ὠφέλεια καὶ σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητας. Μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ἱστορική πορεία εἶναι χειροπιαστὰ τὰ τεκμήρια τῆς γενναίας προσφορᾶς καὶ θεμελιώδους παρουσίας τῆς μαρτυρίας τοῦ καθάριου Ὀρθοδόξου φρονήματος τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας μέσα στὸν σύγχρονο κόσμο καὶ πρός τοὺς ἐγγύς καὶ πρὸς τοὺς μακράν ἀνὰ τὴν Οἰκουμένην.
Τὸ ἐπιτελούμενο πολύπλευρο ἔργο ἔχει ποιμαντικὸ καὶ διδακτικό, ἐθνικὸ καί φιλανθρωπικὸ περιεχόμενο. Πρόκειται γιὰ πτυχές προσφορᾶς καὶ διακονίας πού ζυμώθηκαν μέσα στοὺς αἰῶνες καὶ σήμερα αἰσθανόμαστε τὴν ἀσφάλεια καὶ τὴ στοργὴ τῆς Μητέρας ὅλων μας, τῆς νοητῆς ὁλκάδος τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία πορεύεται μέσα στὸ ἱστορικό γίγνεσθαι μὲ γαλήνη, ἑνότητα, ἀγάπη καὶ σύνεργασία ὑπὸ τὴν πεπνυμένη πηδαλιουχία τοῦ Μακαριωτάτου Προκαθημένου ἡμῶν καὶ τὴν ὑποστήριξη τῆς περὶ Αὐτὸν Ἱεραρχίας.
Τὰ ἔργα τῆς τελευταίας δεκαετίας ὁμιλοῦν ἀφ’ ἑαυτῶν. Θὰ περιοριστῶ σὲ μερικὰ ἐξ αὐτῶν. Ἡ διεύρυνση τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου μὲ τὴν ἵδρυση νέων Μητροπόλεων καὶ Ἐπισκοπῶν, γιά νὰ αἰσθάνεται καὶ ὁ πιὸ ἀπομακρυσμένος πιστὸς ὅτι ἔχει πλησίον του ἐπίσκοπο, πατέρα ποὺ τὸν ἀγαπᾶ καὶ μεριμνᾶ καὶ γιὰ τὴν μέλλουσαν σωτηρίαν του, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐπίγεια πορεία καὶ προκοπή του. Στὸ πλαίσιο αὐτὸ καὶ ἡ διασφάλιση τῶν ἱερέων μας μὲ τὴν ἵδρυση καὶ στήριξη τοῦ Φορέα μισθοδοσίας τοῦ κλήρου, γιὰ νὰ ἐργάζονται στὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου ἀπρόσκοπτα, μὲ ἀγάπη, τιμιότητα καὶ ὑπακοή πρὸς τὸν οἰκεῖο Ἱεράρχη καὶ νὰ διακονοῦν μὲ χαρά, ἀνιδιοτελῶς καὶ ἀφιλοκερδῶς τοὺς πιστοὺς τῆς τοπικῆς τους Ἐκκλησίας. 
Ὁ ἐγκαινιασμὸς τοῦ Γραφείου στὰ Εὐρωπαϊκὰ Φόρα στὶς Βρυξέλλες καὶ τῆς Τριτοβάθμιας Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου, στὶς αὐλές τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς. Ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ μὲ τὴν στήριξη ὅλων ἔρχεται νὰ ἐκπληρώσει ἕνα μεγάλο ὅραμα τοῦ 20οῦ αἰῶνα, τὸ ὁποῖο θὰ πρέπει νὰ τυγχάνει τῆς συμπαράστασης καὶ στήριξης ὅλων ὅσων ἔχουν λόγο καὶ ἁρμοδιότητα. Θὰ πρέπει νὰ ἀναδειχθεῖ μέσα στὸν χρόνο ὡς τὸ κατεξοχὴν ἐπιστημονικὸ, μορφωτικὸ καὶ ἐρευνητικὸ θεολογικὸ κέντρο τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τῆς Μεσογείου τὸν 21ο αἰῶνα.
Ἕνα, ἐπίσης, μεγάλο ἔργο ποὺ μᾶς ἐπιφύλαξε ἀναπάντεχα ἡ ἱστορία τὸν 20 αἰῶνα, ἕνεκα τοῦ ἐμπερίστατου, λόγῳ τῆς συνεχιζόμενης κατοχῆς καὶ τῆς κατάλυσης ὅλων τῶν παναθρωπίνων δικαιωμάτων τῶν νομίμων κατοίκων στὸ βόρειο τμῆμα τῆς νήσου μας, μαζὶ μὲ τὸν σταθερό ἀγῶνα ἀπελευθέρωσης καὶ ἀσφαλοῦς ἐπανεγκατάστασης στὴν πατρώα γῆ, εἶναι ἡ προσπάθεια γιὰ τάχιστη ἀναστήλωση καὶ συντήρηση τῶν ἱερῶν μας μνημείων. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό διατηροῦμε τὴ μνήμη καὶ τὴν νοσταλγία τῶν τουρκοκρατούμενων πόλεων, χωριῶν, μονῶν καὶ ἐκκλησιῶν μας.
Φάρος καὶ πυξίδα μας, γιὰ νὰ μὴν ξεστρατίσουμε ἀπὸ τὴν πορεία αὐτή, στέκει στὸν κάμπο τῆς Μεσαορίας ἡ Ἱερὰ Βασιλικὴ καὶ Σταυροπηγιακὴ Μονὴ τοῦ τιμώμενου Ἀποστόλου Βαρνάβα, ὅπου καὶ ὁ τάφος του, τεκμήριο τῆς ἀποστολικότητας τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας μας.
Ἡ οἰκουμενικότητα τοῦ Πολιούχου μας Ἀποστόλου Βαρνάβα φέρνει ἀκόμη μιὰ διάσταση στὴν προσευχὴ μας, τοὺς ἐν ἀποδημίες εὐρισκομένους Κυπρίους. Πολλοὶ ἀδελφοὶ μας ζοῦν σὲ διάφορα μέρη ἀνὰ τὴν ὑφήλιον καὶ ἐνῶ ἡ σκέψη τους εἶναι στραμμένη στὴν πατρίδα καὶ στὶς παροδικές δοκιμασίες της, ἄλλοτε σύντομες καὶ ἄλλοτε ἐκτενεῖς, ἐντούτοις παραμένουν σταθερὰ ἐκκλησιαστικὰ συνδεδεμένοι με τὴν κανονική Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τοῦ τόπου ποὺ διαμένουν.
Ἐπιπρόσθετα, μέσα στὴν οἰκουμενικότητα τῆς παραδόσεώς μας, δὲν λησμονεῖται ἡ συμμετοχὴ καὶ ἡ οὐσιαστικὴ συμβολὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου στὰ Πανορθόδοξα δρώμενα, ὅπου δίδεται, μὲ σοφία, σύνεση καὶ διάκριση ἡ θεολογικὴ καὶ πρακτικὴ μαρτυρία, ἡ ὁποία ἐκπηγάζει ἀπὸ τὴν Παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ Παρακαταθήκη, ποὺ παραλάβαμε ὡς σκυταλοδρόμοι καὶ θὰ πρέπει νὰ παραδώσουμε ἀνόθευτη στὴ νέα γενεά, εἶναι ἀποστολικὴ διὰ τῶν τριῶν Ἀποστόλων Βαρνάβα, Παύλου καὶ Μάρκου[6] καὶ ἀντέχει μέσα στὸν χρόνο, παρὰ τοὺς σκοπέλους καὶ τοὺς ὑφάλους ποὺ ἐπιφυλάσσει ἀναπάντεχα ὁ μάταιος τούτος βίος, ἕνεκα καὶ τοῦ πνευματικοῦ καὶ ὑλικοῦ πλούτου, καθὼς ἐπίσης καὶ τῆς γεωγραφικῆς θέσης τῆς νήσου μας.
Αὐτὴ ἡ Ἁγιοπνευματικὴ μαρτυρία περιφρουρεῖται μέσα στοὺς αἰῶνες ἀμόλυντη ἀπὸ τοὺς ἐνσυνείδητους Χριστιανούς μας, ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς Ἁγιωτάτης Ἀποστολικῆς μας Ἐκκλησίας, μὲ τὴν εὐθύνη τῆς Ἱεραρχίας μας, ἤτοι τοῦ Ἀρχιθύτου Μακαριωτάτου Προκαθημένου καὶ τῶν Πανιερωτάτων καὶ Θεοφιλεστάτων Ἱεραρχῶν μας, τοῦ κλήρου μας καὶ τοῦ εὐλαβοῦς Κυπριακοῦ Ἑλληνισμοῦ.
Ἡ ἐξήγηση εἶναι ἁπλῆ καὶ ἐξάγεται  εὔκολα ἀπὸ τοὺς μυημένους, τοὺς πιστούς τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἀπόστολος Βαρνάβας εἶναι ὁ νυμφαγωγός μας εἰς τὴν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ἐπίγνωσιν τῆς ἐν Χριστῷ Πίστεως. Ὅπως εἰσήγαγε τὸν Σαῦλον στὸν κύκλο τῶν Ἀποστόλων[7], ἔτσι εἰσήγαγε καὶ ἐμᾶς στὴν Ἐκκλησία, στὴν παράδοση τῆς ἀληθινῆς Πίστεως.
Παραμένει ἐς ἀεὶ ὁ μέγας προστάτης ἡμῶν, τὸ δοχεῖον τῆς χάριτος καὶ ὁ ἐπώνυμος υἱὸς τῆς Παρακλήσεως, ὁ Θεηγόρος Μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, ὁ γενναῖος Μάρτυρας τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Μέγας Ἀπόστολος Βαρνάβας.
 Ἡ ἄφιξη τῶν Ἀποστόλων στὴν Κύπρο τὸ 45 καὶ ἡ ἀποστολικὴ περιοδεία τους καθόλη τὴν νῆσον ἕως τὸ 46 μ.Χ. ἄφησε δύο πρωτοποριακὰ τεκμήρια τῆς μετέπειτα πορείας τῆς Ἐκκλησίας.
Πρῶτον, πέρα ἀπὸ τὸ κήρυγμα καὶ τὴ βάπτιση τῶν πιστῶν, ἱστορικά γεγονότα πού προηγήθηκαν μὲ τὴν ἔλευση Χριστιανῶν στὴν Κύπρο μετὰ τὴν Πεντηκοστή[8] καὶ τὸ Μαρτύριο τοῦ Πρωτομάρτυρα Στεφάνου στὰ Ἱεροσόλυμα[9], οἱ Ἀπόστολοι χειροτόνησαν κατὰ τόπους Ἐπισκόπους καὶ Πρεσβυτέρους. Μὲ τὴν παρουσία τῶν Ἀποστόλων στὴν Κύπρο ἱδρύεται ἱστορικὰ ἡ τοπική Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.
Καὶ δεύτερον, ὁ ἐκχριστιανισμὸς στὴν Πάφο τοῦ πρώτου Ρωμαίου ἀξιωματούχου, «ἀνδρὶ συνετῷ»[10], τοῦ ἀνθύπατου Σέργιου Παύλου. Κυριολεκτικὰ ἀναδεικνύεται ἡ Κύπρος πύλη πρὸς ἀνατολὰς διὰ τὴν Εὐρώπη καὶ εἴσοδος τῆς Ἀνατολῆς πρὸς τὴν Εὐρώπη[11].

Μακαριώτατε Πάτερ καὶ Δέσποτα,
Σεπτή τῶν Ἱεραρχῶν χορεία,
Εὐχηθεῖτε νὰ μὴ λησμονούμε τὸν εὐργέτη μας Ἀπόστολο Βαρνάβα, τὸ σκεῦος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸν παρηγορητή μας καὶ στὰ εὔκολα καὶ στὰ δύσκολα τοῦ κόσμου τοῦτου.
Νὰ παραμένει ὁ Ἀπόστολος Βαρνάβας μέσα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας μὲ τὴ συνετὴ ζωή, τὸ πολυσχιδὲς ἔργο καὶ τὸ μεγαλεῖο τοῦ μαρτυρίου του  μόνιμος πρεσβευτής τοῦ λαοῦ μας καὶ ἐξαιρέτως τῆς νεολαίας μας στὸν θρόνο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὅπως τύχωμεν ἅπαντες μὲ τὴν παρρησία του, τοῦ ἐλέους τοῦ Σωτήρος Ἰησοῦ Χριστοῦ.   
Στὴν τοπική μας Ἐκκλησία νὰ κυριαρχεῖ πάντοτε ἡ ἑνότητα κλήρου καὶ λαοῦ καὶ ἡ εἰρήνη καὶ ἡ ἐλευθερία στὸν πονεμένο τόπο μας.
Ἀκόμη, σύμφωνα μὲ τὴν ἐμπειρία τῶν Συνέκδημων Ἀποστόλων Παύλου καὶ Βαρνάβα καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, εὐχηθεῖτε ἡ πορεία τοῦ βίου μας νὰ εἶναι πεπληρωμένη ἀπὸ τὴ χαρὰ, ἡ ὁποία εἶναι καρπός τοῦ Παναγίου Πνεύματος[12].
«Τὸν Ἀπόστολον πάντες ἀνευφημήσωμεν, ὡς αὐτόπτην τοῦ Λόγου καὶ θεῖον κήρυκα, καὶ ἐθνῶν πνευματικόν σαγηνευτήν ὡς ἀληθῶς· ὅτι προσήγαγεν ἡμᾶς, εἰς ἐπίγνωσιν Χριστοῦ, Βαρνάβας ὁ Θεηγόρος, ὁ μέγας ἡμῶν προστάτης, καὶ νῦν πρεσβεύει ἐλεηθῆναι ἡμᾶς»[13] Ἀμήν!




[1] «Ἔχοντες οὖν ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τοὺς οὐρανούς͵ Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ͵ κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας· οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν͵ πεπειρασμένον δὲ κατὰ πάντα καθ΄ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας. Προσερχώμεθα οὖν μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος͵ ἵνα λάβωμεν ἔλεος καὶ χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν» (Ἑβρ. δ΄ 14-16).
[2] «Ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος ῾Αγίου καὶ πίστεως» (Πράξ. ια΄ 24).
[3] «῏Ησαν δέ τινες ἐξ αὐτῶν ἄνδρες Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι, οἵτινες εἰσελθόντες εἰς ᾿Αντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς τοὺς ῾Ελληνιστάς, εὐαγγελιζόμενοι τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν. Καὶ ἦν χεὶρ Κυρίου μετ᾿ αὐτῶν, πολύς τε ἀριθμὸς πιστεύσας ἐπέστρεψεν ἐπὶ τὸν Κύριον. ᾿Ηκούσθη δὲ ὁ λόγος εἰς τὰ ὦτα τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν ῾Ιεροσολύμοις περὶ αὐτῶν, καὶ ἐξαπέστειλαν Βαρνάβαν διελθεῖν ἕως ᾿Αντιοχείας· ὃς παραγενόμενος καὶ ἰδὼν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐχάρη, καὶ παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος ῾Αγίου καὶ πίστεως καὶ προσετέθη ὄχλος ἱκανὸς τῷ Κυρίῳ. Ἐξῆλθε δὲ εἰς Ταρσὸν ὁ Βαρνάβας ἀναζητῆσαι Σαῦλον, καὶ εὑρὼν αὐτὸν ἤγαγεν αὐτὸν εἰς ᾿Αντιόχειαν. Ἐγένετο δὲ αὐτοὺς ἐνιαυτὸν ὅλον συναχθῆναι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ διδάξαι ὄχλον ἱκανόν, χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν ᾿Αντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς Χριστιανούς» (Πράξ. ια΄20-26).
[4] «᾿Ιωσῆς δὲ ὁ ἐπικληθεὶς Βαρνάβας ὑπὸ τῶν ἀποστόλων, ὅ ἔστι μεθερμηνευόμενον υἱὸς παρακλήσεως, Λευΐτης, Κύπριος τῷ γένει, ὑπάρχοντος αὐτῷ ἀγροῦ, πωλήσας ἤνεγκε τὸ χρῆμα καὶ ἔθηκε παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων.» (Πράξ. δ΄ 36-37).
[5] Πράξ. ιδ΄ 22.
[6] «Οὗτοι μὲν οὖν ἐκπεμφθέντες ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ ῾Αγίου κατῆλθον εἰς τὴν Σελεύκειαν, ἐκεῖθέν τε ἀπέπλευσαν εἰς τὴν Κύπρον, καὶ γενόμενοι ἐν Σαλαμῖνι κατήγγελλον τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἐν ταῖς συναγωγαῖς τῶν ᾿Ιουδαίων· εἶχον δὲ καὶ ᾿Ιωάννην ὑπηρέτην» (Πράξ. ιγ΄4-5). «῾Ο δὲ λόγος τοῦ Θεοῦ ηὔξανε καὶ ἐπληθύνετο. Βαρνάβας δὲ καὶ Σαῦλος ὑπέστρεψαν ἐξ ῾Ιερουσαλὴμ πληρώσαντες τὴν διακονίαν, συμπαραλαβόντες καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἐπικληθέντα Μᾶρκον» (Πράξ. ιβ΄24-25).
[7] «Βαρνάβας δὲ ἐπιλαβόμενος αὐτὸν ἤγαγε πρὸς τοὺς ἀποστόλους» (Πραξ. θ΄ 27).
[8] «(...) καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες Ρωμαῖοι, ᾿Ιουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι» (Πράξ. β΄10).
[9] «Οἱ μὲν οὖν διασπαρέντες ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς γενομένης ἐπὶ Στεφάνῳ διῆλθον ἕως Φοινίκης καὶ Κύπρου καὶ ᾿Αντιοχείας, μηδενὶ λαλοῦντες τὸν λόγον εἰ μὴ μόνον ᾿Ιουδαίοις.» (Πράξ. ια΄19)
[10] Πράξ. ιγ΄ 7.
[11] «Διελθόντες δὲ τὴν νῆσον ἄχρι Πάφου εὗρόν τινα μάγον ψευδοπροφήτην ᾿Ιουδαῖον ᾧ ὄνομα Βαριησοῦς, ὃς ἦν σὺν τῷ ἀνθυπάτῳ Σεργίῳ Παύλῳ, ἀνδρὶ συνετῷ. οὗτος προσκαλεσάμενος Βαρνάβαν καὶ Σαῦλον ἐπεζήτησεν ἀκοῦσαι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ·  ἀνθίστατο δὲ αὐτοῖς ᾿Ελύμας ὁ μάγος οὕτω γὰρ μεθερμηνεύεται τὸ ὄνομα αὐτοῦ ζητῶν διαστρέψαι τὸν ἀνθύπατον ἀπὸ τῆς πίστεως. Σαῦλος δέ, ὁ καὶ Παῦλος, πλησθεὶς Πνεύματος ἁγίου καὶ ἀτενίσας πρὸς αὐτὸν  εἶπεν· ὦ πλήρης παντὸς δόλου καὶ πάσης ραδιουργίας, υἱὲ διαβόλου, ἐχθρὲ πάσης δικαιοσύνης, οὐ παύσῃ διαστρέφων τὰς ὁδοὺς Κυρίου τὰς εὐθείας; καὶ νῦν ἰδοὺ χεὶρ Κυρίου ἐπὶ σέ, καὶ ἔσῃ τυφλὸς μὴ βλέπων τὸν ἥλιον ἄχρι καιροῦ. παραχρῆμα δὲ ἔπεσεν ἐπ᾿ αὐτὸν ἀχλὺς καὶ σκότος, καὶ περιάγων ἐζήτει χειραγωγούς. τότε ἰδὼν ὁ ἀνθύπατος τὸ γεγονὸς ἐπίστευσεν, ἐκπλησσόμενος ἐπὶ τῇ διδαχῇ τοῦ Κυρίου» (Πράξ. ιγ΄6-12).
[12] «Οἱ δὲ μαθηταὶ ἐπληροῦντο χαρᾶς καὶ Πνεύματος Ἁγίου» (Πράξ. ιγ΄ 52).

[13] Τροπάριο ἀπὸ τὴν α΄ στιχολογία τῶν Καθισμάτων τοῦ Ὄρθρου τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Ἀπ. Βαρνάβα. Κύπρια Μηναῖα, τόμος Η΄, Μὴν Ἰούνιος, Λευκωσία 2002, σ. 22.







Δεν υπάρχουν σχόλια: