Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

ΟΜΙΛΙΑ ΕΝ Τῼ ΙΕΡῼ ΝΑῼ ΤΟΥ ΑΓ. ΒΛΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΚΑΡΝΑΝΟΣ, ΕΝ ΣΚΛΑΒΑΙΝΟΙΣ ΠΑΛΑΙΡΟΥ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΤΗΣΙΟΝ ΠΑΝΗΓΥΡΙΝ ΑΥΤΟΥ, τῇ 7ῃ Ἰουλίου 2017. - τοῦ Μητρ. Ἀδριανουπόλεως ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ,


ΟΜΙΛΙΑ ΕΝ Τῼ ΙΕΡῼ ΝΑῼ ΤΟΥ ΑΓ. ΒΛΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΚΑΡΝΑΝΟΣ, ΕΝ ΣΚΛΑΒΑΙΝΟΙΣ ΠΑΛΑΙΡΟΥ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΤΗΣΙΟΝ ΠΑΝΗΓΥΡΙΝ ΑΥΤΟΥ,
τῇ 7ῃ Ἰουλίου 2017.
                                               
τοῦ Μητρ. Ἀδριανουπόλεως ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ,
         
Πολυσέβαστε Μητροπολῖτα ἅγιε Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κε Κοσμᾶ,
Θεόλεκτος τῶν Ἀρχιερέων ὁμήγυρις,
Τίμιον Πρεσβυτέριον,
Εὐλογημένοι πανηγυριστὲς καὶ θεράποντες τοῦ ἁγίου Βλασίου τοῦ Ἀκαρνάνος,

«Πᾶσα ἱλαρὰ ἡμέρα, ἐν ᾗ προτέτακται, ὡς ἐν ἁγίᾳ τάδε τινὰ ποιεῖν παρὰ τὰς λοιπὰς ἐξαίρετα, ἑορτὴ καλεῖται. Οὐ πᾶσα δέ ἐστι πανήγυρις· ἀλλὰ κατὰ τοὔνομα, ὅτε ἐπὶ τὸ αὐτὸ συναθροίζονται πανταχόθεν. Ὥστε ἡ μὲν πανήγυρίς ἐστι καὶ ἑορτή· οὐκέτι δὲ ἑορτὴ, καὶ πανήγυρις· οἷον· Σάββατα καὶ Νουμηνίαι, ἑορταί εἰσιν· Ἄζυμα δέ, καὶ ἡμέραι τῶν Ἑβδομάδων, καὶ Σκηνοπηγίαι οὐ μόνον ἑορταί, ἀλλὰ καὶ πανηγύρεις»[1], κατὰ τὸν χαλκέντερο Ὠριγένη∙ τοῦτ’ ἔστιν ἑορτὴ ὀνομάζεται ἡμέρα κλητή, δηλαδὴ ξεχωριστὴ καὶ ἐξαιρετικὴ καὶ ἐπίσημος. Μὲ ἕναν λόγο, καθ’ ὁλοκληρίαν ἀφιερωμένη καὶ ἀνατεθειμένη στὸν Θεὸ καὶ τὴν λατρεία του. Καὶ πλεόν τῆς ἑορτῆς, ἡ πανήγυρις∙ δηλαδὴ ἑορτὴ λαμπρὰ καὶ πάνδημος, ὅπου οἱ πιστοὶ συναθροίζονται ἀπὸ παντοῦ γιὰ νὰ ἑορτάσουν καὶ νὰ τιμήσουν τὴν ἡμέρα τὴν μεγάλη καὶ σπουδαία.
Μιὰ τέτοια σημαίνουσα καὶ περίλαμπρος πανήγυρις εἶναι καὶ ἡ σημερινή, ὄχι μόνο γιὰ τὴν περιοχὴ καὶ τὴν Μητρόπολι ἐτούτη, ἀλλὰ γιὰ ὅλη τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ ἡμέρα ὅπου γιὰ πρώτη φορὰ τιμᾶται καὶ μεγαλύνεται ὁ ἅγιος Ἱερομάρτυς Βλάσιος ὁ ἐν Σκλαβαίνοις, ἐπισήμως καὶ πανηγυρικῶς, μετὰ τὴν ἀναγραφή του στὶς ἁγιολογικές μας Δέλτους ὑπὸ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας κατόπιν τῶν ἐνεργειῶν τοῦ σεβασμίου καὶ ταπεινοῦ Ποιμενάρχου τῆς ἁγιοτόκου Μητροπόλεως Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κου Κοσμᾶ.

Ὅπως ἤδη ἀκούσαμε ὁ Λαὸς Ἰσραὴλ ἑόρταζε «Σάββατα καὶ Νουμηνίας... Ἄζυμα δέ, καὶ ἡμέρας τῶν Ἑβδομάδων, καὶ Σκηνοπηγίας...», ὅμως οἱ ἑορτὲς αὐτὲς ἦταν ὄχι μόνο μάταιες καὶ ἀνωφελεῖς, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τὶς ἀπεστρέφετο, ὅπως λέγει ὁ μεγαλοφωνότατος Ἠσαΐας: «τὰς νουμηνίας ὑμῶν καὶ τὰ σάββατα καὶ ἡμέραν μεγάλην οὐκ ἀνέχομαι· νηστείαν καὶ ἀργίαν καὶ τὰς νουμηνίας ὑμῶν καὶ τὰς ἑορτὰς ὑμῶν μισεῖ ἡ ψυχή μου»[2]. Καὶ τοῦτο ὄχι μόνον ἐπειδὴ ὁ λαὸς ἐγκατέλειψε καὶ παρώργισε τὸν Κύριο, ἀλλά, διότι οἱ θυσίες καὶ ἡ λατρεία τοῦ παλαιοῦ Ναοῦ πόρρῳ ἀπεῖχαν ἀπὸ τὴν «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ»[3] λατρεία καὶ προσκύνηση τῆς τρισοφαοῦς Θεότητος τὴν ὁποία διδάσκει ὁ Κύριος. Ἄλλωστε, θὰ παραγγέλλῃ ἀργότερα ὁ θεῖος Ἀπόστολος νὰ «ἑορτάζωμεν μὴ ἐν ζύμῃ παλαιᾷ, μηδὲ ἐν ζύμῃ κακίας καὶ πονηρίας, ἀλλ’ ἐν ἀζύμοις εἰλικρινείας καὶ ἀληθείας»[4].
Στὴν ἁγία μας Ἐκκλησία μία κυρίως ἑορτὴ καὶ πανήγυρις ὑφίσταται καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν λαμπροφόρο Ἀνάστασi τοῦ Κυρίου, «αὕτη ἡ κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα, ἡ μία τῶν Σαββάτων, ἡ βασιλὶς καὶ κυρία, ἑορτῶν ἑορτή, καὶ πανήγυρις ἐστὶ πανηγύρεων»[5], κατὰ τὸν θεῖο Δαμασκηνό. Ἡ ἁγία Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου μας βιώνεται «ἐπαναλαμβανομένη καὶ μηδέποτε κενουμένη» σὲ κάθε θεία Λειτουργία κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Κυρίου ἢ σὲ οἱαδήποτε εὔσημη ἡμέρα, ὅπως ἡ μνήμη τοῦ πολυάθλου Μάρτυρος Βλασίου τοῦ Ἀκαρνάνος καὶ τῶν σὺν Αὐτῷ μαρτυρικῶς τελειωθέντων, ὅπου Χριστὸς ὁ Θεὸς ὁμολογεῖται καὶ ἐπιγνοῦται, καθὼς λέγει ὁ ἁγιος Γρηγόριος Νύσσης: «Ἑορτή ἐστιν ἡ τοῦ ὄντως ὄντος ὁμολογία τε καὶ ἐπίγνωσις»[6].
Θεία Λειτουργία, τέλεση δηλαδὴ τῆς Εὐχαριστίας, καὶ μαρτυρικὴ Μνήμη συνδέθηκαν ἐνωρίτατα στὴν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπετέλεσαν ἑνότητα ἀδιάσπαστη. Ἡ Ἐκκλησία ἐθεώρησε τὸ μαρτύριο τὴν πλέον καταφανῆ καὶ ἄμεση ἀπόδειξι ἁγιότητος καὶ τίμησε ἤδη ἀπὸ τοὺς Ἀποστολικοὺς χρόνους τοὺς μάρτυρες ὡς ἁγίους καὶ μάλιστα διὰ τῆς τελέσεως τῆς Εὐχαριστίας ἐπάνω εἰς τοὺς τάφους τους. Εἶναι στενοτάτη ἡ συνάφεια καὶ ἡ σχέση τῆς μαρτυρικῆς θυσίας, ὅπως αὐτῆς τοῦ ἁγίου Βλασίου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ, μὲ τὴν θυσία τοῦ Χριστοῦ τὴν ἐπαναλαμβανόμενη σὲ κάθε θεία Λειτουργία. Ὁ μάρτυς προσφέρει τὸ αἷμα του -ὄχι ἀσφαλῶς ὡς ἐξιλασμὸ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, αὐτὸ τὸ ἔκανε ἅπαξ διὰ παντὸς ὁ Ἰησοῦς ἐπάνω στὸν Σταυρό- ἀλλὰ ὡς ἐλάχιστο ἀντίδωρο καὶ ἀσήμαντη εὐχαριστία στὸν Κύριο γιὰ ὅσα Ἐκεῖνος ἔκανε γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὁ μάρτυρας σὲ μιὰ κίνηση παράφορης καὶ ἐκστατικῆς ἀγάπης ἀντιπροσφέρει τὴ ζωή του καὶ τὸ σῶμα του καὶ τὸ αἷμα του σ’ Αὐτὸν ποὺ χαρίζει τὴν ζωή, τὴν ὄντως ζωή, σ’ Αὐτὸν ποὺ ε ἶ ν α ι ἡ ὄντως ζωή.
Ὁ μάρτυρας ἀγαπᾶ τὸν Χριστὸ καὶ διὰ τοῦ μαρτυρίου ποθεῖ νὰ συναντηθῇ μαζί Του καὶ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ μιὰ πράξη φυγῆς καὶ ἐγκαταλείψεως τοῦ κόσμου, ἀλλὰ πράξι μεγίστης ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς καθ’ ὅσον δίδει παράδειγμα καὶ ὑποτύπωσι καὶ φανερώνει μὲ τὸν πλέον εὔγλωττο καὶ ἐναργῆ τρόπο τὴν δυνατότητα ὁμοιώσεως καὶ ἑνώσεως μὲ τὸν Χριστό. Ὁ μάρτυρας ὁμοιώνεται κατὰ πάντα πρὸς τὸν Χριστό, γίνεται ἐγγύτερος καὶ συγγενέστερος τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ κάθε ἄλλον. «Μαρτύρων γὰρ τοῖς τοῦ Χριστοῦ μυστηρίοις οὐδὲν συγγενέστερον, οἷς πρὸς αὐτὸν τὸν Χριστὸν καὶ σῶμα καὶ πνεῦμα καὶ θανάτου σχῆμα καὶ πάντα κοινά»[7], κατὰ τὸν ἅγ. Νικόλαο Καβάσιλα. Ὁ μάρτυρας γίνεται ὁμότροπος τοῦ Χριστοῦ, μετέχει τοῦ πάθους Του καὶ εἶναι ἀπόλυτα βέβαιος ὅτι θὰ λάβῃ μέρος στὴν Ἀνάστασι γι’ αὐτὸ καὶ τίποτα δὲν τὸν  πτοεῖ. Θὰ μποροῦσε κανείς, μὲ ἕναν λόγο νὰ πῇ πὼς οἱ Μάρτυρες -ἄνδρες καὶ γυναῖκες- εἶναι οἱ πρῶτοι καὶ οἱ αὐθεντικότεροι μιμητὲς τοῦ Κυρίου, εἶναι οἱ πρῶτοι ἐκεῖνοι Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι πραγματώνουν καὶ ὑποστασιάζουν τὴν εὐαγγελικὴ ζωὴ στὴν πληρότητά της καὶ στὴν πλέον ἀληθῆ της ἔκφρασι καὶ ἔκφανσι.
Ἕνας τέτοιος μιμητὴς τοῦ Κυρίου μας εἶναι ὁ ὁσιομάρτυς πατὴρ ἡμῶν Βλάσιος καὶ ἡ ἁγιόλεκτος χορεία τῶν σὺν αὐτῷ τελειωθέντων. Παρέλκει κανεὶς νὰ ἀναφερθῇ στὸν βίο καὶ τὴν πολιτεία τοῦ ἁγίου Μάρτυρος Βλασίου, ὄχι μόνον ἐπειδὴ ἐλάχιστα γνωρίζουμε, ἀλλὰ κυρίως διότι ἡ παρουσία του ἐδῶ σὲ τοῦτο τὸν ὄμορφο καὶ εὐλογημένο τόπο εἶναι ζῶσα καὶ ἐναργὴς καὶ ψηλαφητή. Ὅλοι τὸν γνωρίζουν, ὅλοι τὸν ἐπικαλοῦνται, γιὰ ὅλους στέκεται φίλος καὶ συμπαραστάτης ὀτρηρός. Καὶ ὅμως γιὰ περισσότερα ἀπὸ χίλια ἔτη οἱ πολύαθλοι αὐτοὶ στρατιῶτες τοῦ Κυρίου ἦταν ἄγνωστοι στοὺς ἀνθρώπους, ἦταν ὅμως γνωστοὶ στὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος διὰ πολλῶν καὶ θαυμαστῶν σημείων στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος ἀποκαλύπτει τὴν ὕπαρξί τους καὶ τὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου καὶ τὰ χαρυτόβρυτα λείψανά τους. Τὰ λείψανα καὶ τὰ σκηνώματα τῶν ἁγίων μας δὲν ἀποτελοῦν, ἐπιτρέψατέ μου νὰ πῶ, ἁπλῶς «ἱερὰ ἀντικείμενα»· εἶναι σημεῖα καὶ ἀποδείξεις τῆς παρουσίας τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ «τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ»[8], κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἁγιότης δὲν μπορεῖ νὰ μείνῃ κρυφή· φανερώνεται μέσα στὸν κόσμο καὶ καταυγάζει τὴν σύμπασα ὄχι μὲ ἰαχὲς καὶ θορύβους, ἀλλὰ μυστικὰ καὶ ὑπόρρητα ὡς «φωνὴ αὔρας λεπτῆς»[9]. Ἡ παρουσία ἑνὸς ἁγίου εἶναι μιὰ θεοφάνεια μέσα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ φανέρωσι τῆς Ἐρχομένης Βασιλείας στὸ ἐδῶ καὶ στὸ τῶρα. Ὁ ἅγιος εἶναι ὁ τόπος ποὺ ἀναπαύεται τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, εἶναι μιὰ εἰκόνα τῶν Ἐσχάτων, μιὰ μαρμαρυγὴ τῆς θείας ὡραιότητος. Ὁ ἅγιος εἶναι Χριστὸς ἐπαναλαμβανόμενος καὶ ἐρχόμενος καὶ σαρκούμενος· ὁ ἅγιος εἶναι –τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν καὶ τῶν ἀποστάσεων- ἕνας Χριστὸς τῆς ἐποχῆς του καὶ τοῦ τόπου του.
Τὸ μαρτύριο τοῦ ἀρχιδιακόνου Στεφάνου, ὅπως περιγράφεται στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων φανερώνει τὸν κατ’ ἐξοχὴν δοξολογικὸ καὶ ἐσχατολογικὸ χαρακτῆρα τῆς θυσίας τοῦ Πρωτομάρτυρα καὶ συνεπῶς κάθε μάρτυρα, «ἀτενίσας εἰς τὸν οὐρανὸν εἶδε δόξαν Θεοῦ καὶ Ἰησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ εἶπεν· Ἰδοὺ θεωρῶ τοὺς οὐρανοὺς ἀνεῳγμένους καὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ ἑστῶτα»[10]. Ἡ ἔκφραση «υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» ἀναφέρεται χαρακτηριστικὰ στὸν ἐσχατολογικὸ Χριστὸ τῆς Βασιλείας. Ἐξ ἄλλου οἱ ἁγιοι Μάρτυρες, ὅπως ὁ σήμερον ἑορταζόμενος ἅγιος Βλάσιος, δὲν εἶναι παρὰ παραδείγματα, σκιὲς καὶ ἀντικατοπτρισμοὶ τῶν Ἐσχάτων μέσα στὸν κόσμο καὶ τὸ ἱστορικὸ «γίγνεσθαι». Εἶναι οἱ πολῖτες τῆς Βασιλείας ποὺ μὲ τὴν ἑκούσια θυσία τους πραγματώνουν τὸν εὐαγγελικὸ τρόπο τῆς ὑπάρξεως, γίνονται συμμέτοχοι τῆς Δόξης τοῦ Ἐρχομένου Χριστοῦ καὶ φέρνουν στὸ ἐδῶ καὶ στὸ τώρα τὴν Ὀγδόη Ἡμέρα.
Ὅπως ἤδη ἐλέχθη, ἀποτελεῖ ἀρχαιότατο ἔθος τῆς Ἐκκλησίας ἡ τέλεσι τῆς θ. Εὐχαριστίας ἐπὶ τῶν τάφων τῶν Μαρτύρων ὄχι μόνο γιὰ νὰ ὑπομνήσῃ ὅτι τὸ Μαρτύριο εἶναι μιὰ ἐπανάληψι τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ κυρίως ὡς ἕνα ἄνοιγμα καὶ μιὰ ἀποκάλυψι τῆς Ἐσχατολογικῆς Του Δόξας. Ἄνευ οἱασδήτινος διαπιστωτικῆς ἢ ἄλλης διαδικασίας καὶ ἐξετάσεως οἱ μάρτυρες τιμήθηκαν ἀπὸ τὴν πρώτη Ἐκκλησία καὶ σὲ ὅλη τὴν διαχρονία τῶν αἰώνων ὡς ἅγιοι ἀπὸ τὴν συνείδησι τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ αὐθόρμητη καὶ καθόλικη τιμὴ ποὺ ἀπεδίδετο ἀπὸ μέρους τῶν πιστῶν ἦταν ἱκανὴ καὶ ἀναγκαία προϋπόθεσι γιὰ νὰ καταξιώσῃ ἕνα πρόσωπο ὡς ἅγιο. Στὴν περίπτωσι δὲ τοῦ μαρτυρίου αὐτὴ ἡ καταξίωσι ἦταν πλέον ἀπὸ προφανὴς καὶ ἀμέσως μετὰ τὸν μαρτυρικό τους θάνατο ἀπολάμβαναν ἰδιαίτερης τιμῆς καὶ σεβασμοῦ.
Σποραδικῶς καὶ μόνον ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δεύτερης χιλιετίας καὶ ἐντεῦθεν παρατηρεῖται τὸ φαινόμενο τῆς θεσμικῆς πρωτοβουλίας γιὰ τὴν διακύρυξι τῆς ἁγιότητος ἑνὸς προσώπου χωρὶς ἐκ παραλλήλου νὰ ἀτονίσῃ ἡ ἀπὸ αἰώνων καθιερωμένη πράξι τῆς αὐθόρμητης ἐτυμηγορίας τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Μακρὰν εὑρισκομένη ἡ ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπὸ σχολαστικισμοὺς καὶ νομικιστικὲς θεωρήσεις ἀπέφυγε συστηματικῶς νὰ περιγράψῃ μὲ ἐξαντλητικὸ τρόπο τοὺς ὅρους καὶ τὶς προϋποθέσεις γιὰ νὰ καταγνωστῇ ἡ ἁγιότης ἑνὸς προσώπου.
Ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέσα στὴν προνοητική Της μέριμνα στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰ. ἀποκρυσταλλώνει τὴν διαδικασία ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθῆται δίδοντας τὸ γενικὸ περίγραμμα ποὺ ἀναφέρεται κυρίως εἰς τὸ διαδικαστικὸ μέρος, καταγράφοντας ἐκ παραλλήλου καὶ ἐξαίροντας τὸν ρόλο τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν καταλυτικὴ σημασία τῆς ἐκ μέρους του ἀπονεμομένης τιμῆς καὶ ἀναγνωρίσεως.
Προκειμένου, λοιπόν, νὰ ἀναγραφῇ ἐπισήμως κάποιος στὶς ἁγιολογικὲς Δέλτους ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ἀκολουθοῦσε τὴν παρακάτω διαδικασία ποὺ συνίσταται στὰ ἑξής:
«α) Ἡ ἐξέλεγξις τῶν στοιχείων τῆς ἁγιότητος ὀφείλει γίγνεσθαι διὰ Συνόδου, συγκροτουμένης ἐξ ἁπάντων τῶν Μητροπολιτῶν, Ἀρχιεπισκόπων, Ἐπισκόπων καί ὀφφικιάλων κληρικῶν τῆς οἰκείας Ἐκκλησίας.
β) Ἡ ἐξέλεγξις περιττεύει περὶ τῶν ἱερῶν ἐκείνων προσώπων ἅπερ ἡ γενική ἐκκλησιαστική συνείδησις ποιμένων καὶ ποιμαινομένων ἀνεγνώρισεν ὡς ἁγίους καί ὡς τοιούτους ἐπὶ μακρόν ἤδη χρόνον τιμᾷ καὶ γεραίρει.
γ) Κατά τὴν ἀνακήρυξιν γίνεται σχετική ἐκκλησιαστικὴ πρᾶξις.
δ) Ἡ πρᾶξις τῆς ἀνακηρύξεως ὑπογράφεται πανηγυρικῶς ἐν τῷ ναῷ, γινομένης τῆς προσηκούσης ἐκκλησιαστικῆς τελετῆς.
ε) Εὐκαίρως, περί τῶν ἀξιολογωτέρων ἐκ τῶν ἀνακηρυχθησομένων ἁγίων συντάσσεται ἰδιαιτέρα ἀκολουθία πρὸς χρῆσιν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς ὑμνολογίας καὶ τελετουργίας τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
ς) Ἐπίσης ἀναγκαία ἐστὶν ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων, ἄν ταῦτα σώζωνται, καί τό χρῖσμα αὐτῶν δι' Ἁγίου Μύρου, κατὰ τὴν ἀνακομιδὴν δέ τῶν λειψάνων συνήθεις εἰσὶ παννυχίδες καὶ λειτουργίαι πανηγυρικαί»[11].
Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο θεματοφύλακας ἀνύστακτος καὶ φρουρὸς ἀκοίμητος τῆς Κανονικῆς εὐταξίας καὶ εὐθυδρομίας τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν δὲν καινοτομεῖ παρεισάγοντας καινοφανεῖς πρακτικὲς καὶ ὀθνεῖες ἀντιλήψεις. Ἡ πρωτοβουλία καὶ ἡ ἀποφασισικὴ κρίσι ἐπαφίεται στὸ αἰσθητήριο καὶ κριτήριο τοῦ πληρώματος τῆς ἑκάστοτε τοπικῆς Ἐκκλησίας ἡ Ὁποία διὰ τῶν κανονικῶν Ποιμένων Της κινεῖ τὴν σχετικὴ διαδικασία καὶ πληροφορεῖ τὸ Ἱερὸ Κέντρο τοῦ Φαναρίου περὶ τοῦ προκειμένου. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἱεροκανονικῶς τετιμημένη μὲ τὸ χάρισμα τῆς πρωτευθύνου διακονίας μέσα στὸ Ἐκκλησιαστικὸ Σῶμα, ἀποφαίνεται συνοδικῶς καὶ ἀναγγέλει “urbi et orbi” τὴν ἀναγραφὴ ἑνὸς προσώπου στὸ ἁγιολόγιο. Τὸ γενονὸς τοῦτο ἀποβαίνει μείζονος σημασίας καθὼς ἡ ἁγιότης καὶ οἱ ἅγιοι εἶναι μεγέθη ποὺ ἀφοροῦν σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία ὑπερβαίνοντας τὰ στενὰ ὅρια μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας.
Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ ἁγιότης -ἰδίως δὲ μαρτυρικὴ ἁγιότης- εἶναι βίοι καὶ ὅροι παράλληλοι. Ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία πορεύεται ἀπὸ αἰώνων τὴν αἱματόβαπτη καὶ ἔμπονο ὁδὸ τοῦ Μαρτυρίου καὶ τῆς Μαρτυρίας ἐντὸς τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος ἀνακαινιζομένη καὶ ἀνακαινίζουσα τὴν περίγειο διὰ τῶν αἱματίνων ποταμῶν καὶ τῶν ἀλαλήτων στεναγμῶν. Οἱ σφαγιασθέντες καὶ ἀπαγχονισθέντες μάρτυρες Πατριάρχες, Ἀρχιερεῖς καὶ Ἱερεῖς τοῦ Θρόνου, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀναρίθμητο πλῆθος τῶν νεομαρτύρων ποὺ ὡς «νεόφυτα ἐλαιῶν»[12] ἐβλάστησαν στὸ γεώργιο τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἀποτελοῦν τοὺς λίθους τοὺς τιμίους στὸ «διάδημα τοῦ κάλλους»[13] τῆς «γυναικὸς τῆς περιβεβλημένης τὸν ἥλιον»[14].
Συνελόντ’ εἰπεῖν, ἡ ἀπὸ τῆς Μεγάλης καὶ Οἰκουμενικῆς Καθέδρας τῆς Ὀρθοδοξίας διακήρυξις τῆς ἐγνωσμένης ἁγιότητος προσώπού τινος δίδει οἰκουμενική, Καθολικὴ διάστασι στὸ γεγονὸς καὶ καθιστᾶ διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ μετόχους τῆς χαρᾶς καὶ τῆς χάριτος ὅλες τὶς ἀνὰ τὸν κόσμο τοπικὲς Ἐκκλησίες. Ὅπως καὶ διὰ πολλῶν ἔτσι καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία γίνεται σημεῖον ζωῆς, ἀληθείας, ἑνότητος, εὐθύνης, διακονίας καὶ ἀγάπης, διότι ἡ ἁγιότης εἶναι καρπὸς τοῦ Πνεύματος καὶ οἱ καρποὶ τοῦ Πνεύματος ποὺ εἶναι «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια»[15]ἀφοροῦν εἰς τὸ ὅλον τῆς Ἐκκλησίας.
 Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς κουράσω ἄλλο, Πατέρες καὶ ἀδελφοί, θέλω μόνο ἐκ μέσης καρδίας νὰ εὐχαριστήσω τὸν Σεβ. Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κο Κοσμᾶ, τὸν φιλάγιο καὶ φιλομάρτυρα Ἐπίσκοπο, γιὰ τὴν εὐγενῆ πρωτοβουλία του νὰ  προσκληθεῖ καὶ ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία στὴν  σημερινὴ λαμπρὰ Πανήγυριν καὶ νὰ τοῦ μεταφέρω ὡς ἐκ Προσώπου τῆς Α. Θ. Π. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κου μοι κου ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ τὴν εὐαρέσκεια, τὴν τιμὴ καὶ τὴν ἀνυπόκριτη ἀγάπη τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας. Διαβιβάζω δὲ σὲ ὅλους σας τὴν εὐλογία καὶ τὴν στοργὴ τοῦ Πατριάρχου μας καὶ εὔχομαι ἐκ βαθέων ὁ ἅγιος Μάρτυς Βλάσιος καὶ οἱ σὺν Αὐτῷ τελειωθέντες νὰ μᾶς σκεπάζουν, νὰ μᾶς φωτίζουν καὶ νὰ μᾶς ἁγιάζουν πάντοτε. Ἀμήν!


[1] Ὠριγένους, ΕΚΛΟΓΑΙ ΕΙΣ ΤΟ ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ, PG 20, 17 C.
[2] Ἠσ., 1, 13-14.
[3] Ἰω., 4, 24.
[4] Α’ Κορ., 5, 8.
[5] Εἱρμὸς τῆς 8ης ᾨδῆς τοῦ Κανόνα τῆς Ἀναστάσεως.
[6] Γρηγόριου Νύσσης, ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ Ο ΛΟΓΟΣ, Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ «ΤΑ ΜΑΚΡΙΝΙΑ», PG 46, 136 Α.
[7] Νικολάου Καβάσιλα, ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤῼ ΖΩΗΣ, ΛΟΓΟΣ Ε’, PG, 150, 636 Β.
[8] Ἰω., 3, 8.
[9] Γ’ Βασ. 19, 12.
[10] Πρξ., 7, 55-56
[11] Ἡ Ἀνάδειξις Ἁγίων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ", «Ὀρθοδοξία», 6, (1931), σελ.284.
[12] Ψλμ. 127, 3
[13] Σοφ. Σολ., 5, 16.
[14] Ἀποκ. 15, 1.
[15] Γαλ. 5, 22.

Δεν υπάρχουν σχόλια: