Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Ο ΠΕΡΓΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ (ΕΑΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ, 2001) - Παναγιώτης Σπ. Μαρτίνης


Ο ΠΕΡΓΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ()

 Παναγιώτης Σπ. Μαρτίνης

Με θλίψη πληροφορηθήκαμε το θάνατο του Μητροπολίτη Πέργης Κυρού Ευαγγέλου. Απόφοιτος της θεολογικής σχολής της Χάλκης (1953) κλήθηκε από τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα στην Πατριαρχική αυλή, για να προσφέρει σε θέσεις – κλειδιά τις υπηρεσίες του. Στις 26 Νοεμβρίου η Ι. Πατριαρχική Σύνοδο τον εκλέγει Μητροπολίτη Πέργης, Υπέρτιμο και Έξαρχο Παμφυλίας. Λόγιος Ιεράρχης με πολλά άρθρα στα περιοδικά «Ορθοδοξία» και «Απόστολος Ανδρέας». Αξιόλογα τα έργα του, όπως τα: «Εκ Φαναρίου» (Α΄ και Β΄ τόμοι), «Λαός Χάριτος», «Η Πέργη της Παμφυλίας» και άλλα. Άριστος μουσικός και καλλίφωνος. Είναι «εκ των ιδρυτικών Μελών του Συνδέσμου των Μουσικοφίλων της Πόλεως».
Είχα την ευλογία να τον γνωρίσω βαθύτερα, όταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος μας συμπεριέλαβε στην συνοδεία Του στο «προσκύνημά» του στην Κάτω Ιταλία (Καλαβρία – Σικελία).

Εκεί είδα την πατριαρχική αρχοντιά μαζί με την απλότητα. Έξι ημέρες (19 – 24 Μαρτίου 2001) απόλαυσα τη συντροφιά του. Σε επιστολή του (Φεβρουαρίου 1, 2002) μου γράφει: «Φίλτατε κύριε Παν. Μαρτίνη, Μεγάλη χαρά μου έδωσε το βιβλίο σας για το προ έτους ταξίδι μας στη «Μεγάλη Ελλάδα»… «Σας ευχαριστώ για την επαναθέρμανση των ωραίων στη μνήμη και στην καρδιά μου, που ποτέ δεν έλειψαν …». Πολύ χάρηκα τη συντροφιά και τη συμμετοχή σας στο πατριαρχικό ταξίδι …
Στη μνήμη του σεβαστού και αγαπητού αγίου Πέργης δίνω για δημοσίευση το άρθρο του «Εαρινή Ισημερία, 2001» με υπότιτλο: «Με Γκρεκάνους και Οσίους», που με το λογοτεχνικό του ταλέντο περιγράφει αυτό το ιστορικό «προσκύνημα» στη Μ. Ελλάδα (Καλαβρία – Σικελία).


ΕΑΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ, 2001

Μητροπολίτη Πέργης  Ευαγγέλου

Με Γκρεκάνους και Όσιους[1]

Έκτακτη έαρινη Ισημερία. Η πρώτη της καινούριας χιλιετίας. Στη Magna Grecia. Με παλαίφατους Γκρεκάνους και χιλιόχρονους βυζαντινούς όσιους. Της Καλαβρίας και της Σικελίας. Και με λουλούδια της άνοιξης παντού. Στις ράχες των βουνών, στους κάμπους, τις κοιλάδες, τις χαράδρες, μέχρι και τα μονοπάτια που βαδίζουμε. Η ψυχή μας μέσα σε ανθοδοχείο από μυρώνια και ανεμώνες, σπάρτα και καυκαλίθρες. Στολισμένη να συναντήσει το χτές. Μυρωμένη να προσκυνήσει την εικόνα της ρωμιοσύνης και της Ορθοδοξίας μέσα στην απεραντοσύνη τους. Όλα για την αναπάντεχη στιγμή της Αναγνώρισης.
Μια αστραπή ακολουθεί ο Πατριάρχης από ανατολή σε δύση. Παίρνει τη λάμψη της από τη γενειά του ουρανού, κι από το φάος του Θρόνου της Μεγάλης Εκκλησίας. Και γίνεται αληθινό το οικουμενικό και το οικουμενικό αληθινό[2]. Μύθος και αλήθεια γίνονται ένα στην πορεία που ουσιώνεται από το Αρχαίο Πνεύμα. Κι αστράφτει από το φως που φωσφορίζουν τα οστά των βαμμένων στη γη που θα πατήσουμε. Από τη Σύβαρη και τον Κρότωνα, μέχρι το Ρήγιο, τη Μαρίνα Βούα. Κι από τη Μεσσήνη και την Κατάνη, μέχρι την Πάνορμο (Palermo) της Σικελίας. Αστράφτει κι από το όραμα των αλησμόνητων που θα ραντίσει. Κολοσσών του ανθρώπινου διαλογισμού. Η μυστών της ιλαράς των ουρανών αρμονίας.

Με αίσθημα ενός «συναρπαγμού» ξεκίνησε ο Πατριάρχης από την Αυλή του. Και με έννοια αποκλειστικά προσκυνηματική και πολιτιστική. Χωρίς εθνικές υστερίες και πολιτικές ή εκκλησιαστικές σκοπιμότητες. Και βρέθηκε ανάμεσα στο βυθό μιας λησμονιάς και στο ύψος μιας έγερσης. Άκουσε ιαχές από δεήσεις απορροφημένες από τη Γή. Τη σύρση ένιωσε των βημάτων των εραστών της σιγής πάνω στο βουνήσιο χώμα. Των παραμονών οραματιστών του κάλλους του αρμονικού και του μυστηρίου του Αληθινού. Και «άσπασμόν ήγήσατο» το είναι με «την εν Χριστώ κεκρυμμένην ζωήν».
Κάτι ταράχθηκε δημιουργικά. Κι ήταν ο ύπνος των πατέρων στις φουντωμένες Λαύρες τους, στις αποξενωμένες κοιλάδες τους. Πνοή ανεμίστηκε ανάμεσα σε δύο πελάγη. Το βαθυγάλανο Ιόνιο και το βαθύχρωμο Τυρηννικό. Κι ακούστηκαν «Ειρηνικά» να εκφωνούνται από την «άλαλον γην». Ευωδία να σκορπίζεσαι από τα ταφεία της αθάνατης αίγχης λατρείας και παράδοσης, που δε σταμάτησε ούτε και στις τραγουδησμένες ομηρικές ακρογιαλιές. Πλήρωσε τις Συρακούσες, τη Γέλα, τον Ακράγαντα, τη Σελινούντα. Κι έφθασε μέχρι την αγκαλιά του βυζαντινού Παντοκράτορα Χριστού (1180-1190) στο μωσαϊκό του Μονρεάλε. Στην άκρη της Σικελίας.
Αφήσαμε πίσω μας, πετώντας, το θρακήσιο θέμα και τη θάλασσα  του  Αιγαίου. Πάνω  από  την Ελλάδα σκύψαμε ν’ ακροασθούμε τους   Δελφούς.   Γιόρταζαν   την   «ημέρα   της ποιήσεως»   (19-23   Μαρτίου).   Νιώσαμε   ουρανοβάμονες.   Κι απαγγείλαμε στίχους από τούς ψαλμούς για τον Ποιητή του Παντός.
Κι ένα παλιό τραγούδι των Καλαβρών Γκρεκάνων για το χελιδόνι που τραγουδήθηκε στην Καλημέρα:
«Ήλθε, ήλθε χελιδών
καλάς ώρας άγουσα
καλούς ενιαυτούς,
επί γαστέρα λευκά,
επί νώτα μέλανά»[3]
Ύστερα στραφήκαμε στο νόημα το προσκυνηματικό. Είπαμε «ουράνιον εφύμνιον εν γη τελείται λαμπρώς».[4] Με τους άγιους που αενάως ανασαίνουν πάνω στη λωρίδα της γης που μας περίμενε.   Αυτή   ήταν   και  η ουσία.   Και  χτυπήσαμε την καστρόπορτα της Στερυατίας (Πόρτα φιλίας). Είχαμε εισχωρήσει σε χώρο ακτινοβολίας της χάριτος. Στη θαμμένη «ανατολή». Από τη μια να ψαύσουμε την αθανατουργία των προγόνων. Κι από την άλλη, τη θαυματουργία των πνευμάτων. Καινούριους να ψάλουμε Σικελικούς Εσπερινούς. Παρακλήσεις στο Γκαλλιτσανό, την «Παναγία της Ελλάδος». Ναό να θεμελιώσουμε στη Σεμινάρα, μοναστηράκι  να  εγκαινιάσουμε  του Οσίου  Λουκά.  Και στις βουνοκορφές του Στύλου (Bivongi), δοξολογίες να συνθέσουμε κάτω από την κόγχη του ιερού με τη νωπογραφία του Αη-Γιάννη του Θεριστή. Πολλά μας λάλαγαν τα χαλάσματα και τα χρώματα των τοίχων. Μα φωνή έβγαζε το δρεπάνι του αγίου. Έμοιαζε να μας θύμιζε ένα θερισμό πού περιμένει σους εργάτες του.
Ήταν η Παρασκευή της Δ΄ Στάσης των Χαιρετισμών (23 Μαρτίου). Μέσα στην κλίση της μέρας η χαράδρα του Μαντανίτσι της Μεσσήνης έμοιαζε σαν εικονοστάσι της Παναγίας στολισμένο με λουλούδια. Έτοιμο  να  δεχτεί την προσευχή του Πατριάρχη για τα τελούμενα. Το χαιρετισμό και την ευχαριστία του στη Βαγγελίστρα για τα συντελούμενα. Και της τα απηύθυνε «χείλεσι μεστοίς μυστικής ευωχίας». Οι αμέτρητοι με τα κεριά αναμμένα και οι ψαλμωδίες την ώρα εκείνη, μου ‘φεραν στο νου τον ποιητή[5]:
«Κι αρμένιζε η γη μας από τ’ άστρα
και ψαλμωδούσε η γη κι ανηφορούσε
του κλιναριού μου η πλώρη προς τον πόλο».



Οι μέρες μας γεμάτες με παννυχισμούς πανηγυρικούς. Μέσα σ’ αυτούς και μια μετακομιδή άγιων λειψάνων. Του Νικολάου, του Αμβροσίου του Ιωάννου (Θεριστή). Μια «επιλύχνιος ωδή» στη βυζαντινή εκκλησία του άγιου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (Ι αι.) στον Ιέρακα. Μια ανάσα στη βυζαντινή «έρημο της Παναγίας» του Monte Stella. Ένα πέρασμα από τη Σεμινάρα, τη Μελικονία, τη Φυλακή της Αγίας Αγάπης. Το ύστατο αγνάντεμα της ορφανεμένης μονής των άγιων Αποστόλων (Bivongi).
Κάτι ζητάει η σπασμένη Ιστορία. Το ίδιο και οι ερειπωμένες σιλουέτες των βυζαντινών κτισμάτων. Κάτι παραπάνω από μνημόσυνα μέσα σε αξεψύχιστα ιερά. Μας το λένε τα μάτια των Μοναχών μας, των «την ουράνιον φιλοσοφίαν ελομένων και τον χρηστόν του Χριστού ζυγόν εφ’ εαυτών προθυμηθέντων»[6]. Ο Ιερομόναχος Νείλος ο Βατοπεδινός, ο μοναχός Κοσμάς, ο Λαυριώτης, κι άλλοι, κι άλλοι.
Τι κι αν άλλαξαν τα Τυπικά στον Ιέρακα (Γεράκι-Τζεράτσε, 1480), στη Βούα (Bova, 1572), η ζωή των βυζαντινών μοναστηριών. Άρκεσε ένας πατριαρχικός πολυχρονισμός από το χορό των Μαϊστόρων της ψαλτικής μας τέχνης[7], να μας θυμίσει αυλούς που κάποτε εδέοντο υπέρ του προκαθήμενου της Βασιλεύουσας. Τον Όσιο Λουκά (επίσκοπο Ασύλων, 1054 κ. έ.), τον Όσιο Βαρθολομαίο, τον Ηλία τον Σπηλαιώτη και τον Ηλία τον Σικελιώτη, Οσίους και αυτούς, μέχρι και τον Όσιο Βαρλαάμ στον Ιέρακα (-1 480).
Μαζί μ’ αυτούς κι άλλους πολλούς, μείναμε σιωπηλοί επί ώρες. Συνεχόμασταν «εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι». Και στα όρη και στα σπήλαια και όπου ίχνος άγιωσύνης. Γύρω από βαπτιστήρια στεγνά, από αγιατράπεζες αλειτούργητες. Κάτω από περίτεχνα κιονόκρανα με χαμένα τα οικόσημα, με τα μονογράμματα φθαρμένα. Μα σαν εισελεύσαμε στο πεντάτρουλλο ζωγραφιστό μοναστήρι του τροπαιοφόρου στο Στύλο[8], δακρύσαμε. Νιώσαμε μετάσταση του νου στα περασμένα. Στημένοι ορθοί μέσα στο μικρό τετράγωνο καθολικό, κοινωνούσαμε σιωπηλοί χιλίων χρόνων αφθαρσία. Πήρε η ψυχή μας χρώματα από τις αιωνίζουσες νωπογραφίες του Χρίστου και των αγίων κι έπλεξε ουράνιο τόξο, στημένο σ’ ανατολή και δύση. Μέχρι που αχούσαμε να ψάλουνε ξανά τον πλούτο μας οι άγγελοι. «Σήμερον της σωτηρίας ημών το Κεφάλαιον». Τη φανέρωση του μυστηρίου να αποκαλύπτουνε. Κι ήταν παραμονές του Ευαγγελισμού.
Δύο πράγματα άφησε ο χρόνος οστρακισμένα στην ψυχή. Την πίστη και τη γλώσσα. Τις βούλωσε με αγιοκέρι αναστάσιμο, να μη εκπνεύσουν τα δύο άχραντα. Και νάρτει η ώρα να ξανατελέσουν τη λειτουργία της Λησμονιάς της αλλοτρίωσης τους. Να ήχολογήσουν στον κόσμο, η μια με το κέρας των Χριστιανών Ορθοδόξων, κι η άλλη με τον ενεργητικό μυστικισμό του Λόγου.
Αμφότερες, με τη μύση των αισθήσεων.
Όπως και μίλησαν, με λόγια γεμάτα
«γλυκάδα και πικράδα»[9],
όπως έλεγε το τραγούδι της δασκάλας του χωρίου.
Κι αρχίσαμε ν’ ακούμε στίχους σαν από ηγούμενους κρυφού σχολειού. Και να βλέπουμε τη λάμψη του πυρσού,
«του καρμπούνου
που έκρατούσαν επάνω στα βουνά
οι παππού
τσέ ο τσαιρό τον έσμπήα»[10]
Τι ήταν αύτη η υπνωμένη κάτω από το μάρμαρο και την πέτρα αρμονία που νιώσαμε να μας χαϊδεύει! Η μελωδία η βγαλμένη από τα έγκατα της γης που αντανάκλαγε στον ουρανό σαν ένα τροπάριο ασταμάτητης ιεροτελεστίας! Κι οι Γκρεκάνοι, τι ήταν; Τί είναι; Ποία στοργή ποια νοσταλγία, τους έφερε μπροστά μας σαν απόγονους των ανύστακτων Επτά Παίδων; Και σε ποια Μονή του Σωτήρος[11]να καταθέσουμε αυτό το καινούργιο ειλητάρι της Φαναριωτικής Χρονογραφίας;
Ένα καντήλι άναψε στα πρόσχαρα μονοπάτια της Καλαβρίας και της Σικελίας και σε πόλεις «παλαιόθεν ελληνίδας» (Καβάφης). Κι από το μελιχρό τους φως, γεννήθηκε μέσα μας μυστική της ψυχής βιοτή.
Πότε πάλι θα σας ξαναδούμε στις κορυφές του Ασπρομόντε, παιδιά των Γκρεκάνων, με τη λαχτάρα της άνοιξης στα μάτια, με τα ντέφια και τα ακορντεόν στα χέρια, να γιορτάζετε το Θρίαμβο της ράτσας;
Χιλιόχρονες παλινοστήσεις του νου σε σελίδες χλωμές, ξανάγιναν εικόνες, για το προσκυνητάρι της Ορθοδοξίας. Ύστερα από ύπνο οσιακό αιώνων. Και με καινούριο τυπικό. Το παλιό της Μεγάλης του Χρίστου Εκκλησίας. Αλλά της νέας Εαρινής Ισημερίας. Της πρώτης, της τρίτης χριστιανικής χιλιετίας.




[1] Πατριαρχικό προσκύνημα στην Καλαβρία και τη Σικελία (1 9-24 Μαρτίου 2001).
2 Μοναχός Κοσμάς. Η ορθοδοξία στη Μεγάλη Ελλάδα σήμερα
3 Δημήτρης Αλεξάνδρου, Γκρεκάνοι. 55.
[4] Απολυτίκιον
5 Άγγελος Σικελιανός (Ελύτη 263) «Μελέτη θανάτου».
6 Εφέσου Μάρκου του Ευγενικού, εις τον Όσιον Μακάριον τον Κορώνι, Θεοδρομία 8, 48
7 Καθ. Γρηγόριος Στάθης. Οι Μαΐστορες της ψαλτικής τέχνης.
[8] Βυζαντινή, KATOLIKA σήμερα
[9] Προσφώνηση της Δασκάλας στη Βούα Μαρίνα (22.3.0 1).
[10] Φίλιππας Κοντέμι, Γιατρός από το Γκαλλιτσάνο
[11] Η περίφημη παλιά Μονή του Σωτήρος στη Μεσσήνη, του ΙΒ΄ αι.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Το δημοσιευόμενο κείμενο του Μητροπολίτη Πέργης είναι ένα λογοτεχνικό αριστούργημα και γλωσσικά και ως παρουσίαση.