Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΣ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ - Βασ. Π. Καυκόπουλου

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΣ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ

Του  Βασ. Π. Καυκόπουλου

          Μαρία, εσύ που αμάρτησες, εσύ που συγχωρέθηκες, εσύ που πολύ αγάπησες, εσύ η συμπονετική Αδελφή αυτών που πέφτουν και το υψηλό παράδειγμα αυτών που σηκώνονται, πες μας αυτό που είδες στον κήπο, το πρωί του Πάσχα και μοίρασε μαζύ μας την χαρά σου για την ξαναπαντημένη Παρουσία !
          Πήγες στον τάφο απ’ το πρωί «σκοτίας ἔτι οὔσης» (Ιω. κ΄ 1). Η νύχτα αυτή δεν ήταν νύχτα που θα μπορούσες να κοιμηθής. «Θα μπορούσα να κοιμηθώ, όταν ξέρω πως ο Κύριός μου δεν είναι μαζύ μου»; ρωτάς …
          Είδες πως η πέτρα είχε παρθεί απ’ τον τάφο κι έτρεξες στους μαθητές για να τους πης πως πήραν τον Κύριο. Ήσουν ο απόστολος που στάλθηκε στους αποστόλους, ο πρώτος άγγελος της Αναστάσεως ! Εκλέχθηκες γιατί η αγάπη σου ήταν η μεγαλύτερη. Μείνε και στην δική μου ζωή ο παντοτεινός άγγελος της Αναστάσεως του Αγαπημένου μας.

          Ακολουθώντας τον Πέτρο και τον Ιωάννη, ξανάρθες στον τάφο. Δεν μπήκες μ’ αυτούς. Κι όταν οι μαθητές εγύρισαν στα σπίτια τους, εσύ έμεινες. Στεκόσουν πλάι στον τάφο, έξω, κι έκλαιγες. Οι μαθητές γύρευαν τον Κύριό τους, αλλά η αναζήτησή τους είχε διακοπές. Μπορούσε να συμβιβάζεται με μια επιστροφή στο σπίτι. Δεν μπορούσε να ’ναι το ίδιο με σένα. Αυτή που έχασε το παν, πού μπορούσε να γυρίση;
          Ενώ έκλαιγες, έσκυψες για να κοιτάξης μέσ’ στον τάφο … Κι ο Πέτρος κι ο Ιωάννης έσκυψαν πρώτα για να κοιτάξουν. Η δική σου, όμως, κίνηση προς το σώμα του Κυρίου ήταν φορτισμένη με μιαν ανάμνηση, που δεν συνώδευε την κίνηση των μαθητών. Το σκύψιμό σου στον τάφο δεν σου θύμιζε το γεύμα, όταν έσκυψες ως τα πόδια του Ιησού για να τα βρέξης με τα δάκρυά σου, να τα σφουγγίξης με τα μαλλιά σου, να τα αλείψης με μύρο; Τότε, την ημέρα εκείνη, η συγγνώμη κατέβηκε σε σένα. Θα σκύψω κι εγώ, σαν αμαρτωλός, που αγαπά και συγχωρέθηκε, προς τον τάφο του Σωτήρος.
          Στην θέση, που είχε ξαπλωθή το σώμα του Κυρίου, είδες δύο αγγέλους, φορεμένους άσπρα, να κάθωνται ο ένας στην κεφαλή κι ο άλλος στα πόδια του μνημείου. Έτσι αποκαλύπτεται, φωτίζεται ολοκληρωτικά, έν’ από τα μυστηριώδη σημεία της Παλαιάς Διαθήκης. Ο Θεός παρήγγειλε στον Μωϋσή να βάλη στην κιβωτό του μαρτυρίου ένα «ἱλαστήριον ἐπίθεμα» από χρυσάφι καθαρό και  να τοποθετήση στα δύο άκρα του δύο Χερουβείμ από σφυρήλατο χρυσάφι. «Καί γνωσθήσομαί σοι ἐκεῑθεν, καί λαλήσω σοι ἄνωθεν τοῡ ἱλαστηρίου ἀνά μέσον τῶν δύο Χερουβείμ» (Εξ. κε΄ 22). Θα ήταν φρικτό να συναντά κανείς τον Θεό απ’ ευθείας στην κιβωτό, που περιείχε τις δύο πέτρινες πλάκες, αυτές τις πλάκες του Νόμου, που είναι για τον παραβάτη κρίση και καταδίκη. Ο Θεός θέλησε να βάλη ανάμεσα στην κιβωτό και στον εαυτό Του, ανάμεσα στην κιβωτό και στους ανθρώπους, το ιλαστήριον,το μέρος όπου γίνεται ίλεως, την έδρα της συγγνώμης. Από το ύψος της ευσπλαχνίας Του θέλησε να μας συναντά. Το μυστήριο του ιλαστηρίου έλαβε όλο το νόημά του την ημέρα του Πάσχα. Οι δύο άγγελοι, Φίλες και Φίλοι, που βλέπει η Μαρία, αντικαθιστούν τα δύο Χερουβείμ από σφυρήλατο χρυσάφι. Ο σκαμμένος και επιμήκης τάφος, που στις άκρες του κάθονται οι άγγελοι αυτοί, έγινε για μας το ιλαστήριον. Ο τάφος, απ’ όπου βγήκε ο Κύριος, το σύμβολο της Αναστάσεώς Του, είναι τώρα ο κατ’ εξοχήν τόπος, όπου ο Θεός μας συναντά. Ανάμεσα στον Θεό και στο αμάρτημά μας δεν υπάρχει μόνον ο σταυρός. Υπάρχει  και η Ανάσταση του Κυρίου.
          Μαρία, οι δύο άγγελοι σου λένε: «Γύναι τί κλαίεις;» (Ιω. κ΄ 13). Απαντάς: «Ὃτι ἦραν τόν Κύριόν μου καί οὐκ οἶδα ποῡ ἒθηκαν αὐτόν». Η χρήση του γ΄ πληθυντικού προσώπου είν’ εδώ πολύ αξιοπαρατήρητη. «Ἦραν» υπονοεί μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων, όλους όσοι πήραν το σώμα του Ιησού, όλους όσοι μας εμποδίζουν να βρούμε ή να ξαναβρούμε τον Κύριο. Μιλείς γι’  αυτούς Μαρία, χωρίς μίσος, χωρίς πικρία. Είναι για σένα, και για μας επίσης, απλώς αυτοί που δεν είν’ «Αὐτός», αυτοί που εμποδίζουν τον Σωτήρα.       
          Και ιδού, Μαρία, που ξαναγυρίζεις και βλέπεις τον Ιησού όρθιο, και δεν ξέρεις ότι είν’ ο Ιησούς. Δεν το ξέρεις, γιατί είσαι ακόμη βυθισμένη στην θέα της παλαιάς όρασης. Δεν είσαι ακόμη έτοιμη για την όραση την νέα. Δεν έγινες ακόμη διαθέσιμη για τον Κύριο, με τον τρόπο που θέλει να σου παρουσιασθή σήμερα. Εξακολουθείς να έχης το εσωτερικό σου βλέμμα στραμμένο στον Κύριο του χθες. Άνοιξε τώρα τα μάτια. Άφησε το βλέμμα σου  να πάη προς τον Κύριο της τωρινής στιγμής. Μην είσ’ αιχμάλωτη του περασμένου πόθου σου, της περασμένης σου συγκίνησης. Οι δεσμοί αυτοί ήσαν ευλογημένοι, αλλά πρέπει τώρα να τους … σπάσης. Πρέπει τώρα να αιχμαλωτισθούμε από τον Ιησού τον τωρινό και ασυνήθιστο.
          Δεν εγνώρισες τον Ιησού. Σκέφτεσαι ότι είν’ ο κηπουρός. Κατά κάποιον τρόπο, έχεις δίκαιο, είν’ ο Κηπουρός ! Ήταν αόρατα παρών στον Κήπο της Εδέμ. Στον κήπο της Γεσθημανή δέχθηκε να πιή το ποτήριο της σωτηρίας μας. Στον κήπο του Ιωσήφ της Αριμαθαίας ανασταίνεται. Είν’ αυτός, που σπέρνει και ποτίζει, που κάνει να μεγαλώνη και  ν’ ανθίζη και να καρπίζη ό,τι άγιο και θείο μέσ’ στον κήπο της ψυχής σου. Είν’ ο κηπουρός, γιατί, πιστός στον εαυτό Του, θέλει να δείχνεται ταπεινός μετά την ένδοξό Του Ανάσταση.
          Αυτός, που νομίζεις, Μαρία, ότ’ είν’ ο κηπουρός, σου λέει: «Γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς;» (Ιω. κ΄ 15). Είσαι μέσ’ στο Ευαγγέλιο η κλαίουσα. μια δυνατή στόχαση πάνω στα δάκρυά σου θα μας έβαζε στο πιο μεγάλο βάθος αυτής της ευσέβειας, της τόσο παραγνωρισμένης, της τόσο σπάνιας και αυτού του μυστηρίου, του τόσο αγνοούμενου: στο ράγισμα της καρδιάς. Αλλά τα δάκρυά σου ποτέ δεν στρέφονται μόνο προς τα περασμένα. Είναι το σύμβολο μιας αναζήτησης: «Γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς;» Κοντά στον τάφο, καθώς στο σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου τα δάκρυά σου δείχνουν την αναζήτηση ενός καινούργιου δρόμου, μιας νέας ζωής. Όλα τα δάκρυα ετούτα ζητούν τον Ιησού. «Ὦ! καί τά δάκρυά μου ἄς μήν ἔθαβαν μόνο τά περασμένα ! Ἂς ἦταν μιά δέηση γονιμοποιός κι’ ἄς ἒβρεχαν τόν Ἰησού» !  
          Στην ερώτηση του Κυρίου «Τίνα ζητεῖς;» (Ιω. κ΄ 15) εσύ, Μαρία, απαντάς: «Κύριε, εἰ σύ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπέ μοι ποῦ αὐτόν ἔθηκας. κἀγώ αὐτόν ἀρῶ». Η σκέψη σου είναι τόσο γεμάτη από τον Ιησού, που δεν λες καν τ’ όνομά Του. Μιλώντας γι’ Αυτόν, λες μόνο: «αὐτόν». ο Χριστός μόνος, αυτή την στιγμή, υπάρχει για σένα. Και πόση αγάπη πονεμένη, εναγκαλιστική, γυναικεία κατά την καλλίτερη έννοια, υπάρχει σ’ αυτή την φράση «κἀγώ αὐτόν ἀρῶ». «Ἀρῶ» : η πιο υψηλή και πιο δυ νατή πράξη που μπορεί να μας προταθή. Πώς ο Ιησούς να μη συγκινηθή εμπρός σε μια τέτοια ορμή της καρδιάς; Σου λέει : «Μαρία !» (Ιω. κ΄ 15).
          Μαρία, στρέφεις – για δεύτερη φορά – και, τη φορά αυτή, να η οριστική «μεταστροφή», η μεταστροφή ως πράξη αληθινής στροφής. Όταν εστράφηκες την πρώτη φορά. «Καί ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τά ὀπίσω καί θεωρεῖ τόν Ἰησοῦν ἐστῶτα (Ιω. κ΄ 14) – δεν εγνώρισες τον Διδάσκαλο -.      Από τι Τον γνωρίζεις λοιπόν τώρα, Αυτόν που ενόμισες για τον κηπουρό; Τον αναγνωρίζεις από το ότι σε φωνάζει  με το όνομά σου. Δεν λέει «Γύναι», όπως έκανε στην αρχή της συνάντησης αυτής. Σε λέει «Μαρία» (Ιω. κ΄ 15). Καλεί τον καθένα μας με τ’ όνομά του, το προσωπικό όνομά του και πέρ’ απ’ τ’ όνομα ετούτο, που μας ξεχωρίζει σαν άτομα, το όνομά μας στα χείλη του Ιησού υποδηλώνει και υπονοεί μια σχέση βαθειά, που δεν εκφράζεται, που δεν μπορεί να εκφρασθή και που μόνος ο Ιησούς κι’ εμείς μπορούμε να γνωρίσουμε. Μας ανυψώνει σε πρόσωπα, ο Ιησούς !
          Απαντάς εβραϊκά : «Ραββουνί» (Ιω. κ΄ 16). Η εβραϊκή έκφραση είχε χάσει κάτι από την αρχική της δύναμη, ωστόσο, η λέξη παίρνει μια επισημότητα και μια ιερότητα, επειδή βέβαια έχει ενσφηνωθή εδώ σε μια πρόταση αραμαϊκή, λαμβάνοντας τη θέση μιας κοινής αραμαϊκής λέξης. Κι η εβραϊκή λέξη «ραββουνί» είναι τόσο πλούσια σε σημασία … Κατά γράμμα σημαίνει «μεγάλε μου» στην λέξη αυτή. Όπως και στην λέξη «ραββί», ενώνονται δύο έννοιες, η έννοια της ανωτερότητας ή της κυριαρχίας και η έννοια μιας ολότελα προσωπικής ιδιοκτημοσύνης. «Κύριε, είσαι, σχετικά μ’ εμένα, ο μεγάλος, ο διδάσκαλος, κι ωστόσο, είσαι δικός μου, είσαι ο μεγάλος δικός μου, ο κύριός μου». Ποια λέξη, Μαρία, θα μπορούσε καλλίτερα να εκφράση τα αισθήματά σου απέναντι στον Κύριό σου;
          Ο Ιησούς αποκρίνεται : «Μή μου ἃπτου» (Ιω. κ΄ 17) και προσθέτει: «οὔπω γάρ ἀναβέβηκα πρός τόν πατέρα μου». Η φράση είν’ αρκετά «σκοτεινή» και πολλές ερμηνείες της επροτάθηκαν. Πρέπει μήπως να εννοήσωμε ότι η παλαιά σχέση του Ιησού  με τους δικούς του έληξε και ότι η νέα σχέση, αόρατη και βαθύτερη, δεν άρχισε ακόμη; Ή πρέπει να εννοήσωμε ότι ο Ιησούς ανέλαβε μια διαδικασία ανόδου προς τον Πατέρα και η διαδικασία αυτή δεν πρέπει ούτε να διαταραχθή ούτε να διακοπή; Ίσως, πρέπει να συνδέσωμε απλώς την φράση αυτή με την επόμενη : «Πορεύου δέ πρός τούς ἀδελφούς μου καί εἰπέ αὐτοῖς…» (Ιω. κ΄ 17). Δεν είναι ώρα, Μαρία, να βυθισθής σε μια θέαση ολότελα δική σου, ν’ αφεθής στην χαρά του οράματος. Θυσίασε την χαρά αυτή για το άμεσο έργο. Ο Διδάσκαλος σου εμπιστεύεται να εκτελέσης μια αποστολή στους μαθητές. Αυτό είναι το επείγον, αυτό είναι που πρέπει πρώτιστα να γίνη. Κι έτσι το εννοείς καλά : «Ἒρχεται ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἀπαγγέλλουσα τοῖς μαθηταῖς, ὅτι ἑώρακε τόν Κύριον καί ταῡτα εἶπεν αὐτῇ» (Ιω. κ΄ 18).
          Ειπέ μας, Μαρία, τί είδες στον κήπο;
          Είδα τον Κύριο αναστημένο. Έμαθα πως τώρα παίρνει άλλες μορφές κι όχι εκείνη που είμαστε συνηθισμένοι και πως τώρα πρέπει να Τον αναγνωρίζωμε με την εμφάνιση τού πιο ταπεινού κηπουρού. Έμαθα πως είναι όχι μονάχα ο Κύριος της ζωής, αλλά και ο Κύριος του θανάτου. Έμαθα πως αυτή η τρομακτική δύναμή Του δεν Τον εμποδίζει να καλή τους φίλους Του με τ’ όνομά τους. Κατάλαβα πως δεν αφήνει να διαψευσθούν για πάντα η μεγάλη ελπίδα κι η μεγάλη προσμονή, που τις γέννησε η αληθινή αγάπη γι’ Αυτόν. Είδα στον κήπο όλα αυτά, γιατί όλα αυτά αναφέρονταν σ’ Αυτόν, όλα αυτά ήταν Αυτός: είδα Αυτόν τον ίδιον στον κήπο.
          Μόνον έτσι, Φίλες και Φίλοι, μπορούμε να δούμε τον Ιησού, να μπούμε, δήλα δη, στον πυρήνα της αγάπης Του ! Μόνον μ’ αυτή την παιδικότητα μπορούμε να οικοδομήσωμε μια ουσιαστική σχέση μαζύ Του !
          Αυτού του είδους την «αφέλεια» πολύ περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, την έχομε ανάγκη σήμερα που η ΑΓΑΠΗ μας έχει ΠΑΓΩΣΕΙ κι η μετάγγισή της στις επερχόμενες γενιές είναι δυσοίωνη κι η προοπτική της επισφαλής. Μακάρι, να το αντιληφθούμε !...                           

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Δεν θα το αντιληφθούμε κ. Καυκόπουλε διότι η αγάπη μας είναι αλλού. Επαφή με τον Χριστό δεν υπάρχει αφού δεν υπάρχει διάθεση προσαρμογής στον νόμο Του.