Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2020

“ΤΟ ΟΥΚΡΑΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ” : Νέο βιβλίο του δρος. Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Α.Π.Θ. Αναστάσιου Κων. Βαβούσκου


 
“ΤΟ ΟΥΚΡΑΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ” : Νέο βιβλίο του δρος. Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Α.Π.Θ. Αναστάσιου Κων. Βαβούσκου

Προσπάθεια αποδόμησης της απόφασης της Ι. Σ. για την Ουκρανία και πυρά κατά Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β’ και Μητροπολίτη Πάφου Γεώργιου από τον καθηγητή Χρήστο Οικονόμου. 
Οι Μητροπολίτες Κύκκου Νικηφόρος και Ταμασού Ησαΐας , συνεπικουρούμενοι από τον καθηγητή Χρήστο Οικονόμου, ισχυρίζονται  ότι η απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας Κύπρου για την αναγνώριση του Αυτοκεφάλου της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας “δεν είναι δεσμευτική” για τους διαφωνούντες και μειοψηφήσαντες Ιεράρχες, επειδή δήθεν “εδώ έχουμε να κάνουμε με θέματα δόγματος, πίστεως, αλήθειας, που άπτονται του πυρήνα, της ζωής, της Εκκλησιολογίας, Χριστολογίας και Σωτηριολογίας”. Σημειώνουμε ότι τον  ισχυρισμό αυτό δεν τον έχουμε ακούσει ούτε από το Πατριαρχείο Μόσχας, ούτε από τον Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιο και τους Επισκόπους Αμαθούντος Νικόλαο , Λήδρας Επιφάνιο και Νεαπόλεως Πορφύριο, οι οποίοι δεν συντάχθηκαν με την απόφαση (25.11.2020) της Ιεράς Συνόδου. 
Ο ισχυρισμός των Κύκκου και Ταμασού, καθώς και του καθηγητή Οικονόμου, είναι έωλος.
 

Στην πραγματικότητα  οι  Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων και οι ερμηνείες επ’ αυτών κατατάσσουν τα ζητήματα αυτά στα διοικητικής φύσεως, τα οποία υπάγονται στην αρμοδιότητα της επαρχιακής συνόδου, σε αντίθεση με τα όντως ζητήματα πίστεως και δόγματος, που υπάγονται μόνον στην αρμοδιότητα της Οικουμενικής Συνόδου.
Το απόσπασμα  από το βιβλίο “Οι θεσμοί του αυτοκεφάλου και του αυτονόμου καθεστώτος στην Ορθόδοξη Εκκλησία (Μελέτες – Πηγές)”, Αναστάσιος Βαβούσκος (σε συνεργασία με τον Γρηγόριο Λιάντα Επίκουρο Καθηγητή Α.Ε.Α.Θ, Εκδόσεις Μέθεξις, 2014) είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό και αποτελεί έγκυρη επιστημονική απάντηση στον προβληθέντα ισχυρισμό των Κύκκου, Ταμασού και Οικονόμου. Ο Αναστάσιος Κων. Βαβούσκος είναι  διδάκτορας του Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,  με τίτλο διδακτορικής διατριβής «Θεμελιώδεις Αρχές Εκκλησιαστικής Δικονομίας – Η αρχή της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας των οργάνων απονομής της εκκκλησιαστικής δικαιοσύνης», στην οποία η Εξεταστική Επιτροπή απένειμε τον βαθμό: Άριστα.

*Ιδού το σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο του  Αναστάσιου Βαβούσκου
“Κανονικό θεμέλιο της αρμοδιότητας της συνόδου των Επισκόπων μιας εκκλησιαστικής περιφερείας εν γένει να επιλαμβάνεται ενός ζητήματος αποτελεί ο 37ος κανόνας των Αποστόλων, ο οποίος ορίζει: «Δεύτερον τοῦ ἔτους σύνοδος γινέσθω τῶν έπισκόπων, και ἀνακρινέτωσαν ἀλλήλως τά δόγματα τῆς εὐσεβείας, καί τάς ἐμπιπτούσας ἐκκλησιαστικάς ἀντιλογίας διαλυέτωσαν∙ ἅπαξ μέν, τῆ(υπογεγ) τετάρτῃ ἑβδομάδι τῆς Πεντηκοστής∙ δεύτερον δέ, Ὑπερβερεταίου δωδεκάτῃ» . Την  ίδια περιεχομένου ρύθμιση έχουν και:
α) ο 8ος κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου: «…Ἐπειδή δέ διά τε τάς τῶν βαρβάρων ἐπιδρομάς, διά τε τάς προσπιπτούσας ἑτέρας αἰτίας, ἀδυνάτως οἱ τῶν ἐκκλησιῶν πρόεδροι ἔχουσι δίς τοῦ ἐνιαυτοῦ τάς συνόδους ποιεῖσθαι, ἔδοξεν, ὥστε τρόπῳ παντί ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ τήν τῶν προγεγραμμένων ἐπισκόπων, διά τά ὡς εἰκός ἀναφυόμενα ἐκκλησιαστικά κεφάλαια, ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ γίνεσθαι σύνοδον…» ,
β) ο 6ος της Ζ΄ Οικουμενικής συνόδου: «…Τῆς δέ συνόδου γενομένης περί κανονικῶν καί εὐαγγελικῶν πραγμάτων, δεῖ τοῖς συναθροισθεῖσιν ἐπισκόποις ἐν μελέτῃ καί φροντίδι γίνεσθαι τοῦ φυλάττεσθαι τάς θείας καί ζωοποιούς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ» , 
γ) ο 20ος της Αντιοχείας: «Διά τάς ἐκκλησιαστικάς χρείας καί τάς τῶν ἀμφισβητουμένων διαλὐσεις, καλῶς ἔχειν ἔδοξε συνόδους καθ’ ἑκάστην ἐπαρχίαν τῶν ἐπισκόπων γίνεσθαι δεύτερον τοῦ ἔτους∙…»   και 
δ) ο 18ος της Καρθαγένης: «Διό βεβαιωτέον ἐστίν ἐν ταύτῃ τῆ(υπογεγ) ἁγίᾳ συνόδῳ, ὥστε κατά τούς ἐν Νικαίᾳ ὅρους, διά τάς ἐκκλησιαστικάς αἰτίας, αἵτινες πολλάκις ἐνιαυτόν σύνοδον συγκαλεῖσθαι, …» . 
Είναι γεγονός ότι οι ιεροί κανόνες, ενώ ως προς τα ζητήματα πίστεως είναι σαφείς, ως προς τα ζητήματα κανονικής τάξεως δεν χρησιμοποιούν  ούτε ενιαία ορολογία ούτε απαριθμούν, ποια ακριβώς είναι τα ζητήματα αυτά. ΄Ετσι ο 37ος κανόνας των Αποστόλων χρησιμοποιεί τον όρο «τάς ἐμπιπτούσας ἐκκλησιαστικάς ἀντιλογίας», ο 8ος κανόνας της Πενθέκτης τον όρο «ἐκκλησιαστικά κεφάλαια», ο 6ος κανόνας της Ζ΄ Οικουμενικής τον όρο «κανονικῶν καί εὐαγγελικῶν πραγμάτων», ο 20ος κανόνας της Αντιοχείας τον όρο «ἐκκλησιαστικάς χρείας καί τάς τῶν ἀμφισβητουμένων διαλὐσεις» και ο 18ος της Καρθαγένης τον όρο «ἐκκλησιαστικάς αἰτίας».
Απάντηση στο ζήτημα δίνουν οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις των σχολιαστών των ιερών κανόνων. Ο Ι. Ζωναράς στα ερμηνευτικά του σχόλια υπό τους κανόνες 6 της Ζ΄ Οικουμενικής και 20 της Αντιοχείας φαίνεται να εντάσσει στα ζητήματα κανονικής τάξεως τις υποθέσεις δικαστικού και διοικητικού χαρακτήρα, καθώς και τις παραβιάσεις των επιταγών του Ευαγγελίου, σημειώνοντας χαρακτηριστικώς στο μεν σχόλιό του υπό τον 6ο κανόνα ότι: «…Κανονικά μέν οὖν πράγματα, εἶεν ἄν οἰ ἀφορισμοί, εἰ δικαίως γίνονται σκοπούμενοι, εἰ δέ οἰκονόμων, ὄντων ἐκ τῶν κλήρων αὐτῶν, τά τῶν ἐκκλησιῶν διοικοῦσιν ἐπίσκοποι∙ καί τοιαῦτα τινα, ἅ οἱ κανόνες γίνεσθαι διατάττονται. Εὐαγγελικά δέ, ἅ διά τοῦ Εὐαγγελίου ἡμῖν ἐπιτάττονται, οἷον ἐστι τό βαπτίζειν εἰς ὄνομα Πατρός, καί Υἱοῦ, καί ἁγίου Πνεύματος, καί τό μή ἐκβάλλειν τινά τήν γυναίκα αὐτοῦ, ἐκτός λόγου πορνείας, καί ἄλλα τοιαῦτα» , στο δε υπό τον 20ο κανόνα σχόλιό του ότι: «..Λέγει δέ ὁ παρών κανών τάς συνόδους ὀφείλειν γίνεσθαι διά τάς ἐκκλησιαστικάς χρείας, ἤγουν τάς περί τινων καταστάσεων ἐκκλησιαστικῶν ζητήσεις, καί τάς τῶν ἀμφισβητουμένων διαλύσεις, ἤτοι τάς αἰτιάσεις τάς παρά τινων ἴσως κατ’ ἐπισκόπων φερομένα,. ὡς ἀδίκως αὐτούς άφορισάντων, ἤ καθελόντων, καί ἄλλας τινάς τοιαύτας ἀμφιβολίας…».
Με την άποψη αυτή φαίνεται να συντάσσεται και ο Θ. Βαλσαμών, ο οποίος στο ερμηνευτικό του σχόλιο υπό τον 6ο κανόνα της Ζ΄ Οικουμενικής σημειώνει: «…Καί κανονικαί μέν παραδόσεις εἰσίν οἱ εὔλογοι καί παράλογοι ἀφορισμοί, αἱ καταταγαί τῶν κληρικῶν, αἱ διοικήσεις τῶν ἐπισκοπικῶν πραγμάτων, καί τά τοιαῦτα».
Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω, στα ζητήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα της επαρχιακής συνόδου, θα πρέπει να περιληφθούν η καταδίκη των αιρέσεων, η άσκηση της δικαιοδοτικής εξουσίας, η χειροτονία των κληρικών, η εκλογή και χειροτονία επισκόπων,  οι μεταθέσεις επισκόπων, η διοίκηση των επισκοπικών υποθέσεων, η διοίκηση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Ιδιαιτέρως, όμως, αυτό της εκλογής και χειροτονίας των Επισκόπων, με κορυφαία έκφραση του την εκλογή και χειροτονία του Μητροπολίτη – Προέδρου της συνόδου, ο οποίος συνιστά την «κεφαλή» της τοπικής Εκκλησίας.”


Πριν μερικές μέρες κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του   Αναστάσιου Κων. Βαβούσκου , με τίτλο: “Το Ουκρανικό Ζήτημα”. Στο βιβλίο αυτό ο συγγραφέας  διαπραγματεύεται συνολικώς όλες τις παραμέτρους, που συνθέτουν την εικόνα του επίμαχου Ουκρανικού εκκλησιαστικού  ζητήματος.
Ιδιαιτέρως, ερμηνεύεται το Γράμμα Εκδόσεως του 1686, η ανάλυση του οποίου οδηγεί στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα, ότι διά του Γράμματος αυτού εκχωρήθηκε στον Πατριάρχη Μόσχας μόνον το δικαίωμα χειροτονίας του Μητροπολίτη Κιέβου υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και σε καμία περίπτωση δεν μεταβιβάσθηκε στο Πατριαρχείο Μόσχας η κανονική δικαιοδοσία επί της Μητροπόλεως Κιέβου. Το ως άνω συμπέρασμα ενισχύεται επίσης από την παρουσίαση της προσωπικότητας του υπογράψαντος το Γράμμα Εκδόσεως Οικουμενικού Πατριάρχη Διονυσίου Δ΄ του Μουσελίμ, αλλά και από όμοια Γράμματα Εκδόσεως του ιδίου αλλά και ετέρων Οικουμενικών Πατριαρχών.
Τέλος, και μετά από ενδελεχή ιστορικοκανονική διαπραγμάτευση όλων των επιμέρους θεμάτων, που ανέκυψαν πριν αλλά και μετά την υπογραφή του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου περί αυτοκεφάλου της νέας Ουκρανικής Εκκλησίας, ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι η πλέον ενδεδειγμένη λύση είναι η σύγκληση Συνόδου Προκαθημένων, όπου οι μεν Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες θα εκφρασθούν «εν συνόδω», δηλαδή θα καταθέσουν εγγράφως τις απόψεις τους, “ο δε πρόεδρος αυτής Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος Α΄ θα επεξηγήσει στους Προκαθημένους των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, που έχουν αντίθετη άποψη, την νομοκανονική βάση των ενεργειών και αποφάσεων της Μητέρας Εκκλησίας”.
Αναφορικά με την μανιώδη προσπάθεια αμφισβήτησης του δικαιώματος του Οικουμενικού Πατριαρχείου σχετικά με την παραχώρηση αυτοκεφαλίας ο κ. Βαβούσκος σε παλαιότερο άρθρο του, με τίτλο:  Ο αποκλειστικός χαρακτήρας του δικαιώματος του Οικουμενικού Πατριαρχείου περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου” έχει γράψει:
Η ειδησεογραφία των τελευταίων ημερών, ιδίως μετά την πρόσφατη απόφαση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έφερε στο προσκήνιο διάφορους μη θεσμικούς προβληματισμούς άλλων Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η θέση υπό αμφισβήτηση του μη αποκλειστικού χαρακτήρα της αρμοδιότητας του Οικουμενικού Πατριαρχείου για παραχώρηση αυτοκεφάλου καθεστώτος
Η αμφισβήτηση όμως αυτή έχει κάποια κανονική βασιμότητα ή όχι; Θα το δούμε αμέσως παρακάτω.
Το ζήτημα της παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος εντάσσεται στο ευρύτερο θέμα της μεταβολής του καθεστώτος κανονικής δικαιοδοσίας μέσω της δημιουργίας νέας εκκλησιαστικής περιφέρειας και της διαδικασίας, που πρέπει να ακολουθηθεί βάσει των ιερών κανόνων.
Οι ιεροί κανόνες, που ρυθμίζουν το ζήτημα, είναι ο 12ος της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου και ο 38ος της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου (βλ. τα κείμενα σε Α. Βαβούσκου, Νομοκανονικός Κώδικας, εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2016, 27, 47).
Εξ αυτών, ο μεν 12ος κανόνας απαγορεύει την απόσπαση εκκλησιαστικής επαρχίας (Επισκοπής) από την υφιστάμενη μείζονα εκκλησιαστική περιφέρεια (Μητρόπολη) στην οποία η επισκοπή υπάγεται, και την αναβίβασή της σε μητρόπολη με πολιτειακή πράξη, κατόπιν αιτήματος του επισκόπου, που διοικεί την αποσπόμενη επισκοπή και κατ’ αποκλεισμό των αρμοδίων οργάνων της Εκκλησίας.
Ο δε ο 38ος κανόνας θεσμοθετεί την υποχρέωση της Εκκλησίας, να ακολουθεί τις πρωτοβουλίες της Πολιτείας σε θέματα διοικητικής μεταρρυθμίσεως και ειδικότερα όταν η Πολιτεία δημιουργεί κατ’ ουσίαν νέα πόλη, επιβάλλει στην Εκκλησία να προβεί σε ανάλογη πρωτοβουλία απονομής στη νέα πόλη – και στην νέα περιφέρεια αυτής – των αναλογούντων σ’ αυτή εκκλησιαστικών προνομίων.
Οι δύο ως άνω κανόνες, προστιθεμένων και των γενικών αρχών κανονικής δικαιοδοσίας, αποτέλεσαν και την κανονική βάση, επί της οποίας θεμελιώθηκαν νομοκανονικώς όλες οι Πράξεις περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου, αλλά και αυτονόμου, καθεστώτος στις νυν υφιστάμενες Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες (βλ. τα κείμενα των Πράξεων σε Αν. Βαβούσκου – Γρ. Λιάντα, Οι θεσμοί του αυτοκεφάλου και του αυτονόμου καθεστώτος στην Ορθόδοξη Εκκλησία / Μελέτες – Πηγές, εκδόσεις Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2014).
Περαιτέρω, όλες οι μέχρι σήμερα εκδοθείσες Πράξεις περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου, αλλά και αυτονόμου, καθεστώτος εκδόθηκαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείου, κατόπιν υποβληθέντος προς αυτό αιτήματος. Η διαδικασία, δε, αυτή ακολουθήθηκε τόσον στην περίπτωση που η παραχώρηση του αυτοκεφάλου καθεστώτος έγινε συμφώνως προς τους ιερούς κανόνες (βλ. ενδεικτικώς τις περιπτώσεις του Πατριαρχείου Σερβίας, Πατριαρχείου Γεωργίας, Αρχιεπισκοπής Πολωνίας, Αρχιεπισκοπής Φιλανδίας, Μητροπόλεως Ταλίνης και πάσης Εσθονίας) όσον και στην περίπτωση που της παραχωρήσεως αυτού προηγήθηκε περίοδος αντικανονικότητας ως προς την ίδρυση και λειτουργία της «ανεξάρτητης» εκκλησίας, η οποία περίοδος αντικανονικότητας αποκαταστάθηκε στη συνέχεια με την έκδοση της σχετικής Πράξεως από την Ιερά σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου (βλ. ενδ. τις περιπτώσεις του Πατριαρχείου Ρουμανίας, Εκκλησίας Ελλάδος, Αρχιεπισκοπής Αλβανίας, Πατριαρχείου Βουλγαρίας).
Έτσι, το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχώρησε αυτοκέφαλο καθεστώς:
1.   στην Εκκλησία της Σερβίας: α) επί Σερβικής Ηγεμονίας, κατόπιν κοινής αιτήσεως Πολιτείας και τοπική Εκκλησίας, η οποία υποβλήθηκε στο όνομα του σερβικού λαού, β) επί Βασιλείου Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, κατόπιν κοινής αιτήσεως Πολιτείας και τοπικής Εκκλησίας
2.   στην Εκκλησία της Ρουμανίας, κατόπιν αιτήσεως της τοπικής Εκκλησίας με τη συναίνεση της Πολιτείας
3.   στην Εκκλησία της Βουλγαρίας, κατόπιν αιτήσεως της τοπικής Εκκλησίας
4.   στην Εκκλησία της Γεωργίας, κατόπιν αιτήσεως της τοπικής Εκκλησίας
5.   στην Εκκλησία της Ελλάδος: α) κατόπιν αιτήσεως των Ιεραρχών της τοπικής Εκκλησίας διά την Πολιτείας (Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος του 1850), β) κατόπιν αιτήσεως της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος (Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1866), γ) κατόπιν χωριστών αιτήσεων της Πολιτείας και της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος (Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1882). Ως προς δε την μερική προσωρινού χαρακτήρα μεταβολή του καθεστώτος των Ιερών Μητροπόλεων των Νέων Χωρών, διά της οποίας η διοίκηση των Ιερών αυτών Μητροπόλεων παραχωρήθηκε στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, αυτή επήλθε εξ ιδίας πρωτοβουλίας (αυτεπαγγέλτως) του Οικουμενικού Πατριαρχείου διά της σχετικής Πράξεως του 1928.
6.   στην Εκκλησία της Πολωνίας, κατόπιν αιτήσεως της τοπικής Εκκλησίας
7.   στην Εκκλησία της Αλβανίας, κατόπιν αιτήσεως του πληρώματος της τοπικής Εκκλησίας, η οποία συνοδεύθηκε από τις διαβεβαιώσεις της Πολιτείας για πλήρη αυτοτέλεια και ελευθερία της νέας Αυτοκέφαλης Εκκλησίας.
8.   στην Εκκλησία Τσεχίας και Σλοβακίας, κατόπιν αιτήσεως της τοπικής Εκκλησίας με τη σύμφωνη γνώμη του λαού και του κλήρου.
Όπως, λοιπόν, προκύπτει από τα παραπάνω, η διαδικασία για παραχώρηση αυτοκεφάλου καθεστώτος:
1.   κινείται: α) είτε κατόπιν αιτήσεως από την τοπική Εκκλησία, η οποία επιθυμεί την παροχή αυτοκεφάλου καθεστώτος, β) είτε κατόπιν αιτήσεως από την Πολιτική Αρχή, εντός των γεωγραφικών ορίων της οποίας υπάρχει η αιτούσα το αυτοκέφαλο καθεστώς τοπική Εκκλησία, γ) είτε κατόπιν αιτήσεως του πληρώματος της τοπικής Εκκλησίας, δ) είτε κατόπιν συνδυαστικής πρωτοβουλίας των προαναφερθέντων με διακριτούς και διάφορους ρόλους ο καθένας κατά περίπτωση, χωρίς να αποκλείεται και η αυτεπάγγελτη κίνηση της σχετικής διαδικασίας από το αρμόδιο θεσμικό όργανο της Εκκλησίας.
2.   το σχετικό αίτημα υποβάλλεται και απευθύνεται πάντοτε προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Την διαδικασία αυτήν ακολούθησαν, όπως ευχερώς διαπιστώνεται από τα προεκτεθέντα, όλες οι νυν Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες αυτοβούλως και ελευθέρως, δίχως ουδεμία πίεση ή προσπάθεια χειραγωγήσεως της βουλήσεώς τους. Τούτο σημαίνει, ότι όλες οι Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες αναγνώρισαν την κανονικότητα της διαδικασίας, η οποία ακολουθείται από αυτές επί μακρόν και κατά ομοιόμορφο τρόπο. Υπό αυτό το πρίσμα, οι ίδιες οι Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες διά της μακράς και ομοιόμορφης πρακτικής, η οποία ακολουθείται από αυτές απαρεγκλίτως, συνέστησαν έθιμο, δημιουργώντας διά του τρόπου αυτού κανόνα δικαίου. Παρήγαγαν δηλαδή οι ίδιες δι’ εαυτές Δίκαιο, εφαρμόζοντας στην πράξη τον 87ο κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου, κατά τον οποίο (βλ. το κείμενο σε Α. Βαβούσκου, Νομοκανονικός Κώδικας, Εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2016, 216): «Πρῶτον μέν οὗν, ὅ μέγιστον ἐπί τῶν τοιούτων ἐστί, τό παρ’ ἡμῖν ἔθος, ὅ ἔχομεν προβάλλειν, νόμου δύναμιν ἔχον, διά τό ὑφ’ ἁγίων ἀνδρῶν τοὐς θεσμούς ἡμῖν παραδοθῆναι. Τοῦτο δε τοιοῦτον έστίν.». Και για να ενισχύσω έτι περαιτέρω την άποψή μου, θα παραθέσω και τις απόψεις των κανονολόγων Ι. Ζωναρά και Θ. Βαλσαμώνος στα σχόλιά τους υπό τον κανόνα αυτόν (βλ. τα κείμενα σε Ράλλη – Ποτλή, Σύνταγμα, Τ. 4, 264 και 268 αντιστοίχως. Γράφει ο Ι. Ζωναράς: «Ἡ μακρά συνήθεια ἀντί νόμου κρατεῖ, ἐν οἷς οὐκ ἔστιν ἔγγραφος. ἔθος δέ λέγει ὁ ἅγιος οὗτος, τό ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐνεργούμενον», ο δε Θ. Βαλσαμών σημειώνει: «Σημείωσαι δέ ἀπό ταύτης, ὅτι καί τά ἄγραφα ἐκκλησιαστικά ἔθη, ὡς οἰ ἔγγραφοι κανόνες, τό ἀπαρεγχείρητον ἔχουσι». Έχω την αίσθηση, ότι απόδοση στην νέα ελληνική δεν απαιτείται.
Κατόπιν των ανωτέρω, η οποιαδήποτε αμφισβήτηση εκ μέρους οποιασδήποτε εκ των Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών του αποκλειστικού χαρακτήρα του δικαιώματος του Οικουμενικού Πατριαρχείου να παραχωρεί αυτοκέφαλο καθεστώς, συνιστά άμεση αμφισβήτηση του κύρους και του υποστατού όλων των μέχρι σήμερα εκδοθεισών Πράξεων περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος. Τούτο σημαίνει, ότι οι ίδιες οι Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες αμφισβητούν με τον τρόπο αυτόν ευθέως την ίδια την κανονικότητα της υποστάσεώς τους ως Αυτοκεφάλων Εκκλησιών και την ίδια την αυθυπαρξία τους. Κατά το κοινώς λεγόμενο, ας μου επιτραπεί η έκφραση, «πυροβολούν τα πόδια τους».

Χρ. Οικονόμου: “Οι απόψεις του Αρχιεπισκόπου και του Πάφου είναι εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας, Χριστολογίας και Σωτηριολογίας”.
Την απόφαση της Ιεράς Συνόδου για την αναγνώριση της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Εκκλησίας Ουκρανίας σχολίασε ο συνεργάτης και φίλος του Μητροπολίτη Κύκκου Νικηφόρου ο καθηγητής Χρήσστος Οικονόμου,  πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, τ. κοσμήτορας και πρόεδρος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,
Μιλώντας στην εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού SIGMA «Πρωτοσέλιδο» με τον δημοσιογράφο Ανδρέα Δημητρόπουλο, o κ. Οικονόμου υποστήριξε ότι η  η απόφαση της Ιεράς Συνόδου “εμπεριέχει μια αντιφατικότητα σε σχέση με τις προηγούμενες, επί τούτου, ομόφωνες αποφάσεις για το Ουκρανικό Ζήτημα”.
 Με την απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 2019 τέθηκαν συγκεκριμένα ερωτήματα, “τα οποία δεν ήρθησαν, αλλά και δεν απαντήθηκαν από την χθεσινή απόφαση της Ιεράς Συνόδου”, είπε. 
Απαντώντας σε ερώτηση του κ. Δημητρόπουλου κατά πόσο η χθεσινή  απόφαση  έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, ο κ. Οικονόμου απάντησε αρνητικά,  διότι , ισχυρίστηκε “έχουμε να κάνουμε με θέματα δόγματος, πίστεως, αλήθειας, που άπτονται του πυρήνα, της ζωής, της Εκκλησιολογίας, Χριστολογίας και Σωτηριολογίας».  Επικαλέστηκε  σε τέσσερα ιστορικά παραδείγματα Συνόδων (Ιέρειας, Εφέσου, ΚΠόλεως 1344, Φερράρας – Φλωρεντίας), που η διαφωνία των μειοψηφούντων (Θεόδωρος ο Στουδίτης, Άγιος Βλαβιανός, Γρηγόριος Παλαμάς, Μάρκος ο Ευγενικός), αλλά «ισταμένων επί την αλήθεια», ανέτρεψε τις ειλημμένες αποφάσεις της πλειοψηφίας.
Στη συνέχεια, μίλησε απαξιωτικά για την Ιερά Σύνοδο , την οποία επέκρινε ότι  «είχε μία διατεταγμένη υπηρεσία. Να στηρίξει αυτή την αντικανονική και αντικαταστατική ενέργεια του Αρχιεπισκόπου». Στήριξε, μάλιστα, την θέση του αυτή με “το παράδειγμα συγκεκριμένων Ιεραρχών, μελών της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, πέραν από τους 7, οι οποίοι στη Συνεδρία της Δευτέρας 23.11.2020 κατέθεταν διαφορετικές θέσεις και απόψεις και δήλωναν, ενώπιον της ολομέλειας της Συνόδου, ότι δεν μπορούν κατά συνείδησιν να ψηφίσουν υπέρ της αναγνώρισης του Ουκρανικού “Αυτοκεφάλου”. Ωστόσο, απέφυγε να γίνει σαφής. 
Ο κ. Οικονόμου  σχολίασε και την θέση που εξέφρασε ο Μητροπολίτης Πάφου ότι πρόκειται για μια απλή μνημόνευση, λέγοντας : «Η μνημόνευση έχει ουσιαστικό, εκκλησιολογικό και σωτηριολογικό υπόβαθρο και αυτό δεν μπορεί να αγνοείται».
Συνεπώς, είπε , η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου, υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, “σαφώς θεωρεί Δογματικό το θέμα, που άπτεται στον πυρήνα της Ιερωσύνης και Αρχιερωσύνης του Επιφανίου, «της εγκυρότητας της χειροτονίας και των μυστηρίων που τελούνται από την Ηγεσία αυτή (δηλ. τον Επιφάνιο)». Επειδή θεωρούν τη χειροτονία του άκυρη, γι’ αυτό άκυρα είναι και τα μυστήρια που τελεί”.
Όσοι μετέχουν άκυρων μυστηρίων, δεν έχουν άφεση αμαρτιών και ζωή αιώνιο. Οπότε, οι απόψεις του Αρχιεπισκόπου και του Αγίου Πάφου είναι εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας, Χριστολογίας και Σωτηριολογίας.
Εξάλλου, αναφέρεται σαφώς στην ομόφωνη απόφαση του Φεβρουαρίου 2019: «Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου συνήλθε σήμερα Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019, σε έκτακτη συνεδρία», όπως αναφέρεται στην ομόφωνη απόφασή της, «υπό την προεδρία της Α.Μ. του Αρχιεπισκόπου Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου και συζήτησε, εκτενώς, το θέμα που αφορά στο Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ουκρανίας και το οποίο, όπως έχει εξελιχθεί, άπτεται του θέματος της ενότητος στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας».
Επίσης, υποστήριξε ότι « και στην περίπτωση της επίτευξης της ενότητας γύρω από τη νέα Ηγεσία (δηλ. τον Επιφάνιο), θα πρέπει και πάλιν το Οικουμενικό Πατριαρχείο να βρει τρόπο καθησύχασης της συνείδησης των πιστών για την εγκυρότητα της χειροτονίας και των μυστηρίων.  που τελούνται από την Ηγεσία αυτή».
Παρακολουθείστε, στη συνέχεια, ολόκληρη τη συνέντευξη: εδώ 

Δεν υπάρχουν σχόλια: