Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2021

Ένα διαμαντάκι στα αζήτητα

  
Μικρές ιστορίες του χθες και του σήμερα

Κυριακή μεσημέρι, ώρα τέσσερεις, άφησε τη χουζούρα του σπιτιού της και ήλθε στο Νοσοκομείο Παίδων για να επισκεφθεί την τετράχρονη ανιψιά της. Είχε κάνει εκτάκτως εισαγωγή για προληπτικούς λόγους, εξαιτίας μιας ιογενούς γαστρεντερίτιδας που την ταλαιπωρούσε. Μπήκε φουριόζα στο θάλαμο κουβαλώντας το μισό Jumpo (που λέει ο λόγος!), για να καλοκαρδίσει τη μικρή πριγκίπισα που όλο γκρίνιαζε κι όλο χαϊδευόταν γιατί πονούσε η κοιλίτσα της, γιατί δεν της άρεσε ο λαπάς, γιατί δεν είχε φορτίσει το τάμπλετ, γιατί ... γιατί ...


Δεν είχε περάσει ούτε μισάωρο, όταν δυο κοπέλες φάνηκαν χαμογελαστές στην πόρτα. Όλα τα παιδάκια ανασηκώθηκαν από τα κρεβάτια τους, σαν να τις ήξεραν. «Είναι από την εθελοντική διακονία ασθενών» της είπε ψιθυριστά η αδελφή της και μαμά της μικρής. «Έρχονται συχνά εδώ. Παίζουν με τα παιδάκια. Τους τραγουδάνε, τους διαβάζουν παραμύθια... Να χαρούν μια στάλα κι οι μανούλες που πόσες μέρες τώρα, κοιμούνται πάνω σε μια καρέκλα με το αυτί τεντωμένο ... Μην κλάψει, μην βγει ο ορός, μην είναι η ώρα που θα πάρει το φάρμακο ...»

Γύρισε και κοίταξε τα παιδάκια που είχαν κυκλώσει τις κοπέλες και χαμογελούσαν. Τότε πρόσεξε πως στην άκρη του θαλάμου ήταν ένα παιδάκι μόνο, κατάμονο στη μέση ενός κρεβατιού και κοιτούσε απορημένο τα άλλα γύρω.

«Το άφησαν εδώ ... έχει χρόνια προβλήματα υγείας» είπε η αδελφή της που διάβασε στα μάτια της την απορία.

«Και δεν ...» άρχισε να ρωτά, αλλά σταμάτησε ευθύς.

«Ναι, δεν το θέλησε ποτέ κανείς ως τώρα, έτσι λένε εδώ» συνέχισε η αδελφή της, μαντεύοντας την ερώτηση.

Μια νοσοκόμα πλησίασε το κρεβατάκι της μικρής, για να δει πώς πέφτει ο ορός και άκουσε την κουβέντα τους. «Εδώ μόνο τα απολύτως υγιή έχουν πιθανότητες» τους είπε φεύγοντας.

Απόμεινε να κοιτάζει το παιδί, που τώρα κοιτούσε με ορθάνοιχτα μάτια μια εκείνην και μια τη νοσοκόμα που έβγαινε βιαστικά για να συνεχίσει τη νοσηλεία στο διπλανό θάλαμο.

«Μόνο τα απολύτως υγιή ...» μουρμούρισε. «Γιατί αυτό είναι ούργιο [1] ή λειψό [2]», που θα ’λεγε κι ο σχωρεμένος ο παππούς της, ο Αγαπητός. Μπορεί όντως να ’τανε έτσι. Έχει όμως, τόσο όμορφα μάτια ... Κι ας την κοιτούν παραπονεμένα.

Του χαμογέλασε διστακτικά. Και τότε εκείνο άπλωσε τα χεράκια του! Δεν άντεξε. Κίνησε προς το μέρος του. Το παιδί γαντζώθηκε σαν γατάκι πάνω της και την έσφιξε. Χωρίς να βγάλει άχνα. Μόνο την έσφιγγε. «Χριστέ μου!» ψιθύρισε και γέμισαν τα μάτια της δάκρυα.

Η ανιψιά που είδε τη σκηνή καμώθηκε πώς ζαλιζόταν και γρήγορα τους απέσπασε την προσοχή, αναγκάζοντας το παιδί να ξαναγυρίσει στη μοναξιά του.

Όταν ήρθε η ώρα να φύγει δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην επιθυμία να το ξαναδεί, έστω και φευγαλέα. Εκείνο, που δεν είχε πάρει όλη την ώρα τα μάτια του από πάνω της, την είδε που σηκώθηκε, τέντωσε το κορμάκι του προς τα μπρος και της χάρισε ένα χαμόγελο, τόσο πλατύ, τόσο αγνό, τόσο μαργαριταρένιο ...

Ταράχτηκε, χωρίς να ξέρει το γιατί. Διέσχισε βιαστικά το διάδρομο και λίγο πριν πάρει το ασανσέρ κοντοστάθηκε μπροστά στο γραφείο των νοσοκόμων. Ζήτησε πληροφορίες για το παιδί. Δεν της είπαν πολλά. Έμαθε ότι είναι από ένα χωριό του Ψηλορείτη κι ότι η κατάσταση της υγείας του δεν του επιτρέπει ούτε να πάει στο σπίτι των παππούδων του, των νόμιμων κηδεμόνων του, μα ούτε και να βρει μια αγκαλιά. «Έχετε υπόψη σας τη διαδικασία της αναδοχής;» τη ρώτησε η νοσοκόμα, βλέποντας ολοκάθαρη τη λαχτάρα στα μάτια της. Δεν χρειάστηκε να σκεφτεί πολύ. Άφησε τηλέφωνο για να επικοινωνήσει μαζί της η κοινωνική λειτουργός κι έφυγε πετώντας.

Μπαίνοντας στο μετρό, αισθανόταν ότι έκανε βιαστικές ενέργειες. «Α, ρε καρδιά, σ’ ακούει το μυαλό να κάνεις όνειρα και γελάει» θυμήθηκε ένα γκράφιτι που είδε έξω από ένα Λύκειο τις προάλλες. Έφτασε σπίτι αλλά δεν μπορούσε να ησυχάσει. Η παραχαϊδεμένη ανιψιά, το ολομόναχο παιδάκι, οι κυρίες της εθελοντικής διακονίας, όλα είχαν γίνει ένα κουβάρι που της είχε αιχμαλωτίσει τη σκέψη και την καρδιά.

Πήγε στα εικονίσματα. Η ματιά της πλανήθηκε στο Χριστό, στη μάνα Παναγιά, στον Άγιο Άνθιμο, στον Άγιο Νικηφόρο το λεπρό -κι οι δυο αγαπημένοι άγιοι του νησιού τους!- και στον παππού της τον Αγαπητό. Είχε κρεμάσει τη φωτογραφία του «καρσί[3] απ΄τα κονίσματα». Γιατί πίστευε πως έτσι, καρσί ήταν και στον ουρανό. Ο παππούς της ο Αγαπητός, ήταν αγαπητός όνομα και πράγμα. Ο Άγιος Άνθιμος τον είχε δεξί του χέρι στα χτήματα του λωβοκομείου[4] στη Χιό. Ο παππούς γνώρισε εκεί πολλούς «λειψούς». Λειψούς για τα μάτια του κόσμου, μα μαργαριτάρια πολύτιμα για τα μάτια του Θεού. Και πρώτα και πάνω από όλους ο Νικηφόρος. Ο Άγιος Νικηφόρος πλέον! Κρίμα που ο παππούς δεν πρόλαβε στη ζωή την αγιοκατάταξή του. Τον θυμάται όμως, μικρό παιδάκι εκείνη, να λέει «ο πάτερ Νικηφόρος είχε πιάσει από νωρίς στασιδάκι στον ουρανό».

Στο σπίτι του παππού είχε δει πρώτη φορά να βάζουν τις φωτογραφίες μαζί με τα κονίσματα. Στο δικό του εικονοστάσι ήταν σιμά – σιμά ο Χριστός με την Παναγιά, ο Άγιος Ισίδωρος ο Χίος, ο Άγιος Μάρκος ο εν Χίω και παραδίπλα μια φωτογραφία με τον Άγιο Νικηφόρο παρέα με τον Άγιο Γέροντα Άνθιμο. Όταν ο παππούς μιλούσε στην προσευχή του στο Χριστό, ύστερα γύριζε και τα έλεγε άλλη μια φορά στους «δικούς του», τον πάτερ Άνθιμο και τον πάτερ Νικηφόρο που ’χανε πιάσει «νωρίς στασιδάκι στον ουρανό». Και τους θυμιάτιζε μαζί με τα κονίσματα, όχι γιατί ήθελε να βάλει την κρίση του πάνω από την κρίση της Εκκλησίας και να τους κάνει από μόνος τους αγίους –Θεός φυλάξοι! –, αλλά να, μέσα του πίστευε πως ήταν αγιασμένοι άνθρωποι.    

Βυθισμένη στις σκέψεις δεν άκουσε τον άντρα της που μπήκε στο διαμέρισμα. «Ακούς τι λες;» την αποπήρε εκείνος μόλις του ’πε για το παιδάκι στο Παίδων. «Έχεις καταλάβει τι θέλεις; Την κατάστασή μας την ξέρεις» συνέχισε φανερά εκνευρισμένος.

Δεν του ’πε τίποτα. Αλλά το βράδυ, όταν εκείνος απορροφημένος έβλεπε την ‘Αθλητική Κυριακή’, εκείνη γονατιστή μπροστά στα κονίσματα παρακαλούσε τη μάνα Παναγιά και τους Αγίους της για το μικρό άγνωστο παιδάκι εκεί στην άκρη του θαλάμου στο Νοσοκομείο Παίδων. Κι όταν τέλειωσε την προσευχή γύρισε στη φωτογραφία του παππού και του ’πε «Δεν είναι κρίμα παππού μου, δεν είναι άδικο, να μην έχει μια αγκαλιά, επειδή είναι λειψό;»

Και το επόμενο βράδυ και το μεθεπόμενο και όλα τα επόμενα βράδυα γονατιστή μπροστά στα εικονίσματα δεόταν για όλα τα πλάσματα που, όντας στα αζήτητα των νοσοκομείων διψούσαν για ένα χάδι και μια αγκαλιά.

Ήταν δεύτερη μέρα της Πρωτοχρονιάς όταν χτύπησε το τηλέφωνό της. Από την άλλη άκρη της γραμμής η κοινωνική λειτουργός την καλούσε να έλθει σε δυο μέρες στο Νοσοκομείο για τα διαδικαστικά της πρώτης φάσης της αναδοχής.

Γύρισε με αγωνία και κοίταξε τον άντρα της που έτυχε να είναι δίπλα της. Εκείνος όμως, χαμογελούσε! «Κρίμα που πρέπει να περιμένουμε δυο μέρες» της είπε και της έσφιξε το χέρι.

Στις 4 του Γενάρη, μνήμη του Οσίου Νικηφόρου του λεπρού, στις 7 παρά τέταρτο το πρωί περίμεναν υπομονετικά μαζί με το σύζυγό της έξω από το γραφείο της, να έλθει η κοινωνική λειτουργός του Νοσοκομείου Παίδων. Τα υπόλοιπα έγιναν τόσο γρήγορα που ούτε το κατάλαβαν.

Όταν μπήκαν στο σπίτι, ο μικρός κοιτούσε αμίλητος για κάμποση ώρα τριγύρω. Εκείνοι τον παρακολουθούσαν διακριτικά, χωρίς να μιλάνε. «Δώστε του χρόνο και μη φοβάστε, θα σας εμπιστευτεί εύκολα» τους είπε φεύγοντας η ψυχολόγος. 

Κάποια στιγμή όταν το παιδί χόρτασε από την βόλτα του ματιού, ξέφυγε από την αγκαλιά της και, λες είχε ξανάρθει στο σπίτι, διέσχισε το καθιστικό, μπήκε στο μεγάλο διάδρομο και όρμησε στο υπνοδωμάτιό τους. Εκεί κοντοστάθηκε. Απέναντί του ακριβώς ήταν το κομοδίνο της. Κι από πάνω το εικονοστάσι. Έκανε διστακτικά δυο βήματα. Ύστερα πλησίασε κι άλλο, άγγιξε απαλά με τα χεράκια του τη φωτογραφία του παππού Αγαπητού και μετά στήλωσε τα ματάκια του στον Άγιο Νικηφόρο κι ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του.

Ανήσυχοι οι ανάδοχοι γονείς, έφτασαν στο υπνοδωμάτιο. «Κοίτα! Το μικρό έπιασε γνωριμία με τους αγίους του νησιού μας» είπε ο άντρας. Και στρέφοντας το κεφάλι του στη γυναίκα του είπε χαμογελώντας «Αλήθεια, δεν πρόσεξα τα χαρτιά του, από τη Χιο είναι;» Χαμογέλασε εκείνη και του ’δειξε τη εικόνα του Αγίου Νικηφόρου. «Πατριωτάκι του είναι, τον είδε κι ανεγάλλιασε[5] η ψυχή του».

Το μικρό τους διαμαντάκι εξακολουθούσε να χαμογελά στον Άγιο. Δυο διαμάντια κύλησαν αργά από τα μάτια τους. Όμορφα σαν το μικρό αγγελούδι. Και ακριβά σαν τον προστάτη Άγιο όλων τους.

 

[1] ούργιο: με μειωμένη αντίληψη, ευφυία.

[2] λειψό: ανάπηρο, γιατί του λείπει κάτι.

[3]καρσί: απέναντι (στα τούρκικα)

[4] λωβοκομείο: λεπροκομείο

[5] ανεγάλλιασε: χάρηκε πολύ, ευφράνθηκε

[6] Ο Άγιος Νικηφόρος ο λεπρός, κατά κόσμον Νικόλαος Τζανακάκης,  γεννήθηκε στο χωριό Σηρικάρι Χανίων.  Δεκαέξι ετών, έφυγε από την Κρήτη για την Αλεξάνδρεια, προκειμένου να μην τον κλείσουν στη Σπιναλόγκα, αφού είχε προσβληθεί από λέπρα.

Αργότερα, όταν τα σημάδια της νόσου ήταν εμφανή, ένας επίσκοπος που του εμπιστεύτηκε το πρόβλημά του, τον έστειλε στο λεπροκομείο της Χίου, κοντά στον π. Άνθιμο. Μετά από τρία χρόνια, ο (μετέπειτα) Άγιος Άνθιμος τον έκειρε μοναχό με το όνομα Νικηφόρος.

 Κρ. Π.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Πολύ όμορφο!
w

Αθανάσιος Κοταδάκης είπε...

Εδω δεν ειναι να γραψει κσνεις απλως "πολυ ομορφο". Αλλα οτι αν προκειται για πραγματικο γεγονος, το μαλλον ατεκνο αυτο ζευγαρι αρχισε μια αξιομιμητη πραξη χριστιανικης αγαπης που να ευλογησει ο Θεος να σηκωσει ως το τελος το σταυρο και να λαβει απο την Αγαπη Του το στεφανι της.Αθανασιος Κοτταδακης