Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2021

Οι Ακρίτες του Βορρά φυλάσσουν Θερμοπύλες ξεχασμένοι από την πολιτεία | Ορμένιο, το χωριό στην πινέζα του χάρτη | Χρυσούλα Ιωαννίδου

Οι Ακρίτες του Βορρά φυλάσσουν Θερμοπύλες ξεχασμένοι από την πολιτεία 
 Ορμένιο, το χωριό στην πινέζα του χάρτη 
 Χρυσούλα Ιωαννίδου

Η Χρυσούλα Ιωαννίδου, γέννημα-θρέμμα του Ορμενίου, του χωριού που διακρίνεις κοντά …στην πινέζα του χάρτη, όπως λέει, βοηθά στη διατήρηση του πολιτισμού και των εθίμων, μιλά για την ιστορία του τόπου της και τονίζει: «Η ξενιτειά άφησε ανεξίτηλα σημάδια στην οικογένειά μου»

Το Ορμένιο το συναντάμε το βορειότερο άκρο της Ελλάδας. Είναι η παλιά βυζαντινή πόλη Τζερνομιάνου, όπου στο κάστρο της κατοικούσε, κατά τον μύθο, μια όμορφη βασιλοπούλα που ύφαινε σε χρυσό αργαλειό. Η βασιλοπούλα κατέβαινε στις όχθες του ποταμού Έβρου και λούζονταν, ώσπου μία μέρα άνοιξε η γη και την κατάπιε και αυτήν και τον αργαλειό της.

Στην πόλη Τζερνομιάνου έγινε το 1371 η καταστροφική μάχη ανάμεσα στους ενωμένους χριστιανούς των Βαλκανίων με τους μωαμεθανούς. Ολέθρια καθοριστική για τους χριστιανούς και το Βυζάντιο. Οι ιστορικοί αποφαίνονται ότι μετά από αυτή τη μάχη ήταν ευκολότερη η άλωση της πόλης.

Από το 1918 άρχισε να κατοικείται από Έλληνες πρόσφυγες. Οι πρώτοι ήταν Kαυκάσιοι. Μετά ήρθαν πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και το 1925 άρχισαν να εγκαθίστανται πρόσφυγες προερχόμενοι από δύο αμιγώς ελληνικά χωριά της Ανατολικής Ρωμυλίας, το Ουρούμκιοϊ και το Κόζουλτζια, όπως και οικογένειες από τα διπλανά χωριά Πεντάλοφο και Πετρωτά με γηγενή πληθυσμό.

Η Χρυσούλα Ιωαννίδου τ. Πρόεδρος του Ορμενίου, γέννημα-θρέμμα του χωριού, που, όπως η ίδια λέει, το διακρίνεις κοντά στην πινέζα που στερεώνει το πάνω μέρος του χάρτη, βοηθά στη διατήρηση του πολιτισμού και των εθίμων, αποφασισμένη να μείνουν, εκείνη και η οικογένειά της, ακρίτες του βορρά της πατρίδας, μας μιλά για τη νεώτερη ιστορία του Ορμενίου.

«Το 1937 χτίστηκε το σχολείο όπου φοιτούσαν περισσότερα από 150 παιδιά έως και τη δεκαετία του 1960. Από τα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα παραμένει κλειστό όπως πολλά σχολεία της περιοχής και τα λίγα παιδιά που κατοικούν σήμερα πηγαινοέρχονται στο σχολείο των Δικαίων.

Το 1950 χτίστηκε η πρώτη εκκλησία μαζί με το “Σπίτι του Παιδιού” του Ορμενίου. Λειτουργούσε ως το 2000 περίπου και προσέφερε ουσιαστικό έργο όλα τα χρόνια της λειτουργίας του. Πολλά κορίτσια έμαθαν κοπτική-ραπτική και τα αγόρια να εμβολιάζουν δέντρα και να καλλιεργούν την γη. Στο “Σπίτι του Παιδιού” άφηναν οι αγρότισσες τα μικρά παιδιά τους, όταν εργάζονταν στα χωράφια, τους μήνες του καλοκαιριού.


Το 1974 ξεκίνησε η ανέγερση του ιερού ναού του χωριού στο όνομα του αγίου Γεωργίου. Μεγάλη και επιβλητική εκκλησία, μα οι ενορίτες πια λιγοστοί. Το 1995 όταν ήμουν πρόεδρος της κοινότητας Ορμενίου, όσους μόνιμους κατοίκους είχε το Ορμένιο, άλλους τόσους μετανάστες είχε στη Γερμανία. Το 1991 το χωριό αριθμούσε 950 μόνιμους κατοίκους. Το 2021 είμαστε δεν είμαστε 300 άνθρωποι. Από αυτούς το 70 τοις εκατό είναι πάνω από εβδομήντα χρονών. Οι μετανάστες στη Γερμανία είναι διπλάσιοι ή και τριπλάσιοι. Κανένας δεν θα επιστρέψει από αυτούς πίσω. Στο χωριό σήμερα υπάρχει Σύλλογος Εθελοντών Αιμοδοτών, Ποδοσφαιρικός Σύλλογος και Σύλλογος Γυναικών.

Η Πίστη

Η σχέση των παλαιών με την πίστη και τον Θεό χαρακτηριζόταν από μιαν απλότητα, καθώς και μια βαθιά ευγνωμοσύνη στα δώρα Του, ακόμη και τα πιο μικρά, το καθετί που είχαν. Η κα Χρυσούλα Ιωαννίδου μάς πληροφορεί πως η πίστη τους λειτουργούσε θεραπευτικά για τη ζωή τους, μέσα από τη νηστεία, την προσευχή και τα έθιμα.

«Έλεγαν έχει ο Θεός και προχωρούσαν. Όταν γεννιόταν ένα παιδί μέχρι πρόσφατα γινόταν το έθιμο της Παναγιάς Μπουινίκια, για να ευχαριστήσουν την Παναγία που βοήθησε να γεννήσει με το καλό η εγκυμονούσα. Ετοίμαζαν τραπέζι για τις γυναίκες της γειτονιάς και τις γυναίκες από το σόι. Βαφτίσεις δεν έκαναν μέσα στη σαρακοστή γιατί όλοι νήστευαν. Νήστευαν και τιμούσαν τους Αγίους με αποχή από την εργασία τους. Τη Μεγάλη Σαρακοστή του Πάσχα οι γυναίκες φορούσαν μαύρες μαντήλες γιατί πενθούσαν. Ακόμα και τα όργανα τα μουσικά τα έκρυβαν μέσα στα μπαούλα και τα έβγαζαν την Ανάσταση.

Στον θάνατο όλο το χωριό ξεπροβόδιζε τον κεκοιμημένο. Αφού τον έπλεναν με βασιλικό και τον έντυναν, μαζεύονταν συγγενείς και φίλοι και τον ξαγρυπνούσαν. Ετοίμαζαν το φαΐ της παρηγοριάς, το στάρι που θα μοίραζαν στα μνήματα, οργάνωναν ποιοι άντρες θα σκάψουν το μνήμα, όριζαν ποια γυναίκα θα πάει μπροστά από τον παπά με το πανέρι που είχε μέσα το στάρι, το ψωμί, το κρασί. Έτσι ξημέρωναν οι γυναίκες του χωριού και τον Χριστό το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης. Δεν τον άφηναν ούτε λεπτό μοναχό πάνω στον Σταυρό».

Δικαιολογημένη πίκρα

Δυστυχώς η φτώχεια που αντιμετώπιζαν οι περισσότερες οικογένειες ήταν μεγάλη. Έτσι ξεκίνησε η μετανάστευση και οι κάτοικοι, ο ένας μετά τον άλλον, άρχισαν να φεύγουν από το χωριό, αφήνοντας πίσω τούς μεγαλύτερους και τα παιδιά. Η κα Ιωαννίδου ήταν ένα από τα πολλά παιδιά που είδε τους γονείς του να μεταναστεύουν και έμεινε με τους παππούδες. Η δικαιολογημένη πίκρα των παιδικών της χρόνων είναι εμφανής σε όσα μας περιγράφει.

«Δύσκολα χρόνια. Ο παππούς και η γιαγιά σε κάθε σπίτι του χωριού είχαν να φροντίσουν τους γονείς τους και τα εγγόνια τους, αφού τα παιδιά τους ξενιτεύονταν, να φροντίσουν τα ζώα τους και να καλλιεργήσουν τα χωράφια τους, να ζουν κυρίως με τον καημό της ξενιτιάς.

Όσοι έφυγαν για τη Γερμανία έζησαν τον αποχωρισμό από τα οικεία τους πρόσωπα, μα πιο πολύ τους πονούσε που άφησαν πίσω τα παιδιά τους. Όμως παρηγορούσαν τον εαυτό τους λέγοντας: θα κάνουμε υπομονή να αποκτήσουμε λίγα χρήματα, να χτίσουμε ένα σπίτι, να αγοράσουμε ένα τρακτέρ και θα γυρίσουμε σε λίγα χρόνια πίσω. Τα λίγα χρόνια έγιναν πολλά! Εγώ γεννήθηκα το 1963. Ήδη είχε αρχίσει στο χωριό η αιμορραγία της ξενιτιάς. Ήμουν μόλις ενός έτους όταν έφυγαν οι γονείς μου για Γερμανία. Έμεινα πίσω με τον παππού και τη γιαγιά. Στο σπίτι ζούσαν ακόμα ο παππούς και η γιαγιά του πατέρα μου. Μεγαλώνοντας, όπως όλα τα παιδιά της γειτονιάς, δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω τι ήταν αυτό που ζούσα.

Γιατί οι γονείς μου με άφησαν πίσω; Γιατί τα περισσότερα παιδιά ήμασταν χωρίς τους γονείς μας; Περίμενα πώς και πώς να έρθει το καλοκαίρι. Μόνο τα καλοκαίρια έρχονταν. Αγάπησα πιο πολύ τη γιαγιά και τον παππού. Με αυτούς μεγάλωνα. Αυτοί μου έλεγαν παραμύθια, αυτοί μου μάθαιναν παιχνίδια, αυτοί ήταν στο προσκέφαλό μου όταν ήμουν άρρωστη.

Το κεφαλοχώρι απ’ όπου περνούσε το Οριάν Εξπρές, η κοινωνική αδικία και οι άνθρωποι που δεν τίμησε κανείς!

Όταν ήμουν 15 ετών οι γονείς μου, με τις οικονομίες τους, είχαν αγοράσει τρακτέρ και τα παρελκόμενα. Είχαν χτίσει διώροφο σπίτι. Φτάνει τόσο, έλεγα. Όταν πήγαινα επίσκεψη σε φίλη που οι γονείς της δεν είχαν φύγει, ο πόνος γινόταν πιο βαρύς. Ήθελα να κάθομαι εκεί με τις ώρες. Νόμιζα ότι έτσι ένιωθα τη θαλπωρή της οικογένειας.

Πέρασαν σαράντα χρόνια για να επιστρέψουν πίσω οι γονείς μου. Κάποια στιγμή πήγαμε με τον σύζυγό μου να δουλέψουμε στη Γερμανία. Δεν αφήσαμε τα παιδιά μας πίσω. Τα πήραμε μαζί μας, γιατί δεν θέλαμε να ζήσουν την εμπειρία τη δική μου. Πήγαμε, δεν αντέξαμε και επιστρέψαμε αμέσως. Η ξενιτιά άφησε ανεξίτηλα σημάδια σε όλα τα μέλη της οικογένειάς μου, αλλά και στους περισσότερους κατοίκους του Ορμενίου».

Νωπές πληγές

Ωστόσο οι πληγές που άφησε ο χρόνος και οφείλονταν στις αλλαγές που επιφέρει ο πολιτισμός του κέρδους είναι νωπές και πονούν. Η κα Ιωαννίδου περιγράφει με νοσταλγία.

«Το Ορμένιο από κεφαλοχώρι με πολλούς κατοίκους και πολλούς τεχνίτες, ξυλουργούς, κτιστάδες, μουσικούς, οργανοπαίχτες, σιδηρουργούς, πεταλωτές, κτηνοτρόφους και τόσους άλλους, με καφενεία και παντοπωλεία έγινε ένα μικρό χωριό με ηλικιωμένους και ελάχιστα νέα ζευγάρια, με ένα καφενείο, ένα μίνι μάρκετ, ένα φαρμακείο και, μια φορά την εβδομάδα, έναν αγροτικό γιατρό. Τα έθιμα που έφεραν οι πρόσφυγες ξεχάστηκαν. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια δεν έχει γίνει γλέντι γάμου ή βάπτισης.

Από τον σιδηροδρομικό σταθμό του Ορμενίου που σήμερα είναι κλειστός και κάποτε είχε και τελωνείο, περνούσε το Οριάν Εξπρές με δρομολόγιο Κωνσταντινούπολη-Παρίσι και έκανε εδώ στάση. Από αυτόν τον σιδηροδρομικό σταθμό έφυγαν οι μετανάστες για τη Γερμανία. Τώρα υπάρχει ένα δρομολόγιο το μεσημέρι από Ορμένιο για Αθήνα που δεν βολεύει κανέναν.

Φορτηγά έρχονταν στο χωριό και έπαιρναν τις φορεσιές, τα ασημένια ζωνάρια και τα υφαντά με αντάλλαγμα ένα πλαστικό τραπεζομάντηλο και ένα ρολόι. Προικιά υφασμένα στον αργαλειό, με πολλά όνειρα από τις μάνες, για να στολίσουν τα καινούρια σπίτια των παιδιών τους, έμειναν αχρησιμοποίητα για πάντα και πάρα πολλά κατέληξαν στα σκουπίδια. Η νέα μόδα, η εποχή του ακρυλικού δεν άφησε χώρο για τα χειροποίητα παραδοσιακά υφαντά. Κόποι χαμένοι, καθώς όλα γίνονταν με μεγάλες στερήσεις».

Το κράτος τους άφησε αβοήθητους. Σαν συνάλλαγμα τους αντιμετώπισε»

Το παράπονο γίνεται δυνατότερο με την ενθύμηση ότι, αφενός, η κοινωνική αδικία έστειλε χιλιάδες ανθρώπους μακριά από τα σπίτια τους, αφετέρου, ότι όσους κατοίκους έμειναν να φυλάνε με όπλα τα σύνορα από τους εχθρούς, με κίνδυνο της ζωής τους, δεν τους τίμησε κανείς. Με άλλα λόγια, η αδικία όχι μόνο δεν αποκαταστάθηκε ποτέ αλλά επιτάθηκε από την αδιαφορία της πολιτείας. Η ακρίτας του Ορμενίου συνεχίζει.

«Η πολιτεία δεν έδειξε καμιά μέριμνα γι’ αυτούς τους ανθρώπους που ξενιτεύτηκαν. Ούτε και για τους κατοίκους που έμειναν πίσω. Δεν ευνοήθηκαν οι άνθρωποι που μέχρι τα εξήντα τους είχαν όπλο στο σπίτι τους, λόγω του ότι ήταν μέλη της εθνοφυλακής. Κάθε φορά που υπήρχε κρίση με τη γείτονα χώρα, πρώτοι οι εθνοφύλακες έπαιρναν θέση στα σύνορα.

Οι μετανάστες του Ορμενίου στη Γερμανία δεν μπόρεσαν να επενδύσουν στην περιοχή εδώ, γιατί δεν υπήρχαν κίνητρα. Το κράτος τούς άφησε απληροφόρητους και αβοήθητους. Μόνο σαν συνάλλαγμα τους αντιμετώπισε. Αρκετοί μετανάστες με το πέρασμα του χρόνου δημιούργησαν στην ξενιτιά επιχειρήσεις και πρόκοψαν. Έκαναν σύλλογο στον οποίο τα παιδιά και τα εγγόνια τους φορούν τις τοπικές ενδυμασίες τους και μαθαίνουν παραδοσιακούς χορούς.

Τα χωριά μας, που θα έπρεπε να γεμίσουν ζωή, δυστυχώς ερήμωσαν. Ποτέ δεν δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες οικονομικές συνθήκες για να επιστρέψουν όσοι το επιθυμούσαν και επιθυμούν ακόμη. Αντίθετα, όλο και κάποιοι νέοι σήμερα παίρνουν τον δρόμο της ξενιτιάς.

Τόσοι κόποι για να κτιστούν όλα αυτά τα κλειδωμένα σπίτια που σήμερα, με τους νέους φόρους, θα καταρρεύσουν σιγά σιγά.

Άκουσα γέρους και γριές να μιλούν με παράπονο για τη φτώχεια που έζησαν, για το ψωμί που δεν χόρτασαν, για τα τρύπια μανίκια και τις τρύπιες κάλτσες που πολλές φορές δεν είχαν λίγη κλωστή να τα μπαλώσουν, για τα παπούτσια που δεν είχαν. Όμως, όταν μιλούσαν για την ξενιτιά, για τα “έρμα, τα μαύρα τα ξένα”, τότε το πρόσωπό τους σκοτείνιαζε, τα μάτια τους δάκρυζαν και καταριόνταν τα μαύρα ξένα».

* * *

Το αίσθημα απώλειας της ταυτότητας που νιώθουν οι μετανάστες στην ξένη γη, αλλά και οι παλιννοστούντες, οι προσδοκίες από το πείραμα της μετανάστευσης που αποδείχτηκαν δυσανάλογες με όσα πραγματικά κερδήθηκαν, είναι μόνο η αρχή μιας σειράς οδυνών που φέρνει η λύση της φυγής ακόμη και σήμερα. Η ιστορία του Ορμενίου, που ερημώνεται πληγωμένο, προστίθεται σε μια Ελλάδα που εξακολουθεί να αποξενώνει με πολλούς τρόπους τα παιδιά της.

___________

Σοφία Χατζή
δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα
ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, 23.06.2021

Δεν υπάρχουν σχόλια: