Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2021

Ομιλία του Σεβ. Μητροπολίτου Σαράντα Εκκλησιών κατά τον Εσπερινό της Πανηγύρεως της Ι. Μονής Αγίας Τριάδος Τζαγκαρόλων (Σάββατο, 19 Ιουνίου 2021)

Ακολουθεί η ομιλία Σεβ. Μητροπολίτου Σαράντα Εκκλησιών κατά τον Εσπερινό της Πανηγύρεως της Ι. Μονής Αγίας Τριάδος Τζαγκαρόλων, το Σάββατο, 19 Ιουνίου 2021:

Θεοφιλέστατε ἅγιε Καθηγούμενε τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Πατριαρχικῆς καὶ Σταυροπηγιακῆς Μονῆς τῶν Τζαγκαρόλων, Ἐπίσκοπε Δορυλαίου ἀγαπητέ ἀδελφέ κ. Δαμασκηνέ,

Ἀγαπητοί Πατέρες καὶ Ἀδελφοί,

Εὐλογημένο τῆς Ἐκκλησίας τῶν ὀρθοδόξων πλήρωμα,

Εὐχαριστῶ καρδιακῶς, ἅγιε Δορυλαίου, γιὰ τὸ θερμό Σας καλοσώρισμα καὶ τὸ ὑπερβάλον τῆς ἀγάπης Σας καί, ἐπιτρέψτε μου νὰ πῶ, ὅτι αἰσθάνομαι αὐτὴν τὴν ἀγάπη καὶ τὴν τιμὴ καὶ τὴν φιλαδελφία ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς παρουσίας μου ἐδῶ στὴν περίφημη καὶ περίπυστη Μονὴ τῶν Τζαγκαρόλων.

«Ἑορτὴ γὰρ ἡμῖν καὶ πανήγυρις ἡ σήμερον ἡμέρα. Ὥσπερ γὰρ ἐπὶ τῆς τῶν ὡρῶν καὶ τῶν τρόπων ἐναλλαγῆς ἑτέρα τὴν ἑτέραν διαδέχεται, οὕτω δὴ καὶ ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας ἑορτὴ ἑορτὴν διαδεχομένη, οὕτως ἡμᾶς εἰς ἀλλήλας παραπέμπουσι»[1], λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, δηλαδὴ ὅτι, ὅπως ἀκριβῶς ἐναλλάσσονται οἱ ὧρες καὶ οἱ καιροὶ καὶ διαδέχεται τὸ ἕνα γεγονὸς τὸ ἄλλο, ἔτσι καὶ οἱ ἑορτὲς τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας ἀκολουθοῦν ἡ μία τὴν ἄλλη καὶ κάθε μία ξεχωριστὰ μᾶς εἰσάγει καὶ μᾶς προϊδεάζει γιὰ τὸ νόημα καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς ἑπομένης.

Τὰ μεγάλα καὶ κοσμοσωτήρια Πάθη τοῦ Κυρίου, διαδέχεται ἡ Λαμπροφόρος Του Ἀνάσταση, καὶ ἐνῷ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἑορτάσαμε τὴν ἁγία Του Ἀνάληψη, ἰδοὺ ἔφθασε κιόλας ὁ καιρὸς νὰ πανηγυρίσουμε τὴν ἁγία Πεντηκοστή. Καί, ἔτσι, σήμερα «Πεντηκοστὴν ἑορτάζομεν, καὶ Πνεύματος ἐπιδημίαν, καὶ προθεσμίαν ἐπαγγελίας, καὶ ἐλπίδος συμπλήρωσιν»[2], κατὰ τὸν ἱερὸ ὑμνωδὸ τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὁποῖος μέσα σὲ ἐλάχιστες γραμμὲς μᾶς περιγράφει τὸ γεγονός, ὄχι διηγηματικῶς καὶ ἱστορικῶς, ἀλλὰ θεολογικῶς καὶ πνευματικῶς. Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ ἐπιδημία, ἡ ἔλευση, ἡ φωτοειδὴς καταιγίδα -ἐπιτρέψτε μου νὰ πῶ- τοῦ Παναγίου Πνεύματος μέσα στὸν κόσμο καὶ τὴν Κτίση, κατὰ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου μας, «ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα καὶ ἄλλον παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένει μεθ’ ὑμῶν εἰς τὸν αἰῶνα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας», (Ἰω. 14, 16-17).

Βεβαίως, τὸ ἅγιο Πνεῦμα εὑρίσκεται διαρκῶς μέσα στὴν Κτίση ἀπ’ ἀρχῆς, καθὼς ἡ δημιουργικὴ ἐνέργεια τῆς ἁγίας Τριάδος εἶναι ἀχώριστη καὶ ἀκατάτμητη καὶ ἀμέριστη, ὅπως σημειώνει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας «δεδημιούργηκε γὰρ καὶ πρὸς τὸ εἶναι τὰ πάντα κέκληκεν ὁ Πατὴρ δι’ Ὑιοῦ ἐν Πνεύματι»[3]. Ὅμως, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ὁ Παράκλητος ἔρχεται στὸ προσκήνιο τῆς ἱστορίας καθαρότερα καὶ τὸ ἔργο Του ἐναργέστερα καὶ ἐκτυπώτερα φανερώνεται στὸν κόσμο. Καὶ τὸ ἔργο τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος εἶναι παντοειδὲς καὶ πολυσχιδές, ἀφοῦ καὶ πάλι κατὰ τὸν ἱερὸ ὑμνωδὸ «Πάντα χορηγεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον»[4], δηλαδὴ τὰ πάντα μέσα στὴν Κτίση εἶναι δωρήματα καὶ χαρίσματα τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν τὸ Πανάγιο Πνεῦμα «ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας»[5]. Συνέχει, δηλαδή, οἰκοδομεῖ, περικρατεῖ, ἀπαρτίζει, αὐξάνει καὶ ἑνοποιεῖ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ Πνεῦμα, προάγει καὶ ἐγγυᾶται τὴν ἑνότητα δίχως τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας ἡ ἑνότητα εἶναι συστατικό, δηλαδή, ὑπαρκτικὸ ἰδίωμα καὶ χαρακτηριστικό. Γι΄ αὐτὸ καὶ σήμερα ὅσοι μὲ διάφορες ἀφορμὲς καὶ δικαιολογίες διαταράσσουν καὶ διαρρηγνύουν τὴν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος διαπράττουν μέγα καὶ θανάσιμο ἁμάρτημα, ἀσυγχώρητη στὴν κυριολεξία, βλασφημία κατὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

Ἐκεῖ, λοιπόν, στὸ κατάσκιο καὶ κάταφυτο Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ὀλίγον προτοῦ ἀναληφθεῖ ὁ Κύριος δίδει στὸν ὅμιλο τῶν ἁγίων Ἀποστόλων τὴν ὑπόσχεση «λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ’ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πρξ. 1, 8). Λόγια καὶ ὑποσχέσεις τὰ ὁποῖα ἡ διάνοια τῶν συγκλονισμένων μαθητῶν δὲν μπόρεσε νὰ συλλάβει καὶ νὰ κατανοήσει, ἐν πληρότητι καὶ ὁλότητι, παρὰ μόνο μετὰ τὴν ἔλευση καὶ τὴν ἐπιδημία τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος στὸ ὑπερῶο τῆς Πεντηκοστῆς.

Καὶ ὁ Πνεῦμα τὸ ἅγιο κατέρχεται ὅταν οἱ Ἀπόστολοι «ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό», (Πρξ. 2, 1). Ὁ μ ο θ υ μ α δ ό ν τονίζει ὁ ἱερὸς συγγραφέας, τοῦτ’ ἔστιν ἐν ὁμονοίᾳ καὶ ὁμοψυχίᾳ, ὅλοι ὡς μιὰ καρδιά καὶ μιὰ ψυχή, δηλαδή μὲ σύμπνοια καὶ ἑνότητα. Διότι, τὸ Πανάγιο Πνεῦμα ἀναπαύεται στὴν ἑνότητα καὶ ὄχι στὴ διαίρεση καὶ τὴ διχόνοια καὶ τὶς ἔριδες καὶ τὶς διχοστασίες.

Τὰ πάντα μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὑπηρετοῦν ἢ ὀφείλουν νὰ ὑπηρετοῦν τὴν ἑνότητα, κάθε τι πρέπει νὰ λειτουργεῖ ὡς δύναμη καὶ κίνηση ἑνοποιητικὴ καὶ συνεκτική. Κάθε πράξη, κάθε ἐνέργεια, κάθε πρόσωπο, κάθε θεσμικὴ καὶ χαρισματικὴ ἔκφανση καὶ πτυχὴ στεροῦνται ὑπαρκτικοῦ νοήματος καὶ προοπτικῆς, ὅταν δὲν ὑπηρετοῦν τὴν ἑνότητα. Ἰδιαιτέρως δέ, ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία, ὑπὸ τὴν στοργικὴ μέριμνα τῆς Ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Μεγαλόνησος καὶ ἡρωοτόκος Κρήτη, λειτουργοῦσε, λειτουργεῖ καὶ θὰ λειτουργεῖ πάντοτε ὡς Κέντρο καὶ πόλος ἑνότητος, καταλλαγῆς, ἀλληλοπεριχωρήσεως καὶ συναρμογῆς τῶν διεστώτων. Ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία μὲ πράξεις ἔκτακτες καὶ περιστατικές, ὡς ἐπὶ παραδείγματι ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος, ἡ Ὁποία ἔλαβε χώρα πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐδῶ στὴν εὐλογημένη Κρήτη, ἢ ἀκόμα ἡ θεραπεία τοῦ μακροχρόνιου σχίσματος στὴν ὁμόδοξη Οὐκρανία καὶ ἡ χορήγηση, τῆς κανονικῆς Αὐτοκεφαλίας, ἐνεργοποιεῖ, ὁσάκις παρίσταται ἀνάγκη, αὐτὴν τὴν χαρισματοθεσμικὴ διακονία τῆς ἑνότητος.

Ἀσφαλῶς, αὐτὴ ἡ διακονία τῆς ἑνότητος γιὰ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τὸν «μέγαν θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὸ περιβόητον τοῦτο καὶ πρᾶγμα, καὶ ὄνομα»[6], κατὰ τὸν Θεόδωρο Βαλσαμῶνα Πατριάρχη Ἀντιοχείας, δὲν ἀποτελεῖ μόνον ἐκτακτο γεγονός, ἀλλὰ κυρίως μόνιμη κατάσταση καὶ ὑπαρκτικὸ ἰδίωμα, ἀφοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία καὶ Κέντρο Ἑνότητος εἶναι ἔννοιες σχεδὸν ταυτόσημες. Λέγει χαρακτηριστικῶς ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Πατρῶν Νικόδημος ὁ Βαληνδρᾶς: ««…τὸ προβάδισμα αὐτὸ τῆς τιμῆς περιεβλήθη ἐν συνεχείᾳ μὲ τὴν σημασίαν τοῦ κέντρου ἑνότητος καὶ συμφωνίας (consensus) καὶ συντονισμοῦ καὶ συμπράξεως ὅλων τῶν ἀνὰ τὴν οἰκουμένην τμημάτων τῆς Ὀρθοδοξίας (ἐξ οὗ καὶ οἱ τίτλοι «Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης» καὶ «Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον» τίτλοι πάντως οὐχὶ ψιλοὶ καὶ ἄνευ οὐσιαστικοῦ περιεχομένου)»[7].

Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν ἑνοποιοῦσα χαρισματικὴ καὶ θυσιαστικὴ πρωτεύθυνη διακονία τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως ἐντάσσεται καὶ ἡ ἀρχαιότατη θεσμοθεσία τῶν Πατριαρχικῶν Σταυροπηγίων, ὅπως ἡ Μονὴ στὴν Ὁποία βρισκόμαστε ἀπόψε. Καὶ ὄντως εἶναι παλαιότατη, μακραίωνη, ὁμοιόμορφη καὶ ἄρα καθαγιασμένη αὐτὴ ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας μας. Μάλιστα δὲ καὶ περὶ αὐτῆς «τῆς μακρᾶς ἐκκλησιαστικῆς ἀγράφου συνηθείας, τῆς ἀντὶ κανόνων κρατησάσης ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων καὶ μέχρι τοῦ νῦν»[8], γράφει ἤδη ἀπὸ τὸν 12ο αἰ. ὁ περίφημος Κανονολόγος Θεόδωρος Βαλσαμών, Πατριάρχης Ἀντιοχείας, τοῦ Ὅποίου ἡ ἀπόφανση περὶ τοῦ Θρόνου τῆς Βασιλίδος, ἀνεφέρθη προηγουμένως.

Οἱ Πατριαρχικὲς καὶ Σταυροπηγιακὲς Μονές, κατὰ τὰ ἀρχαιοπαράδοτα θέσμια, ἀποτελοῦν κανονικὸ ἔδαφος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, μάλιστα δὲ κατὰ τὴν ἀκριβέστατη διατύπωση τῆς “ΕΠΑΝΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ” περὶ τῶν Πατριαρχικῶν προνομίων: «Τῷ δὲ Κωνσταντινουπόλεως προέδρῳ ἔξεστι καὶ ἐν ταῖς τῶν ἄλλων θρόνων ἐνορίαις, ἐν οἷς οὐκ ἐστὶ προκαθιέρωσις ναοῦ, σταυροπήγια διδόναι, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὰς ἐν τοῖς ἄλλοις θρόνοις γινομένας ἀμφισβητήσεις ἐπιτηρεῖν καὶ διορθοῦσθαι καὶ πέρας ἐπιτιθέναι ταῖς κρίσεσιν»[9]. Ἡ πήξη καὶ καθιέρωση τῶν Πατριαρχικῶν Σταυροπηγίων δὲν συνιστᾶ γενικῶς δικαίωμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ἀλλὰ ἱεροκανονικὴ προνομία Αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τοῦ Προέδρου Κωνσταντινουπόλεως δηλαδή τοῦ ἑκάστοτε Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, προνομία ἀμέσως καὶ ἀδιαστάτως συνυφασμένη πρὸς τὶς ἄλλες ἐξαιρετικὲς προνομίες, δηλαδὴ τῆς ὑπερόριας δικαιοδοσίας καὶ τῆς Ἐκκλήτου προσφυγῆς.

Τὰ Πατριαρχικὰ Σταυροπήγια ὑπάγονται κανονικῶς καὶ ἀπ’ εὐθείας στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, τὸν Ὁποῖον καὶ μνημονεύουν ἐξάπαντος κατὰ τὴν τέλεση τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, ἐξαιρέτως δὲ κατὰ τὴν τέλεση τῆς ἀναιμάκτου Ἱερουργίας. Τὸ «Κανονικὸ Μνημόσυνο» τοῦ ἑκάστοτε Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἀποτελεῖ τὴν πλέον ἰσχυρὴ καὶ ἀδιαμφισβήτητη πράξη ποὺ φανερώνει καὶ ὑποστασιάζει αὐτὴν τὴ σχέση ἐξαρτήσεως∙ σχέση ὑπαρκτικῆς ἀναφορᾶς καὶ ὀντολογικῆς ταυτότητος καὶ ποσῶς ἐθιμικὴ ἢ -γενικῶς καὶ ἀορίστως- πνευματική. Ἡ μνημόνευση τοῦ Ἐπισκόπου κατὰ τὴν Λειτουργία δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς τιμητικὴ πράξη ἢ ἔθος ἁβροφροσύνης, καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἡ διακοπὴ τῆς Κανονικῆς Μνημονεύσεως συνιστᾶ σχίσμα καὶ κολάζεται βαρύτατα ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες.   

Ἀποτελεῖ ἐξαιρετικὴ τιμὴ καὶ μοναδικὸ προνόμιο γιὰ τὴ Μονὴ τῶν Τζαγκαρόλων, ὅπως καὶ γιὰ πλεῖστες ἄλλες Μονὲς στὴν Κρήτη ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπόλοιπη Ἑλλαδικὴ Ἐπικράτεια, νὰ εἶναι συνηρμοσμένες στὸ Ὠμοφόριο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καὶ νὰ ἀπολαμβάνουν αὐτῆς τῆς στοργικῆς καὶ ἀγαπητικῆς μέριμνας καὶ φροντίδος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Ἡ Σταυροπηγιακὴ τιμὴ καὶ ἀξία δὲν συνιστᾶ ἀναίρεση τῆς διοικητικῆς διασπονδυλώσεως τῆς Ἐκκλησίας ἢ ἀμφισβήτηση τῶν κανονικῶν ὁρίων, τοὐναντίον ἀποτελεῖ τὴν ἐναγώνια καὶ ἔμπονη διάθεση καὶ θέληση τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας νὰ ὑπηρετήσει θυσιαστικῶς τὸν Μοναχισμὸ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἑνότητα τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, ἀποσκορακίζοντας διὰ τοῦ ἀρχαίου θεσμοῦ τῶν Σταυροπηγίων κάθε αἰτία δημιουργίας καταστάσεων διαλυτικῶν τῆς ἑνότητας, τῆς ὁμοβουλίας καὶ ὁμογνωμίας ἀνὰ τὴν Οἰκουμένη.

Ἡ πρωτόθρονος Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῶρα καὶ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας μὲ ἀκλόνητη προσήλωση στὰ ὅσα οἱ Πατέρες μᾶς παρέδωκαν καὶ οἱ ἅγιες καὶ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι καὶ Παράδοση Τῆς κληροδότησαν θὰ μαρτυρᾶ περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου καὶ θὰ καταδαπανᾶται γιὰ τὴν εὐζωΐα, τὴν εὐθυδρομία, τὴν εὐστάθεια καὶ τὴν ἑνότητα τῆς νοητῆς Νηὸς τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας παρὰ τὶς ἐπιβουλὲς τῶν ἀντικειμένων.

Κλείνοντας μὲ αὐτὲς τὶς φτωχὲς σκέψεις θὰ ἤθελα, ἅγιε Δορυλαίου, νὰ Σᾶς εὐχαριστήσω καὶ πάλι ἐκ βάθους καρδίας γιὰ τὴν πολλή Σας ἀγάπη καὶ τὴν ἀπαράμιλλη κρητικὴ φιλοξενία. Μεταφέρω δὲ σὲ ὅλους τὴν πατρικὴ ἀγάπη, στοργή καὶ εὐλογία τοῦ Πατριάρχου μας καὶ εὔχομαι τὸ Πανάγιο Πνεῦμα νὰ φωτίζει, νὰ ἁγιάζει καὶ νὰ ὁδηγεῖ ὅλους μας στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ.  

 1. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓ. ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΝ, ΟΜΙΛΙΑ Β’, PG 50, 463.

 2. Στιχηρὸ ἰδιόμελο τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Πεντηκοστῆς, Ἦχος α’.

 3. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, ΣΧΟΛΙΑ Η’ ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ, PG 74, 500 C.

 4. Στιχηρὸ ἰδιόμελο τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Πεντηκοστῆς, Ἦχος α’.

 5. ὅπ. π.

6.  «Θεοδώρου τοῦ Βαλσαμῶνος, Πατρ. Ἀντιοχείας, Μελέτη, ἤγουν, Ἀπόκρισις χάριν τῶν Πατριαρχικῶν Προνομίων», Γ. Ράλλη-Μ. Ποτλῆ, ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΩΝ ΘΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΕΡΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ, Ἐκ τῆς Τυπογραφίας Χαρτοφύλακος, Ἀθήνησιν 1852, τ. 4, σ. 542.

7. Νικοδήμου, Μητροπολίτου Πατρῶν, ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΚΑΙ ΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΟΣ, Ἀνάτυπο ἀπὸ τὸ ἀφιέρωμα εἰς τὸν Κωνσταντῖνον Βαβοῦσκον, τ. Γ’, Ἐκδ. ΣΑΚΟΥΛΑ, Θεσ/νίκη, 1990, σελ. 318.

8. Γ. Ράλλη-Μ. Ποτλῆ, ἔνθ. ἀν. τ. 2, σ. 41. 

9. EPANAGOGE Basilii Leonis et Alexandri tit. III, c. 10, σ. 68 στὸ C. E. Zachariae (ed.), LIBRORUM JURIS GRAECO-ROMANI, Lipsiae, 1852.

Δεν υπάρχουν σχόλια: