1. Η ενθάρρυνση του αδύναμου και η κατανόηση του τραύματος
Ο Άγιος Παΐσιος διέκρινε με ακρίβεια τους ανθρώπους που ζούσαν βυθισμένοι στις ενοχές και στην ανασφάλεια. Και ήταν πολλοί. Γνώριζε ότι σε αυτές τις ψυχές η αυστηρότητα οδηγεί στην απελπισία και όχι στη μετάνοια. Ο λόγος του γι' αυτούς γινόταν λόγος παραμυθίας και ελπίδας. Τους βοηθούσε πρώτα να σταθούν στα πόδια τους και έπειτα τους οδηγούσε σταδιακά στον αγώνα.[1]
Όταν ο Όσιος αντιλαμβανόταν ότι κάποιος είχε πληγωθεί από τους γονείς του ή από σκληρές εμπειρίες της ζωής, δεν έσπευδε να τον ελέγξει για τα πάθη του. Αναζητούσε πρώτα τη ρίζα του πόνου. Στους λόγους του για την οικογενειακή ζωή επισημαίνει επανειλημμένα πόσο βαθιά σημαδεύουν τον άνθρωπο τα παιδικά του χρόνια και πόσο η έλλειψη αγάπης στο σπίτι δημιουργεί ψυχές τραυματισμένες.[2] Ο πληγωμένος άνθρωπος χρειάζεται πρώτα επίδεση της πληγής και έπειτα καθοδήγηση. Ο Όσιος εφάρμοζε αυτή τη σειρά με υπομονή. Δεν ταύτιζε το τραύμα με την αμαρτία και δεν φόρτωνε τον πονεμένο με πρόσθετες ενοχές. Του έδειχνε τον δρόμο της θεραπείας μέσα από την αγάπη του Θεού, η οποία αναπληρώνει όσα οι άνθρωποι στέρησαν.
2. Η διάκριση και η εργασία με τους λογισμούς
Ο
Όσιος Παΐσιος τόνιζε ότι ο πνευματικός οφείλει να διαθέτει διάκριση, γιατί το
ίδιο φάρμακο ωφελεί τον έναν και βλάπτει τον άλλον. Στον υπερήφανο ταιριάζει
ενίοτε η αυστηρότητα, στον απελπισμένο ταιριάζει η παρηγοριά. Η στάση αυτή δεν
αποτελεί προσωπική του επινόηση. Απηχεί ολόκληρη τη νηπτική παράδοση της
Εκκλησίας, η οποία ανέδειξε τη διάκριση σε μητέρα και κορωνίδα των αρετών. Ο
Όσιος Παΐσιος ενσάρκωσε αυτή τη διδασκαλία στην καθημερινή ποιμαντική πράξη.[3]
Δεν έδινε την ίδια απάντηση σε όλους,
γιατί έβλεπε τον κάθε άνθρωπο ως ένα μοναδικό και ξεχωριστό παιδί του Θεού που
χρειάζεται τη μοναδική και ξεχωριστή ποιμαντική φροντίδα.
Με πολλούς ανθρώπους ο Όσιος δεν ασχολούνταν πρώτα με τις εξωτερικές τους πράξεις αλλά με τον τρόπο που σκέφτονταν. Θεωρούσε τον καλό λογισμό θεμέλιο της πνευματικής ζωής και δίδασκε ότι ένας καλός λογισμός ισοδυναμεί με πολύωρη αγρυπνία.[4] Η διδασκαλία του για τους λογισμούς φανερώνει βαθιά ενασχόληση με την εσωτερική ψυχική λειτουργία του ανθρώπου. Ο Όσιος γνώριζε ότι η πράξη γεννιέται από τη σκέψη και ότι όποιος καθαρίσει την πηγή καθαρίζει και το ποτάμι. Γι' αυτό εκπαίδευε τους ανθρώπους να μετατρέπουν τους αρνητικούς λογισμούς σε θετικούς, να ερμηνεύουν τα γεγονότα και τους συνανθρώπους τους με επιείκεια και να καλλιεργούν το εσωτερικό εργοστάσιο των καλών λογισμών, όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Η μέθοδος αυτή συναντά με εντυπωσιακό τρόπο σύγχρονες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις που εργάζονται πάνω στην αναδόμηση της σκέψης, χωρίς όμως να εξαντλείται σε αυτές, γιατί ο τελικός της σκοπός παραμένει η κοινωνία με τον Θεό.
3. Η διάκριση αμαρτίας και ψυχικής νόσου
Ο
Όσιος Παΐσιος διέκρινε επίσης την αμαρτία από την ψυχική ασθένεια. Όταν
αντιλαμβανόταν ότι κάποιος έπασχε από ψυχική διαταραχή, δεν τον αντιμετώπιζε ως
αμετανόητο. Σε ορισμένες περιπτώσεις συνιστούσε ιατρική παρακολούθηση και δεν
απέρριπτε τη χρήση φαρμακευτικής αγωγής, όταν αυτή κρινόταν αναγκαία, θεωρώντας
ότι η ιατρική βοήθεια δεν αντιστρατεύεται την πνευματική ζωή.[5]
Η στάση αυτή διασώζει την ποιμαντική από δύο επικίνδυνες ακρότητες. Η πρώτη
ακρότητα πνευματικοποιεί τα πάντα και βλέπει δαιμονική ενέργεια ή αμετανοησία
εκεί όπου υπάρχει ασθένεια. Η δεύτερη ακρότητα ψυχολογικοποιεί τα πάντα και
βλέπει διαταραχή εκεί όπου υπάρχει πνευματικός αγώνας. Ο Όσιος βάδισε τη μέση
και βασιλική οδό, τιμώντας τόσο τη χάρη του Θεού όσο και τη γνώση της
επιστήμης.
Ο
βιογράφος του Οσίου, Ιερομόναχος Ισαάκ, διασώζει χαρακτηριστικές μαρτυρίες
αυτής της διακριτικής ικανότητας. Στην Παναγούδα έφταναν συχνά συγγενείς που
συνόδευαν ανθρώπους ταλαιπωρημένους, πεπεισμένοι ότι οι δικοί τους υπέφεραν από
δαιμονική επήρεια. Ο Όσιος, με το χάρισμα της διακρίσεως που του είχε δώσει ο
Θεός, ξεχώριζε με ασφάλεια τον δαιμονισμό από την ψυχική ασθένεια. Όταν
διαπίστωνε ότι επρόκειτο για ψυχική διαταραχή, καθησύχαζε την οικογένεια,
απέτρεπε τις άσκοπες περιπλανήσεις σε εξορκισμούς και κατηύθυνε τον πάσχοντα
στον γιατρό, συνιστώντας παράλληλα προσευχή και μυστηριακή ζωή.[6]
Το
αντίστροφο συνέβαινε σπανιότερα, όταν αναγνώριζε πραγματική δαιμονική ενέργεια
πίσω από συμπτώματα που οι γιατροί αδυνατούσαν να ερμηνεύσουν. Η διπλή αυτή
διάγνωση προστάτευε τους ανθρώπους από δύο μορφές ταλαιπωρίας. Ο ψυχικά ασθενής
γλίτωνε από το πρόσθετο βάρος της ενοχής και της δαιμονοφοβίας, ενώ ο
πνευματικά δοκιμαζόμενος έβρισκε τη θεραπεία εκεί όπου πραγματικά υπήρχε, στη
χάρη των μυστηρίων. Ο βιογράφος σημειώνει ότι ο Όσιος αντιμετώπιζε τους ψυχικά
πάσχοντες με ιδιαίτερη τρυφερότητα και δεν τους επιβάρυνε με κανόνες που
υπερέβαιναν τις δυνάμεις τους, γιατί γνώριζε ότι ο Θεός ζητά από κάθε άνθρωπο
ανάλογα με όσα του έχει δώσει.
Όλα τα παραπάνω
φανερώνουν ότι ο Άγιος Παΐσιος δεν υπήρξε ψυχολογιστής με τη σύγχρονη έννοια,
αλλά ούτε αγνόησε την ψυχολογική πραγματικότητα. Αναγνώριζε ότι η κατάσταση της
ψυχής, οι εμπειρίες και η ιδιοσυγκρασία επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο
άνθρωπος αγωνίζεται. Γι' αυτό δεν περιοριζόταν στην προτροπή της μετάνοιας,
αλλά προσαρμοζόταν στο συγκεκριμένο πρόσωπο. Η ποιμαντική του εντάσσεται
οργανικά στη θεραπευτική παράδοση της Ορθοδοξίας, η οποία κατανοεί την Εκκλησία
ως πνευματικό ιατρείο και τον πνευματικό πατέρα ως θεραπευτή των ψυχών. Μέσα σε
αυτή την παράδοση η αγιότητα δεν αναιρεί την ανθρωπογνωσία αλλά την
τελειοποιεί, γιατί ο κεκαθαρμένος άνθρωπος βλέπει τον πλησίον του με το φως της
χάριτος.
Η
μνήμη του Οσίου Παϊσίου μας υπενθυμίζει ότι η αληθινή ποιμαντική δεν στηρίζεται
σε συνταγές αλλά διακονεί πρόσωπα. Ο πνευματικός, ο κατηχητής, ο εκπαιδευτικός
και ο γονέας καλούνται να μιμηθούν τον Όσιο στην υπομονή, στην κατανόηση και
προπάντων στη διάκριση. Ο πληγωμένος χρειάζεται επίδεση, ο απελπισμένος
χρειάζεται ελπίδα και ο υπερήφανος χρειάζεται αφύπνιση. Η αγάπη που γνωρίζει να
διακρίνει θεραπεύει, ενώ η αγάπη που ισοπεδώνει τραυματίζει. Ο Όσιος Παΐσιος,
με τη ζωή και τον λόγο του, μας παρέδωσε το μέτρο αυτής της διακριτικής αγάπης.
Η
τιμή προς τον Όσιο οφείλει ωστόσο να διαφυλάσσεται από τις υπερβολές που η ίδια
η αγάπη του κόσμου ενίοτε γεννά. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια
ανησυχητική τάση περιφοράς και προσκύνησης προσωπικών αντικειμένων του Οσίου,
από ενδύματα μέχρι καθημερινά μικροαντικείμενα, φαινόμενο που έχει ήδη
προκαλέσει την παρέμβαση εκκλησιαστικών αρχών για την προστασία των πιστών από
παραπλάνηση. Παράλληλα, ο Όσιος διέθετε προορατικό και προφητικό χάρισμα, το
οποίο όμως ασκούσε πάντοτε με διάκριση και προς πνευματική ωφέλεια. Πολλοί
ωστόσο παρερμηνεύουν ή μεγαλοποιούν τους λόγους του, αποσπώντας τους από το
ποιμαντικό τους πλαίσιο, ενώ κυκλοφορούν και «προφητείες» που ουδέποτε
εκφώνησε. Έτσι καλλιεργούνται φόβος, εθνικιστική έξαψη ή νοσηρή περιέργεια,
δηλαδή διαθέσεις εντελώς ξένες προς το πνεύμα του.
Ο ίδιος ο Όσιος απέφευγε τη δημοσιότητα, απέτρεπε την προσωπολατρία και επαναλάμβανε ότι η βοήθεια έρχεται από τον Χριστό και όχι από τον ίδιο. Η αληθινή τιμή προς έναν άγιο δεν συνίσταται στη μαγική προσκόλληση σε αντικείμενα ούτε στη διάδοση ανεξέλεγκτων κειμένων, αλλά στη μίμηση της ζωής του, κατά τον πατερικό λόγο «τιμή μάρτυρος, μίμησις μάρτυρος».[7] Ο Όσιος Παΐσιος δεν έχει ανάγκη από υπερβολές για να λάμψει. Λάμπει από τη διάκριση, την ταπείνωση και την αγάπη του, και αυτά μας καλεί να μιμηθούμε.
Ας έχουμε την ευχή του.


Ευχαριστούμε, πάτερ!
ΑπάντησηΔιαγραφή