Η ΣΤΡΑΤΩΝΙΣΜΕΝΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑ
ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ
Λοιπόν. Χριστούγεννα 1927 και
αναλαμβάνει την ηγεσία της Αδελφότητας Θεολόγων «Ζωή», ο Αρχιμανδρίτης Σεραφείμ Παπακώστας τριανταπέντε χρονών
μοναχά. Με πρώτο υποταχτικό τον ιδρυτή
της Αρχιμανδρίτη Ευσέβιο Ματθόπουλο
ογδόντα παρά δύο ! Αναλαμβάνει, δηλαδή, Γέροντας,
του πρωτόφαντου στα όρια της Ορθοδοξίας Σωματείου-Μοναστηριού Εσωτερικής Ιεραποστολής,
ήτοι πνευματικής αφύπνισης και χριστιανικής αγωγής του πληρώματος της
Εκκλησίας. Όχι εκτός, εντός της
Παρεμβολής, καθώς οι θεολόγοι μέλη του διακονούν ως Ιεροκήρυκες υπό τον τοπικό Μητροπολίτη ! Με λάθη,
ανθρώπινο, που έμελλε να γίνουν, και έγιναν. Έχει κάποια θέση εδώ απευθυνόμενη
προς πάσα κατεύθυνση η όχι τυχαία έκφραση του μακαριστού Γέροντα Βασιλείου της
Ιβήρων-Σταυρονικήτα, «όλοι
παρεκκλησιαστικοί είμαστε» !
Στα είκοσι πέντε χρόνια του ακολούθησαν ως τα δυο πριν την εν Χριστώ μακάρια κοίμηση-1954-κατά ιδιόγραφο αοίδιμου Χρήστου Γιανναρά, ως πρόσωπο σφραγίστηκε : «Ο άνδρας με το μέτριο ανάστημα, που πίσω από τα χρυσά γυαλιά και το κοφτερό βλέμμα σου έδινε πραγματικά την αίσθηση μιας ηγετικής παρουσίας … και είχε στην «κίνηση» φήμη ανυπέρβλητης αγιότητας» ! Και, ως προς το έργο που επιτέλεσε : «Με αυτόν στην ηγεσία της η «Ζωή» θα έφτανε-και έφτασε-σε τέτοια εκπληκτική ανάπτυξη, που σίγουρα ξεπερνούσε-και ξεπέρασε- κάθε προσδοκία του ιδρυτή της».
Με ένα κλικ στη φωτογραφία του-προμετωπίδα της
«Αναστάσιος»- μπορεί να έχει καθείς συνοπτική εικόνα του μεγάλου έργου του, ή
περισσότερα, στο βιβλίο μου. «Μορφές
Μεγάλων Ωρών»-εκδόσεις «Τήνος». Όπου ειδικά ο λίαν αγαπητός συντάκτης της
διατύπωσης … «στρατωνισμένη
ευσέβεια των Οργανώσεων», θα
καταλάβει κάτι παραπάνω για το χώρο που άμεσα και ζωντανά ν’ ακουμπήσει δεν πρόλαβε, και η ιστορικός κα Έφη Γαζή θα μπορούσε να προσέξει ότι σε Μοναστήρι, όχι όπως γράφει, αλλά
αλλιώς όλα και αυστηρά-ασκητικά γίνονται. Αμφότεροι δε ό,τι συνάγεται από το
ακόλουθο ιδιόγραφο του αοίδιμου Χρήστου Γιανναρά. «Παρ’ όλη τη θρησκευτική μονομέρεια, θα μου ήταν δύσκολο να αρνηθώ
ότι χαρήκαμε τα παιδικά και εφηβικά μας χρόνια στην Ομάδα-ΧΜΟ. Σίγουρα φτιάξαμε παρέες μ’ εκείνη την ξένοιαστη
φιλία κι εμπιστοσύνη που δεν ξέρει προσωπεία ή τη σκληράδα της αυτοάμυνας … Ακόμα και τη στράτευσή μας δεν την
εισπράτταμε αρνητικά… μας ασκούσε στη συνέπεια και στη δημιουργική δουλειά … Σε σύγκριση με τα άλλα παιδιά στη
γειτονιά ή το σχολείο, μας έκανε να νιώθουμε πραγματικά ευεργετημένοι. Εμείς
δε γνωρίσαμε ποτέ την ερημία και τη βαρεμάρα της μοναξιάς του
Σαββατοκύριακου, την πίκρα να ενδίδεις σε παρέες, που σε αφήνουν αδιάφορο, κι
όπου πρέπει να διακριθείς, μόνο με την ψευτοσαχλαμάρα της ανίας» !
«Ικανόν εστί» ταύτα. Κλείνω εδώ με Κάλλιστο Γουέαρ Μητροπολίτη
Διοκλείας. «Όντως τα κύρια σημεία του προγράμματος της «Ζωής»- συχνή
θεία Κοινωνία, συχνή Εξομολόγηση, τακτικό Κήρυγμα, Κατήχηση των παιδιών, καλά
οργανωμένες Νεανικές Ομάδες, Κύκλοι Μελέτης Αγίας Γραφής … αξιόλογα
επιτεύγματα-έχουν σήμερα υιοθετηθεί από την Εκκλησία της Ελλάδος και
εφαρμόζονται στο δικό της έργο»-«Η Ορθόδοξη Εκκλησία», σελ.231. Κάτι πολύ
ενδιαφέρον σαν να λέει αυτό !
*******
*** ******
Περνάω στη δεκαετία 1960 όπου αρχίζει η με μια μονοκοντυλιά αποκήρυξη
όλης αυτής της προσπάθειας ως
Δυτικότροπου και Δυτικοθρεμένου ακτιβισμού ! Και την εξήντα και έξι χρόνια μέχρι σήμερα διατυμπανισμένη ως στην «Ορθοδοξία στροφή». Πράγμα το οποίο ως
όλο πακέτο δεν ήταν-δεν είναι-παρά : «Μια κατά γράμμα απομίμηση της
τεχνοτροπίας και των τύπων εκφράσεως του βυζαντινού παρελθόντος»-Μητροπολίτης
Περγάμου, Ακαδημαϊκός Ιωάννης Ζηζιούλας. Ή ένα «σούπερ-μάρκετ απ’ όπου
καθένας διαλέγει αυτό που του ταιριάζει, αφήνοντας την ουσία απ’ έξω- π.
Αλέξ. Σμέμαν. Ή ας πούμε-ως
είχα γράψει τότε στον αοίδιμο, «ένα πέρασμα από τα καταφύγια ιδεών»
στα «καταφύγια ακολουθιών» ! Ή αλλιώς, το Ευαγγέλιο του Χριστού ως
Ορθοδοξία με επικαιρότητα που είναι και μένει, αιμάτινος Σταυρός Αγάπης, ο άλλος, ο
χριστιανικός τρόπος ζωής, είναι σε διαρκή αναβολή ή μακρά αναμονή !
Θεολογία, ναι ! Και σε πλησμονή ! Και μετά πάθους ερωτικού-«οίον μανικός
εραστής προς την εαυτού ερωμένην κέκτηται», Ιωάννης Κλίμακος. Ναι ! Μεγάλο Ναι ! Και οι πιο δύσκολοι, π.χ. Μάξιμος ο Ομολογητής, έχουν
κυριολεκτικά ξεκοκαλιστεί-υπέρ αναλυθεί! Δεν ξέρω πώς ή αν μπορώ να μεταγράψω
θεολογικά το κλασσικό λόγιο του Θουκυδίδη. «Φιλοκαλούμεν
τε γαρ μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας». «Θεολογούμε λεξιμαγικά και φιλολογούμε-φιλοσοφούμε … αεροδυναμικά» !
Και αφήνω τις λαμπρές ως και εντυπωσιακές Τελετουργίες και τα παρεμφερή … Αλλά
στην καθημερινότητα του χριστιανού της σήμερον-και πρώτιστα του ορθόδοξου- πού είναι, πού την έχει ακουμπήσει, δε λέω την κομπαστική λέξη «μεταμορφώσει»,
λέω απλώς, που έχουμε αφήσει, καλέσει, κάνει οδηγό ζωής, να την
πάει : «Λίγο ακόμα να σηκωθούμε,
λίγο ψηλότερα», ο Ιησούς Χριστός ; Να
την πάμε έστω εκεί με την Αγάπη και τη χάρη του.
Δεν φαντάζομαι δα να υπάρχει
κάποιος που να νομίζει πως μπορεί να είναι σήμερα ευχαριστημένος με τη
χριστιανική κοινωνία μας ο Χριστός !
Αθανάσιος Κοτταδάκης


Πολύ σωστά, κ. Κοτταδάκη! Σήμερα υπάρχει πλήθουσα στοχαστική θεολογία, αλλά θλιβερά και αποκαρδιωτικά ελλείπουσα συνεπής χριστιανική ζωή.
ΑπάντησηΔιαγραφήΜια πραγματική ομολογία της ένδοξης εποχής που πέρασε το κείμενο του κ. Αθ. Κοτταδάκη. Πολέμησαν κληρικοί και λαϊκοί την ιεραποστολική προσφορά της Ζωής στην κοινωνίας μας και κατάφεραν να φέρουν το χάος και μια εκκλησιαστική παρουσία άχρωμη και άοσμη στην εποχή μας.
ΑπάντησηΔιαγραφήΑφού "το Σωματείο ήταν μοναστήρι εσωτερικής ιεραποστολής" και "οι θεολόγοι μέλη του διακονούσαν ως ιεροκήρυκες υπό τον τοπικό Μητροπολίτη", γιατί δεν ακολουθούσαν τον παραδοσιακό Ορθόδοξο δρόμο της Μοναχικής κουράς και της ένταξης τους σε Κανονική Μονή, και κατόπιν φυσικά να συνεχίσουν το κηρυκτικό έργο που είχαν επιλέξει ;
ΑπάντησηΔιαγραφήΜε αυτόν τον τρόπο θα ήσαν μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση, που προβλέπει Επισκοπή - Ενορία - Μονή και όχι Οργάνωση.
Προς: 2 Σεπτεμβρίου 2026 στις 12:44 μ.μ.
ΑπάντησηΔιαγραφήΘα μπορούσα να σας γράψω πολλά, αλλά ο χρόνος μου δεν είναι αρκετός. Ρωτάτε «γιατί δεν ακολουθούσαν τον παραδοσιακό Ορθόδοξο δρόμο της Μοναχικής κουράς και της ένταξης τους σε Κανονική Μονή» Σας πληροφορώ ότι τα Μέλη των Αδελφοτήτων ζουν την «ακτημοσύνη» οι Ιερομόναχοι όσοι πληρώνονται διότι υπάρχουν και μη εγγεγραμμένοι σε μισθολόγιο Μητροπόλεων τα χρήματα τα καταθέτουν στην Αδελφότητα.
Προσωπικά γνωρίζω πολλούς Ιερομονάχους «παραδοσιακούς» που μετά την Κουρά τους πάνε μόνιμα στο σπίτι τους το πατρικό ή στο διαμέρισμά τους. Τα χρήματα του μισθού πάνε στην τσέπη τους και οι περισσότεροι διαθέτουν αυτοκίνητο. Αλλά και όσοι δεν μένουν στο διαμέρισμα αλλά στο Μοναστήρι έχουν αυτοκίνητο και οι Ηγούμενοι με έχουν πληροφορίσει ότι στην Μονή που τρώνε και μένουν δεν δίνουν μία. Τα Μέλη των Αδελφοτήτων που δεν είναι «παραδοσιακοί» τον μισθό τον καταθέτουν στο Κοινόβιο και αυτό αποφασίζει πόσα από τον μισθό τους θα πάρουν για τα έξοδά τους. Από τα χρήματα αυτά ζουν και τα δόκιμα λαϊκά μέλη. Δεν διαθέτουν προσωπική περιουσία. Οι «παραδοσιακοί» για σας φορούν υπερπολυτελείς στολές. Οι μη «παραδοσιακοί» των αδελφοτήτων τα φτωχά άμφια τα ράβουν κατόπιν αδείας της Αδελφότητας αφού δεν διαθέτουν χρήματα ως «ακτήμονες». Θα μπορούσα να γράψω πολλά αλλά δεν θα ωφελήσουν. Ψάχνω να βρω τους «παραδοσιακούς» και είναι ελάχιστοι.
Πέρα από την ενδιαφέρουσα παρέμβαση κ. ΑΚΚ, αυτό έχει σημασία και αυτό ενδιαφέρει τον ερωτώντα ή το θαυμάσιο έργο χριστιανικού φωτισμού που έγινε σε όλη την Ελλάδα μάλιστα μέσα σε 25 χρόνια; Γιατί ο Απ. Παύλος κάπου λέει : «είτε προφάσει είτε αληθεία Χριστός κηρύσσεται» -«είτε με πρόσχημα είτε από ειλικρίνεια, το σημαντικό είναι ότι η Αλήθεια του Χριστού διαδίδεται»-Φλπ1,18. Αθαν. Κοττ.
ΑπάντησηΔιαγραφήΟι Αδελφότητες πρόσφεραν και προσφέρουν πολλά στην Εκκλησία. Μην ακούν όσους δεν γνωρίζουν. Να διαβάσουν πρώτα και μετά να μιλάνε. Δεν μπορούν να τις φτάσουν ούτε στο δακτυλάκι τους πολλοί από αυτούς που τις κατηγορούνε. Θα επιθυμούσα το μοναστήρι μου να τους έμοιαζε στην υπακοή και την ακτημοσύνη.
ΑπάντησηΔιαγραφήπ. Νεόφυτος
Προς: 2 Σεπτεμβρίου 2026 στις 12:44 μ.μ.
ΑπάντησηΔιαγραφήΚι όμως, ένα μεγάλο ποσοστό των αδερφων είναι όντως ιερομόναχοι και ζούν ορθώς ως τέτοιοι: Με αναφορά στο μοναστήρι τους, κοιμούνται εκεί- εκτός εάν είναι αποσπασμένοι, παίρνουν γραμμή από εκεί, ενεργούν όχι αυτοβούλως και το κυριότερο πλάι σε έναν μέσο αρχιμανδρίτη είναι παραδόξως.... εκκλησιαστικότεροι!
Το μεγάλο έργο των Αδελφοτήτων είναι δεδομένο και δεν χρειάζεται να αμφισβητηθεί. Το ερώτημα όμως είναι αν το μέγεθος και η αποτελεσματικότητα ενός έργου μπορούν από μόνα τους να αποτελέσουν μέτρο της πνευματικής του γνησιότητας. Και εδώ ακριβώς η ίδια η ιστορία των Αδελφοτήτων, αλλά και η πατερική παράδοση, ανοίγουν μια βαθύτερη συζήτηση.
ΑπάντησηΔιαγραφήΣτο βιβλίο του Μποζοβίτη για τους Συλλόγους και τις Αδελφότητες υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορική παρατήρηση, που βοηθά να δούμε και τη σημερινή πραγματικότητα λίγο διαφορετικά. Ο συγγραφέας αναρωτιέται γιατί, μετά τον 7ο περίπου αιώνα, οι παλαιές χριστιανικές Αδελφότητες σχεδόν εξαφανίζονται από τις πηγές. Η απάντηση που δίνει δεν είναι ότι έσβησε ο χριστιανικός ζήλος ή ότι η Εκκλησία εγκατέλειψε το έργο που εκείνες επιτελούσαν. Υποστηρίζει ότι άλλαξαν οι ιστορικές συνθήκες. Οι επαγγελματικές συντεχνίες εκχριστιανίσθηκαν και άρχισαν σταδιακά να αναλαμβάνουν λειτουργίες που προηγουμένως επιτελούσαν οι Αδελφότητες: αλληλοβοήθεια, φιλανθρωπία, στήριξη των μελών τους και συμμετοχή στην εκκλησιαστική ζωή. Έτσι οι παλαιές μορφές Αδελφοτήτων έπαψαν να είναι αναγκαίες στον ίδιο βαθμό. Και όπου παρέμεναν ανάγκες που δεν καλύπτονταν, εμφανίζονταν νέες μορφές Αδελφοτήτων. Αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σήμερα, όταν όλοι διαπιστώνουμε τη συρρίκνωση των γνωστών Αδελφοτήτων. Δεν σημαίνει βέβαια ότι μπορούμε μηχανικά να μεταφέρουμε ένα ιστορικό σχήμα πολλών αιώνων στο παρόν. Μπορούμε όμως να θέσουμε ένα ερώτημα: μήπως και σήμερα ζούμε μια ανάλογη μεταβατική περίοδο; Μήπως η συρρίκνωση μιας συγκεκριμένης οργανωτικής μορφής δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην συρρίκνωση της εκκλησιαστικής ζωής, αλλά μετατόπιση και αναζήτηση άλλων τρόπων έκφρασης; Άλλωστε, από την ίδια την ιστορική παρουσίαση του Μποζοβίτη φαίνεται ότι η Αδελφότητα δεν είναι μια αμετάβλητη μορφή που πρέπει να διατηρείται πάση θυσία. Γεννιέται μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες, υπηρετεί συγκεκριμένες ανάγκες και μπορεί, όταν οι συνθήκες αλλάξουν, να μετασχηματισθεί ή ακόμη και να δώσει τη θέση της σε κάτι άλλο.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο, βαθύτερο ζήτημα στο ίδιο βιβλίο. Ο Μποζοβίτης αναφέρεται στην κατηγορία ότι στις νεότερες Αδελφότητες καλλιεργήθηκε μια περισσότερο απλή και πρακτική πνευματική διδασκαλία, ενώ υπήρχε δισταγμός απέναντι σε πλευρές της πατερικής παράδοσης όπως η νοερά προσευχή, η θεωρία, η θέωση και γενικότερα η ησυχαστική εμπειρία. Και το ενδιαφέρον είναι ότι δεν αρνείται αυτή τη διαπίστωση. Παραδέχεται ότι υπάρχει πράγματι «διστακτικότητα ενασχολήσεως» με αυτά τα θέματα και επιχειρεί να την δικαιολογήσει με τον κίνδυνο της πλάνης και την ανάγκη να προηγείται η κάθαρση. Εδώ όμως χρειάζεται μια διάκριση. Άλλο να προειδοποιεί η πατερική παράδοση ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να κυνηγά υψηλές πνευματικές εμπειρίες χωρίς κάθαρση και άλλο να περιορίζεται ο ίδιος ο ορίζοντας της πνευματικής αγωγής. Η θέωση, η νοερά προσευχή και η εμπειρία της Χάριτος δεν αποτελούν κάποια περιφερειακή ή επικίνδυνη προσθήκη στην Ορθοδοξία. Ανήκουν στον ίδιο τον πυρήνα της πατερικής κατανόησης της σωτηρίας. Έτσι το πρόβλημα δεν ήταν ότι οι Αδελφότητες «αρνήθηκαν τους Πατέρες». Τους μελετούσαν και τους επικαλούνταν. Δημιουργήθηκε όμως ένα είδος φιλτραρισμένης πρόσληψης του πατερικού πνεύματος: δόθηκε ιδιαίτερο βάρος σε όσα θεωρούνταν ασφαλή, πρακτικά και άμεσα εφαρμόσιμα — πίστη, ταπείνωση, εξομολόγηση, ηθικός αγώνας, έργο — ενώ άλλες θεμελιώδεις διαστάσεις της πατερικής εμπειρίας έμειναν περισσότερο στο περιθώριο.
Συχνά η σημερινή συρρίκνωση των Αδελφοτήτων αποδίδεται απλώς σε μια «περίοδο ισχνών αγελάδων»: οι εποχές άλλαξαν, οι άνθρωποι δεν ανταποκρίνονται όπως παλαιότερα, οι αφιερώσεις λιγοστεύουν. Η εξήγηση αυτή όμως δεν αρκεί. Την ίδια εποχή κατά την οποία οι οργανωμένες Αδελφότητες άρχισαν να συρρικνώνονται, πλήθη ανθρώπων αναζητούσαν σύγχρονες αγιασμένες μορφές, όπως τον άγιο Παΐσιο, τον άγιο Πορφύριο και τον άγιο Ιάκωβο. Η πνευματική δίψα λοιπόν δεν είχε εξαφανιστεί. Το ερώτημα γίνεται διαφορετικό: μήπως οι άνθρωποι δεν απομακρύνθηκαν τόσο από την αναζήτηση του Θεού, όσο από συγκεκριμένες μορφές μέσα από τις οποίες τους προσφερόταν αυτή η αναζήτηση; Και εδώ το «φιλτράρισμα» της πατερικής εμπειρίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Οι σύγχρονοι άγιοι δεν πρόσφεραν έναν ευκολότερο Χριστιανισμό. Μιλούσαν για μετάνοια, άσκηση, υπακοή, προσευχή και σταυρό. Όμως όλα αυτά δεν παρουσιάζονταν ως ένα σύστημα θρησκευτικών υποχρεώσεων που έπρεπε απλώς να εκπληρωθούν. Εντάσσονταν σε μια πορεία θεραπείας και μεταμόρφωσης του ανθρώπου, κάθαρσης από τα πάθη και ζωντανής σχέσης με τον Θεό. Η παράδοση της Εκκλησίας δεν θέτει ως αφετηρία και μέτρο της πνευματικής ζωής την παραγωγή έργου, αλλά την κάθαρση και τη μεταμόρφωση του έσω ανθρώπου. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας εκφράζει με ιδιαίτερη καθαρότητα αυτόν τον χρυσό κανόνα της ιεραποστολής: δεν μπορείς να μεταδώσεις κάτι που ο ίδιος δεν έχεις ζήσει. Πρώτα λοιπόν προηγείται η προσωπική μετοχή στη ζωή του Χριστού και από αυτήν γεννιέται η μαρτυρία και η διακονία. Το έργο είναι καρπός αυτής της ζωής, όχι υποκατάστατό της. Δεν προηγείται το «έργο» και ακολουθεί κάποτε η εσωτερική μεταμόρφωση. Γι’ αυτό μπορεί κάποιος να εργάζεται ακατάπαυστα «για τον Θεό», να οργανώνει, να διδάσκει, να καθοδηγεί και να προσφέρει, χωρίς αναγκαστικά όλη αυτή η δραστηριότητα να σημαίνει ότι θεραπεύεται και ο έσω άνθρωπος.
ΑπάντησηΔιαγραφήΤο ίδιο το έργο μπορεί μάλιστα να γίνει τόπος όπου κρύβονται και τρέφονται λεπτότερα πάθη, όπως η κενοδοξία, η φιλαυτία και η ανάγκη αναγνώρισης.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη βαθύτερο όταν περάσουμε από το επίπεδο του προσώπου στο επίπεδο του ίδιου του οργανωτικού συστήματος. Ένα οργανωτικό έργο μπορεί να στηρίζεται όχι μόνο στον πνευματικό ζήλο, αλλά και σε βαθύτερες ανθρώπινες ανάγκες: στην ανάγκη για αναγνώριση, κύρος, ρόλο και επιρροή, αλλά και στην ανάγκη να αισθάνεται κάποιος χρήσιμος και απαραίτητος. Ο άνθρωπος γίνεται «στέλεχος», αναλαμβάνει ευθύνες, αποκτά λόγο, θέση και έναν ιδιαίτερο κύκλο. Και τότε μια αδυναμία που η πατερική παράδοση ονομάζει κενοδοξία μπορεί, χωρίς καν να υπάρχει συνειδητός σχεδιασμός, να μετατραπεί σε κινητήρια δύναμη του έργου. Δεν σημαίνει αυτό ότι κάθε στέλεχος κινείται από κενοδοξία. Σημαίνει ότι ένα σύστημα μπορεί να μάθει να επιβραβεύει ακριβώς εκείνα τα χαρακτηριστικά που τροφοδοτούν την αίσθηση προσωπικής σπουδαιότητας: τη διαρκή διαθεσιμότητα, τη δραστηριότητα, την οργανωτική αποτελεσματικότητα, την προσφορά που γίνεται ορατή και αναγνωρίζεται. Τότε όμως η διάκριση ανάμεσα στη διακονία και στην προσωπική επιβεβαίωση γίνεται εξαιρετικά λεπτή.
Και εδώ εμφανίζεται μια πολύ σοβαρή αντίφαση. Η πατερική πνευματικότητα καλεί τον άνθρωπο να θεραπεύσει την κενοδοξία, τη φιλαυτία και την ανάγκη ανθρώπινης δόξας. Αν όμως ένα εκκλησιαστικό έργο χρειάζεται, έστω και ασυνείδητα, αυτές ακριβώς τις δυνάμεις για να κινητοποιεί και να αναπαράγει τα στελέχη του, τότε το πάθος που καλείται να θεραπεύσει κινδυνεύει να γίνεται καύσιμο της ίδιας της οργανωτικής του ανάπτυξης. Γι’ αυτό το ζήτημα της πατερικής πνευματικότητας δεν είναι δευτερεύον. Το «φιλτράρισμά» της δεν αφορά απλώς το αν μιλούσαμε περισσότερο ή λιγότερο για νοερά προσευχή και θέωση. Αφορά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο καταλαβαίνουμε τον άνθρωπο και την πνευματική του θεραπεία. Μια παράδοση που θέτει στο κέντρο την κάθαρση από την κενοδοξία και τη φιλαυτία, καλλιεργεί την αφάνεια, την ελευθερία από την ανάγκη ανθρώπινης αναγνώρισης και την πλήρη αναφορά στον Θεό, αναγκαστικά θέτει υπό κρίση κάθε μηχανισμό που στηρίζει τη λειτουργία του στην ανάγκη του ανθρώπου να αισθάνεται σημαντικός.
ΑπάντησηΔιαγραφήΑν πράγματι οι Αδελφότητες περνούν μια περίοδο συρρίκνωσης και μετάλλαξης, το ζητούμενο δεν είναι απλώς πώς θα διατηρηθεί η παλιά οργανωτική μορφή. Είναι τι από την πνευματική τους κληρονομιά πρέπει να διασωθεί και τι χρειάζεται να ξανασυναντήσει πληρέστερα τον πατερικό και εκκλησιαστικό ορίζοντα. Η σημερινή κρίση δεν είναι ανάγκη να αντιμετωπισθεί μόνο ως απώλεια. Μπορεί να γίνει ευκαιρία επιστροφής στις πηγές, ώστε το πολύτιμο έργο και η προσφορά των Αδελφοτήτων να μη χαθούν, αλλά να ενταχθούν πληρέστερα μέσα στο σύνολο της ορθόδοξης πνευματικής εμπειρίας.
Και αυτό, στην εκκλησιαστική γλώσσα, έχει ένα πολύ απλό όνομα: μετάνοια.