Σοφία Κατάρα
Είναι εκπληκτικό λοιπόν πόσο γρήγορα περνά ο
καιρός. Άλλη μια σχολική χρονιά ξεκινά. Το καλοκαίρι πέρασε πριν καν το
καταλάβουμε. Κι εγώ, όπως κάθε χρονιά, ξανά στις επάλξεις. Φέτος έχω αναλάβει
την Ε’ Τάξη. Ξέρω ότι μοιάζει ανακόλουθο στα ίδια μου τα μάτια πρώτα απ’
όλα, αλλά, όταν με ρωτούν ποια τάξη
απολαμβάνω περισσότερο να διδάσκω, δεν μπορώ να απαντήσω απευθείας,
γιατί…εκτίθεμαι! Πότε λέω την Α’, πότε την Γ’ και πάει λέγοντας. Κατέληξα
λοιπόν στο συμπέρασμα ότι αγαπάω περισσότερο την τάξη που έχω αναλάβει κάθε
χρονιά. Έτσι για φέτος, είμαι φανατικός «πεμπτάκιας»!
Το Ε1 είναι το τμήμα μου. Είκοσι παιδιά, το καθένα
με τις ιδιαιτερότητές του, τις ανάγκες του, τα δυνατά μα και τα αδύνατα σημεία
του. Ανάμεσά τους σχεδόν από την πρώτη εβδομάδα, ξεχώρισα τον Στέφανο. Ένα
μικροκαμωμένο, λεπτό παιδί, με μαύρα μαλλιά και μάτια απροσδιορίστου χρώματος,
καθώς ποτέ δεν με έχει κοιτάξει απευθείας.
Ο Στέφανος είναι κατά βάση μέτριος μαθητής. Ανήκει δηλαδή σε αυτή την ομάδα, που ιδανικά αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της τάξης, επιτρέποντας την ισορροπία ανάμεσα στα άκρα, τους άριστους και τους αδιάφορους. Ο ίδιος όμως δεν μοιάζει και πολύ σταθερός, όπως θα περίμενε κάποιος από μια «σπονδυλική στήλη». Παραπαίει ήδη από το τέλος της προηγούμενης χρονιάς και φέτος η επίδοσή του προδιαγράφεται με μάλλον μελανά χρώματα. Δε γινόταν να αφήσω το πράγμα να χρονίσει, θα ήταν πολύ αργά να περιμένω αλλαγή από μέρους του έτσι, χωρίς κάποια ενίσχυση. Κανόνισα στο κενό μου να έρθει στο γραφείο, να μιλήσουμε «κλέβοντάς» τον από τον συνάδελφο της γυμναστικής.
-Καλώς τον! Πέρνα μέσα, Στέφανε!
Εκείνος κάθεται στην καρέκλα απέναντί μου. Άκρη
άκρη, σε ετοιμότητα, σαν να ετοιμάζεται για απόδραση. Τα μάτια του καρφωμένα
στο πάτωμα, οι παλάμες του σφιγμένες, τα πόδια του χτυπούν νευρικά κάτω.
-Άκου, Στέφανε… Δε χρειάζεται να ανησυχείς, δεν
έγινε κάτι. Σε φώναξα να μιλήσουμε λίγο, γιατί ως τμήμα δεν σας γνωρίζω από
πέρσι. Ειδικά κάποια παιδιά τόσο ήσυχα, αθόρυβα κα ευγενικά όπως εσύ. Και δε
θέλω να ξεκινήσουμε τη χρονιά έτσι, σαν ξένοι.
Η σιωπή του μου τρυπούσε τ’ αυτιά. Τι να του
έλεγα; Από πού να ξεκινούσα την κουβέντα; Συνήθως μου βγαίνει άνετα η
επικοινωνία, αυτοσχεδιάζω, βρίσκω από κάπου να πιαστώ. Ο μικρός όμως έμοιαζε με
γρίφο. Στα μαθήματα δεν ήθελα να στραφώ κατευθείαν, με το «καλημέρα σας», θα
τον ανάγκαζα να σηκώσει άμυνες, το έχω ξαναδεί το έργο. Τότε, τι;
-Λοιπόν, Στέφανε… Παπαδάκης λέγεσαι, ε; Τον
Γρηγόρη τον Παπαδάκη, που πήγε φέτος γυμνάσιο, τον έχεις αδερφό;
Πού να φανταζόμουν ότι θα χτύπαγα κέντρο με την
πρώτη! Η ερώτησή μου ήταν εντελώς προσχηματική, ήξερα εννοείται τη συγγένεια
μεταξύ των δύο παιδιών. Δεν μπορούσα όμως να φανταστώ την αντίδραση του
Στέφανου.
-Ναι, κύριε. Αδερφός μου είναι… Τα μάτια του
γέμισαν δάκρυα. Το σαγόνι του άρχισε να τρέμει. Τι του είπα και ταράχτηκε τόσο;
Άγγιξα κάποια τόσο ευαίσθητη χορδή; Κάποιο οικογενειακό θέμα που αγνοούσα;
-Έι, τι έπαθες; Θες λίγο νερό; Ένα χαρτομάντηλο;
Πήρε το χαρτομάντηλο και φύσηξε τη μύτη του. Με το
βλέμμα πάντα στο πάτωμα συνέχισε ξέπνοα…
-Ο αδερφός μου
είναι. Αλλά από φέτος…
Νέοι λυγμοί διέκοψαν την ούτως ή άλλως φειδωλή
εξομολόγηση.
-Από φέτος, συνέχισα εγώ, τι θα γίνει;
-Από φέτος που πήγε στο γυμνάσιο, έμεινα μόνος
μου. Και το σχολείο ξαφνικά είναι αλλιώτικο. Σαν άγνωστο.
-Τι εννοείς;
-Τέσσερα χρόνια τώρα, ο Γρηγόρης ήταν δίπλα μου.
Μαζί στα διαλείμματα, μαζί στα παιχνίδια. Οι φίλοι του έπαιζαν μαζί μου,
περνούσαμε καλά. Τώρα τι θα κάνω μόνος μου;
-Θα λάμψεις! του ψιθύρισα σχεδόν χωρίς να το
σκεφτώ. Ήξερα ότι ο μεγάλος ήταν άριστος μαθητής. Σημαιοφόρος, με διακρίσεις σε
διαγωνισμούς μαθηματικών, αθλητής αξιώσεων… Όλοι βλέπαμε τόσα χρόνια ότι ο
μικρός κρυβόταν στη σκιά του αδερφού του. Καιρός ήταν να το δει κι ο ίδιος.
-Τι εννοείτε θα λάμψω, κύριε;
-Θα δείξεις πια την αξία σου.
-Ποια αξία; Εγώ πουθενά δεν είμαι καλός.
-Αυτό δεν είναι αλήθεια! Δε θυμάσαι στο τελευταίο
μάθημα των Θρησκευτικών, που λέγαμε για τα τάλαντα; Και καταλήξαμε πως όλοι, μα
όλοι έχουμε έστω ένα, πως ο Θεός κανέναν δεν αφήνει χωρίς χαρίσματα;
-Εγώ δηλαδή, τι χάρισμα έχω; Ούτε στην αριθμητική
είμαι αστέρι, ούτε στο μπάσκετ, ούτε γράφω τις τέλειες εκθέσεις του Γρηγόρη…
-Κανείς δε σου ζήτησε να είσαι αστέρι στην
αριθμητική, ούτε να καρφώνεις, ούτε να γράφεις τις «τέλειες εκθέσεις του
Γρηγόρη». Αυτά είναι δουλειά του Γρηγόρη! Εσύ θα κάνεις τα δικά σου! Ο κύριος
Γιάννης μου έλεγε ότι στα δύο χρόνια που σε είχε ποτέ μα ποτέ δεν τσακώθηκες με
κανέναν. Η κυρία των Καλλιτεχνικών στην έκθεση με έργα των παιδιών πέρσι στη
λήξη της χρονιάς, μια δική σου κατασκευή την έβαλε στην κεντρική θέση. Και η
κυρία των Αγγλικών μου εκμυστηρεύτηκε ότι μπορεί μεν να χαλάς πολύ χρόνο στα
βιντεοπαιχνίδια, η προφορά σου όμως στα Αγγλικά είναι άψογη!
Ο Στέφανος σήκωσε αργά αργά το κεφάλι του. Τα
μάτια του ήταν μελί. Για πρώτη φορά τα έβλεπα τόσο καθαρά. Κρατούσε την ανάσα
του. Πήρα θάρρος και συνέχισα.
-Και να σου πω και κάτι άλλο; Αν το δημοτικό σου
φαίνεται εσένα «άγνωστο», τι να πει ο καημένος ο αδερφός σου για το γυμνάσιο;
Τον ρώτησες αν έχει άγχος; Αν βρήκε φίλους; Αν του λείπει το παλιό του σχολείο;
Ή μόνο με τον εαυτό σου ασχολείσαι;
Στο άκουσμα της τελευταίας φράσης ο Στέφανος
κοκκίνησε. «Όχι, κύριε… Δεν ρώτησα τίποτα. Ο Γρηγόρης πάντα δείχνει τόσο
τέλειος, που δεν το σκέφτηκα ότι μπορεί κι αυτός να δυσκολεύεται»…
-Άκου, Στέφανε… Μέχρι τώρα εσύ κι ο Γρηγόρης
ήσασταν μαζί, στο ίδιο καράβι. Περνούσατε καλά, αλλά κάποια στιγμή όλα τα
πράγματα αλλάζουν, προχωράνε, εξελίσσονται. Ο αδερφός σου μπήκε πια σε άλλο
πλοίο. Κι εσύ παραμένεις εδώ. Και θα πρέπει και οι δυο σας να σταθείτε καλοί
καπετάνιοι. Ψύχραιμοι απέναντι στις φουρτούνες. Και μέσα στη θάλασσα της
Γνώσης, κάθε που τα καράβια σας θα ανταμώνουν, εσείς να στέκεστε όρθιοι, ψηλά
στη γέφυρα. Να κοιτάτε τον ορίζοντα και να κοιτάζεστε και μεταξύ σας. Να δίνετε
θάρρος ο ένας στον άλλον. Δεν έχεις μόνο εσύ ανάγκη τον αδερφό σου. Κι αυτός σε
χρειάζεται. Και, ξέρεις κάτι; Ο Θεός, όσο ξεχνάμε τον εαυτό μας και βοηθάμε
τους άλλους, τόσο μας δυναμώνει και μας δίνει κι άλλα χαρίσματα…
-Κι άλλα τάλαντα; μονολόγησε ανοίγοντας διάπλατα
τα μάτια του.
-Γιατί όχι; Δεν Του τελειώνουν, βλέπεις… Δείξε ότι
τα αξίζεις και θα τα δεις να έρχονται!
Το κουδούνι χτύπησε πάνω στην ώρα. Σηκώθηκα
μηχανικά, έπρεπε να πάω στο προαύλιο για εφημερία. Ο Στέφανος κατέβηκε από την
καρέκλα με έναν πήδο αποφασιστικό.
-Πήγαινε να παίξεις τώρα. Και τα λέμε, όποτε θες!
Ο Στέφανος έκανε μεταβολή και βγήκε στην αυλή. Κι έμοιαζε σαν πιο στητός. Σαν πιο ευθυτενής. Σαν καπετάνιος, ψηλά στη γέφυρα του πλοίου…

Τρυφερό και ουσιαστικό κείμενο, που αναδεικνύει με φυσικότητα τη δύναμη του παιδαγωγικού λόγου.
ΑπάντησηΔιαγραφήΜε ευαισθησία και ευρηματική αξιοποίηση της μεταφοράς του καραβιού, μας θυμίζει πως κάθε παιδί έχει τα δικά του χαρίσματα.
Υπέροχο παιδαγωγικό κείμενο με υπέροχο τρόπο γραμμένο Άξιζε που το διάβασα γιατί με οφέλησε.
ΑπάντησηΔιαγραφήΤυχερός ο Στέφανος που βρήκε έναν τέτοιον δάσκαλο. Υπάρχουν άραγε πολλοί σαν τον δάσκαλο αυτόν που προσπαθούν να βρουν κάτι από την ψυχή των μαθητών τους για να τους δώσουν θάρρος;
ΑπάντησηΔιαγραφή