Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

Πανανθρώπινη κραυγή καί ἱκεσία - Γρηγόριος Μουσουρούλης


Κυριακή ΙΔ΄Λουκᾶ
Λόγος εἰς τό Εὐαγγέλιον
Πανανθρώπινη κραυγή καί ἱκεσία
 « Aὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δα­υΐδ, ἐλέησόν με » (Λουκ. ιη´38)
*******
« Aὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δα­υΐδ, ἐλέησόν με »
        Τυφλός καί ζητιάνος ὁ ἥρωας τοῦ σημε­ρινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος κραυγάζει ζη­τώντας ἀπό τόν διερχόμενο Ἰησοῦ τό ἔλεος καί τή σωτηρία του. Ζητᾶ τό φῶς του. Κι ὅταν οἱ ἄλ­λοι τόν ἐπιτιμοῦν, ἐκεῖνος τήν κραυγή τήν μετα­βάλλει σέ βοή, βοή πού ξεχύνεται σάν λάβα πυ­ρακτωμένη ἀπό τά σπλάγχνα ἐνεργοῦ ἡφαι­στεί­ου. Λάβα πόνου πού κυλᾶ μπροστά στά πόδια τοῦ «υἱοῦ Δαυΐδ». Καί ἡ σαρκωμένη ἀγάπη βλέ­ποντας νά ξελειλίζει ἡ ἀγωνία τοῦ παιδιοῦ του, σκύβει στόν ἄνθρωπο καί τοῦ χαρίζει τήν ἴαση.
        Ὁ πρώην τυφλός τώρα βλέπει. Τά μάτια του ἄνοιξαν στό φῶς. Καί ὁ πρῶτος τόν ὁποῖο βλέπει εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς, πού εἶναι τό φῶς τό ἀληθινό. Καί μᾶς διδάσκει νά ἐκφράζουμε στό Θεό τούς πόθους τῆς ψυχῆς μας μέ θερμότητα καί ἐπιμονή.
******
« Aὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δα­υΐδ, ἐλέησόν με »
Νά προσευχόμαστε λοιπόν κι ἐμεῖς μέ θερ­μό­τη­τα. Νά εἶ­ναι ἡ προ­­σευ­χή μας θερ­μή, ὅ­πως ἡ ἐ­γκά­ρ­­δι­α ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τοῦ παι­δι­οῦ μέ τόν Πα­­τέ­ρα, «ὡς τις λα­λή­σει πρός τόν ἑ­αυ­τοῦ φί­λον» (Ἐ­ξόδ. λγ΄ 11). Νά μι­λοῦ­με στόν Θε­ό μέ κα­τά­νυ­ξη καί ἀ­γά­πη. Νά συ­γκλο­νί­ζε­ται ὅ­λος ὁ ἐ­σω­τε­ρι­κός μας κό­σμος. Νά κτυποῦμε τή θύ­ρα τοῦ Θεοῦ «με­τά κραυ­γῆς ἰ­σχυ­ρᾶς καί δα­κρύ­ων».

«Οὐ­δέν εὐ­χῆς δυ­να­τώ­τε­ρον πε­πυ­ρω­μέ­νης καί γνη­σί­ας» μᾶς λέει ὁ ἱερός Χρυσό­στο­μος. Καί ἀλ­λοῦ μᾶς τονίζει: «Μπαί­­νουν πολ­λοί στήν Ἐκ­­κλη­σί­α, σχε­δι­ά­ζουν ἀ­να­ρί­θμη­τους στί­χους προ­σευ­χῆς, καί βγαί­νουν χω­ρίς νά γνω­ρί­ζουν τί εἶ­παν· τά χεί­λη κι­νοῦ­νται, ἀλ­λά ἡ ἀ­κο­ή δέν ἀ­κού­ει. Γο­νά­τι­σα, λές· ἀλ­λά ἡ σκέ­ψη σου πε­τοῦ­σε ἔ­ξω· τό στό­μα ἔ­λε­γε τήν προ­σευ­χή, ἀλ­λά ἡ σκέ­ψη ἔ­τρε­χε ἀλ­λοῦ. Ἐ­σύ ὁ ἴ­δι­ος δέν προ­σέ­χεις τήν προ­σευ­χή σου καί θέ­λεις νά τήν εἰ­σα­κού­σει ὁ Θε­ός; Γι’ αὐ­τό λοι­­πόν κι ἔ­ξω στό δρό­μο νά εἶ­σαι, κρά­ζε ὄ­χι μόνο κι­νώ­ν­τας τά χεί­λη, ἀλ­λά φω­νά­ζο­ντας δυ­να­τά μέ τό νοῦ».
Διότι ἡ θερ­μό­τη­τα τῆς προ­σευ­χῆς μας δέν ἔ­γκει­ται στήν ἔ­ντα­ση τῆς φω­νῆς μας, ἀλ­λά στήν θέρ­μη καί τήν φλό­γα τῆς καρ­δι­ᾶς μας. Εἶ­ναι δυ­να­τό νά γί­νο­νται οἱ προ­σευ­χές μας ψι­θυ­ρι­στά, νο­ε­ρά, χω­ρίς νά ἀ­κού­γε­ται ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τε. Καί ὅ­μως ἡ προ­σευ­χή μας αὐ­τή νά φθά­νει ὡς κραυ­γή ἐ­νώ­πι­ον τοῦ Θε­οῦ. Ἔ­τσι προ­σευ­χό­ταν ὁ Μω­ϋ­σῆς στήν Ἐ­ρυ­θρά Θά­λασ­σα, ὅταν οἱ Αἰγύπτιοι κυνη­γοῦσαν τούς Ἰσραηλίτες καί φαίνονταν ὅτι  ὅλοι ἦταν χαμένοι. Χω­ρίς νά μι­λᾶ κα­θό­λου ὁ μεγάλος Προφήτης ἔ­βγα­ζε βο­ή ἀ­γω­νί­ας πού ἔφθανε ὡς βροντή στόν οὐρανό. «Τί βοᾷς πρός με» τοῦ εἶ­πεν ἀμέσως ὁ Κύριος (Ἐξοδ. ιδ´11-15). Τί σοῦ συμ­βαίνει; Τί σέ ἀπασχολεῖ; Γιατί φωνάζεις; Εἶμαι ἕτοιμος νά σέ βοηθήσω.
Θερμότητα σάν ἐκείνη τοῦ βασιλιά τοῦ Ἰσραήλ Ἐζεκία, πού προσευχήθηκε καί «ἔκλαυσε κλαυ­θμῷ μεγάλῳ» μπροστά στό Θεό γιά νά ἀποφύγει τόν θάνατο (Ἡσ.λη´1-5). Θερμότητα σάν αὐτή πού αἰσθανόμαστε ὅλοι μας, ὅταν μᾶς ἀπασχολεῖ καί μᾶς «καίει» κάποιο θέμα μας. Πῶς κάνουμε τότε; Δέν βρίσκουμε ἡσυχία. Παρακαλοῦμε καί ἱκετεύουμε καί ζητοῦμε βοήθεια ἀπό καθένα πού μπορεῖ νά μᾶς συμπαρασταθεῖ. Χτυποῦμε κάθε πόρτα ἀπ᾽ ὅπου ἐλκπίζουμε ὅτι μποροῦμε νά πά­ρουμε κάτι.
Αὐτή τή θερμότητα τῆς καρδιᾶς εἶχαν ὄλοι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅταν προσεύχονταν καί μάλιστα κάτω ἀπό ἀν­τί­ξοες συνθῆκες! Ὁ Ἱ­ε­ρε­μί­ας ἦταν μέ­σα στή λά­σπη καί προ­σείλ­κυ­σε τόν Θε­ό μέ τή θέρμη τῆς καρδιᾶς του. Ὁ Δα­νι­ήλ μέ­σα στό λάκ­κο ἐ­ξη­μέ­ρω­σε τά λι­ο­ντά­ρι­α μέ τίς δυ­να­τές ἱκεσίες του. Καί οἱ τρεῖς παῖ­δες μέ­σα στό κα­μί­νι τῆς φω­τι­ᾶς μέ τίς ἐ­γκάρ­δι­ες ὑ­μνω­δί­ες τους ἔ­κα­ναν τόν Θε­ό εὐ­σπλαγ­χνι­κό. Ὁ Ἰ­ώβ ἦ­ταν στήν κο­πρί­α καί προ­σείλ­κυ­σε τό θε­ϊ­κό ἔ­λε­ος. Ἄς προ­σευ­χό­μα­στε λοι­πόν κι ἐ­μεῖς μέ τή θερ­μό­τη­τα, πού προ­σ­ευχόταν οἱ ἅ­γι­οι. Καί ὁ Θεός θά ἀπαντᾶ στίς προσευχές μας.
*****
Συμβαίνει ὅμως κάποτε νά προσευχόμαστε μέ θερ­μό­τη­τα, ἀλλά νά αἰ­σθα­νό­μα­στε ὅ­τι ὁ Θεός δέν μᾶς ἀ­κού­ει. Καί ἐ­νῶ πε­ρι­μέ­νου­με ἀ­πά­ντη­ση, τά πρά­γμα­τα δέν ἐ­ξε­λίσ­σο­νται ὅπως τά θέλουμε. Γιατί λοιπόν σιω­πᾶ ὁ Θεός; Ὁ Κύ­ρι­ος σι­ω­πᾶ, ἀκόμη καί στίς θερμές προ­σευχές μας, δι­ό­τι θέ­λει καί νά ἐ­πι­μέ­νου­με σ’ αὐτές.
Ὅπως ἀκρι­βῶς ἐπέ­με­νε ὁ τυφλός. Δέν στα­μα­τοῦσε νά φω­νά­ζει, μέχρι νά βρεῖ τό φῶς του. Γι’ αὐτό μᾶς λέ­γει ὁ Κύριος: «αἰ­τεῖ­τε, ζη­­τεῖ­τε, κρού­ε­τε,» διαρ­κῶς, μέχρι νά λάβετε αὐ­τό πού ζη­τᾶ­τε. «Με­ρι­κές φο­ρές, ὅ­ταν κτυ­ποῦ­με τήν θύ­ρα τοῦ ἐ­λέ­ους τοῦ Θε­οῦ, γρά­φει ὁ Κων­στα­ντῖ­νος Καλ­λί­νι­κος, μοι­ά­ζου­με μέ τά παι­δι­ά πού βρί­σκουν παι­γνί­δι νά κτυ­ποῦν βι­α­στι­α­κά τίς πόρ­­τες τῶν σπι­τι­ῶν καί ἔ­πει­τα φεύ­γουν τρέ­χο­ντας. Ἔ­τσι κι οἱ ἀ­νυ­πό­μο­νοι πι­στοί κτυ­ποῦ­με τήν πόρ­τα τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά δέν ἐ­πι­μέ­νου­με. Ἀ­πευ­­θύ­νου­με με­ρι­κά φευ­γα­λέ­α «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον» καί ἀ­πο­μα­κρυ­νό­μα­στε. Καί ὁ Θε­ός σι­ω­πᾶ στίς προ­σευ­χές μας, γι­ά νά δι­δα­χθοῦ­με νά προ­σευ­χό­μα­στε θερ­μό­τε­ρα, μέ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἐ­πι­μο­νή».
Καί  ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος μᾶς λέγει: «ὅ­ταν πῶ σέ κά­ποι­ον πα­ρα­κά­λε­σε τόν Θε­ό, ζή­τη­σέ του αὐ­τό πού θέ­λεις, ἱ­κέ­τευ­σέ Τον, ἀ­πα­ντᾶ: πα­ρα­κά­λε­σα μί­α, δύ­ο, τρεῖς, δέ­κα, εἴ­κο­σι φο­ρές, καί ἀ­κό­μη δέν ἔ­λα­βα αὐτό πού ζητοῦσα. Μήν ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖς, ἀ­δελ­φέ, μέ­χρι νά λά­βεις. Τέλος τῆς αἰτή­σεως πρέπει νά γίνει ἡ παροχή τοῦ αἰτήματος. Τότε νά σταματήσεις ὅταν λάβεις. Μᾶλλον δέ οὔτε τότε, ἀλ­λά καί πά­λι νά πα­ρα­μέ­νεις στήν προσευχή,. Ἄν δέν λάβεις, ζήτα νά λάβεις· κι ὅταν λάβεις, εὐχαρίστησε διότι ἔλα­βες». «Τρι­ά­ντα ὀ­κτώ ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νι­α ἐ­πέ­με­νε ὁ πα­ρά­λυ­τος χω­­ρίς νά μπο­ρεῖ νά πε­τύ­χει ἐ­κεῖ­νο πού ἤ­θε­λε, καί πα­ρό­λα αὐ­­τά δέν ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν. Ἐ­νῶ ἐ­μεῖς, ἐ­άν γι­ά δέ­κα ἡ­μέ­ρες πα­ρα­κα­λέσουμε μέ προ­θυ­μί­α τόν Θε­ό γι­ά κά­τι καί δέν τό ἐ­πι­τύ­χου­με, γι­­νό­μα­στε με­τά ὀ­κνη­ροί».
Νά μήν ἀ­πο­κά­νου­με λοιπόν προ­σευ­χό­με­νοι. Νά ἐ­πι­­μέ­νου­με μέ ὑπομονή καί ἐ­γκαρ­τέ­ρη­ση χωρίς νά κουραζόμαστε. Ἴσως μερικά πράγματα τά ζητήσαμε στό παρελθόν πολλές φορές, πολλά χρόνια, καί δέν τά πήραμε. Καί κουαρστήκαμε. Ἀλλά ἔχει λόγους ὁ Θεός πού κάποιες φορές ἀρ­γεῖ νά ἀπαντήσει. Ἀπό ἀγάπη καθυστερεῖ. Ἐ­μεῖς ἄς ἐπιμένουμε. Ὅπως οἱ ζητιάνοι, πού κάποτε τούς δίνουν γιατί τούς βαρέθηκαν. Ἔφθασε ὁ Κύριος καί αὐτή τήν ἰδέα νά μᾶς πεῖ. Νά ἐπι­μέ­νου­με μέχρι νά λάβουμε αὐτό πού ζητᾶμε.
*****
« Aὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δα­υΐδ, ἐλέησόν με »
Ἀδελφοί, τό ἔργο τῆς ἀπολυτρώσεώς μας καί τῆς αἰώνιας σωτηρίας μας ἄρχισε, συνεχίστηκε καί τελείωσε μέ τήν πλήρη ὑποταγή τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στό θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατέρα.
    Αὐτή ἡ διάθεση τῆς πλήρους ὑποταγῆς στή βουλή τοῦ Κυρίου πρέπει νά διακρίνει καί τή δική μας ζωή, προκειμένου νά ἀπολαύσουμε τήν αἰώ­νια σωτηρία, τήν ὁποία ὁ Κύριος μᾶς ἐχάρισε μέ τό Αἷμα Του.

Αὐτό τό πνεῦμα τῆς πλήρους ὑπακοῆς στό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἄς διαποτίζει καί τίς καθημε­ρινές μικρές καί μεγάλες προσευχές μας, τίς ἱκε­σίες μας, πού μέ θερμότητα καί ἐπιμονή ἀπευθύ­νουμε στόν Πανάγαθο Κύριο καί Θεό μας. Στόν Κύριό μας  ὁ Ὁποῖος στήν ἐναγώνια πάλη τῆς προσευχῆς ἀ­ρέ­σκε­ται νά παίρνει μέ­ρος ὡς ἀ­ν­τα­γω­νι­στής μας καί νά νι­κι­έ­ται ἀ­πό ἐ­μᾶς.
Γρηγόριος Μουσουρούλης 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου