Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

Γέρων Ἰάκωβος Τσαλίκης - Μακρῆ Μαρία

Από την Ημερίδα για τον Όσιο Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη από τον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Πανοράναματος
Γέρων Ἰάκωβος Τσαλίκης
Μακρῆ Μαρία

 Παναγιώτατε Μητροπολῖτα Θεσσαλονίκης, κ. κ. Ἄνθιμε,
Σεβασμιώτατοι,
Σεβαστοί Καθηγούμενοι καί Γερόντισσες,
 Σεβαστοί Πατέρες,
 Κυρίες καί  Κύριοι.

Ἀλησμόνητε καί ἁγιώτατε Γέροντα Ἰάκωβε, γιά σένα ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «τόν ἀγῶνα τόν καλόν ἠγώνισμαι, τόν δρόμον τετέλεκα, τήν πίστιν τετήρηκα· λοιπόν, ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὅν ἀποδώσει μοι Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ὁ δίκαιος Κριτής».
          Σήμερα κλήθηκα κι ἐγώ ὡς ὁμιλήτρια, ἀνάμεσα σέ ἀνθρώπους πού γνώρισαν ἀπό κοντά τόν μεγάλο ἅγιο τῶν ἡμερῶν μας καί εὐχαριστῶ τήν ὀργανωτική ἐπιτροπή πού μέ τίμησε. Βέβαια, μόνον οἱ ἅγιοι μποροῦν νά μιλοῦν γιά ἁγίους καί νά ἐκφράζουν ἀκριβῶς αὐτό πού ἦταν. Ἐμεῖς οἱ κοινοί θνητοί τολμοῦμε νά τό κάνουμε, ἔχοντας ἐπίγνωση τῆς ἀδυναμίας μας καί μέ τήν πίστη καί τήν ἐλπίδα ὅτι ἡ χάρις τοῦ ἁγίου θά μᾶς σκεπάζει καί θά μᾶς βοηθήσει. 
Παρά τήν ἀναξιότητά μου λοιπόν θά προσπαθήσω νά ἀσχοληθῶ ἀκρο- θιγῶς μέ τό θέμα τό ὁποῖο ἀνέλαβα, μέσα στόν λίγο χρόνο πού ἔχουμε στή διάθεσή μας: Τόν τρόπο πού δίδασκε καί νουθετοῦσε ὁ ἅγιος Γέροντας Ἰάκωβος καί τό πῶς μιλοῦν οἱ ἄλλοι γι’ αὐτόν. Γιά τό δεύτερο σκέλος τοῦ θέματος θά βοηθηθῶ ἀπό τή σειρά ἐκπομπῶν-ἀφιερωμάτων πού πραγματοποιήσαμε ὑπό τήν αἰγίδα τῆς Ἱ.Μονῆς τοῦ Ὁσίου Δαυίδ, ἀρχικά γιά τόν ραδιοσταθμό τῆς Πειραϊκῆς Ἐκκλησίας καί στή συνέχεια καί γιά ἄλλους ραδιοσταθμούς.
Ὅσον ἀφορᾶ γιά τό πῶς δίδασκε καί νουθετοῦσε ὁ Γέρων Ἰάκωβος, θά ποῦμε ἐξ ἀρχῆς ὅτι ποτέ δέν κήρυττε ἀπό ἄμβωνος, ἀλλά μιλοῦσε ἐντελῶς σέ διαπροσωπικό ἐπίπεδο στό Ἀρχονταρίκι τῆς Μονῆς μετά ἀπό κάθε Ἀκολουθία. Ἀφιέρωνε μισή ὥρα, μία, μιάμιση ἤ ἀκόμη καί περισσότερο. Μιλοῦσε γιά τή ζωή του, ἀνέφερε θαύματα τοῦ ὁσίου Δαυίδ καί τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσου καί διηγεῖτο περιστατικά διάφορα, φαινομενικά ἄσχετα, πού ὅμως ἀφοροῦσαν προβλήματα τῶν παρόντων, οἱ ὁποῖοι τό καταλάβαιναν καί ἔτσι παρηγοροῦνταν καί νουθετοῦνταν καί εὕρισκαν λύσεις στά προβλήματά τους καί ἀπαντήσεις στά ἐρωτηματικά τους. Δηλαδή ὁ ἁπλοῦς καί ταπεινός Ἰάκωβος, πού ζητοῦσε συνεχῶς συγχώρεση ὅταν μιλοῦσε, νουθετοῦσε ἁπλά καί ταπεινά, μέ ἁγιο- πνευματική χάρη, ὄχι γιατί ἦταν ἀγράμματος, ἀλλά γιά νά ἀκούγονται πιό γλυκεῖς οἱ λόγοι του καί νά ἀκουμποῦν ἀπευθείας τήν καρδιά ὅσων τόν ἄκουγαν καί ὁ καθένας νά ἐκλαμβάνει ὅτι τά λόγια του τόν ἀφοροῦσαν προσωπικά καί ἔτσι ὅλοι νά φεύγουν ἀπό ἐκεῖ λυτρωμένοι. Ἀπό τήν ἄλλη, ὁ ἁπλοῦς καί ἀγράμματος ἅγιος, ὅταν μιλοῦσε γιά δογματικά θέματα, κανένα λάθος δέν ἔκανε, γιατί ἦταν φωτισμένος καί γνώριζε καί ἐφάρμοζε στή χριστομίμητη ζωή του τόν νόμο τοῦ Εὐαγγελίου.
Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Σιατίστης, κυρός Ἀντώνιος, ὁμολόγησε ὅτι ἕνα μήνα περίπου πρίν ἀπό τήν κοίμηση τοῦ Γέροντος Ἰακώβου συζητοῦσε ἐπί τρεῖς ὧρες μαζί του γιά λεπτότατα δογματικά θέματα, καί λάθος οὐδέν ὁ πατήρ Ἰάκωβος. Καί συνέχισε ὅτι γι’ αὐτόν ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστό- μου: «Ἀρετή ἀνθρώπου ἐστίν ἡ τῶν ἀληθῶν δογμάτων ἀκρίβεια καί ἡ κατά τόν βίον ὀρθότης».
Θα ἦταν παράλειψη νά μήν ποῦμε ὅτι οἱ λόγοι του γίνονταν ἀκόμα πιό γλυκεῖς, γιατί διακρίνονταν ἀπό ἐκεῖνο τό εὐλογημένο χιοῦμορ του καί τή μιμητική ἱκανότητά του. Μιμεῖτο τούς χωρικούς καί τόν τρόπο ὁμιλίας τους, μιμήθηκε ἀκόμη καί τόν ἀρχιερέα μέ τήν ποιμαντορική του ράβδο στό χέρι, κάτι πού δέν συνήθιζε νά κάνει, γιά νά διδάξει στόν Πανιερώτατο Μόρφου Νεόφυτο πῶς νά μήν περπατάει καί «κορδώνεται», ὅταν στά πολύ μελλοντικά χρόνια θά γινόταν ἀρχιερέας.
Σ’ αὐτό τό σημεῖο, γιά νά γίνουν ζωντανά αὐτά πού λέμε, θά ἀκούσουμε τόν ἴδιο τόν Γέροντα Ἰάκωβο νά μιλάει σέ ἕνα καί μοναδικό «ἀρχονταρίκι» πού ἐμεῖς μαγνητοφωνήσαμε στά ἐννέα χρόνια κοντά του. Ἐδῶ θά ποῦμε ὅτι πολύ λίγα τέτοια «ἀρχονταρίκια» μαγνητοφωνήθηκαν καί τά περισσότερα ἀπό αὐτά μέ πολὐ κακή μαγνητοφώνηση. Δέν συνέβη ὅ,τι μέ τούς ἄλλους γεροντάδες τῆς ἐποχῆς μας. Τά σοφά λόγια τοῦ Γέροντος Ἰακώβου γράφτηκαν περισσότερο στίς καρδιές καί τή μνήμη τῶν ἀνθρώπων πού τόν ἔζησαν, παρά σέ χαρτί καί μαγνητόφωνο. Θησαυρούς βέβαια ἀποτελοῦν τά λίγα μαγνητοφωνημένα λόγια του πού διασώθηκαν.
Θά ἀκούσουμε τώρα δύο μικρά ἀποσπάσματα, τό ἕνα ἀναφορικά μέ ἔνα θαῦμα σέ ἕνα παιδί στή Σπάρτη καί τό δεύτερο μία συνομιλία μέ ἕναν χωρικό.   
                   (ἀκούστηκαν δύο ἠχητικά ἀποσπάσματα)

Μετά ἀπό τή ζωντανή παρουσία του ἀνάμεσά μας, θά ποῦμε ὅτι γραπτό μνημεῖο δέν ἄφησε ὁ Γέροντας. Κανένα, ἐκτός ἀπό τίς ἐπιστολές του, πού καί αὐτές λιγοστές ἔχουν σωθεῖ. Ἐδῶ θά ἀναφέρουμε ὅτι μόνο τήν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του ἔγραψε ὁ ἴδιος ἕξι γράμματα καί ὑπαγόρευσε ἄλλα ὀκτώ σέ ἀδελφό τῆς Μονῆς. Εἶχε τήν ἀρχή καί τήν τάξη νά ἀπαντᾶ σέ ὅλους ὁ ἴδιος. Ὅταν ὅμως τά γράμματα ἦταν πάρα πολλά, γιατί συχνά ἦταν ἑκατοντάδες, ὅσα δέν πρόφθανε νά ἀπαντήσει, πήγαινε ἐμπρός στήν εἰκόνα τοῦ Ὁσίου Δαυίδ, τά ἀκουμποῦσε καί ἔλεγε: «Ὅσιέ μου, ὅλα τά προβλήματα τῶν ἀδελφῶν μου αὐτῶν τῶν γραμμάτων τά ἐνεποθέτω σέ σένα καί σέ παρακαλῶ βοήθησέ τους».
Θά μοῦ ἐπιτρέψτε νά διαβάσω δύο τέτοιες ἐπιστολές, πού μᾶς ἐμπιστεύθη- καν ἄνθρωποι πού συνέβαλαν στίς ἐκπομπές γιά τόν Γέροντα Ἰάκωβο μέ τίς μαρτυρίες τους. Τή μία τήν ἔστειλε ὁ Γέροντας στόν κ. Δημήτριο Γκανόγιαννη, δάσκαλο στόν Δρυμώνα, ἕνα χωριό πάνω ἀπό τόν Ὅσιο Δαυίδ, ὅταν ἦταν δόκιμος ἀξιωματικός στή Νιγρίτα Σερρῶν τό 1973, στό 564 Τάγμα Πεζικοῦ.




Ι. Μ. Γέροντος τῇ 2α  Μαΐου 1973        
Ἀγαπητέ μου Δημήτριε, Χριστός Ἀνέστη.
Χρόνια Πολλά· εὐχαριστῶ θερμῶς διά τάς εὐχάς σας. Ἀντεύχομαι ὑγείαν καί χαράν καί καλός πολίτης. Ἡ χάρις τοῦ Ὁσίου Δαυίδ νά σέ επισκιάζει καί εὐλογεῖ πάντοτε. Οἱ γονεῖς σου καί ἡ ἀδελφή σου εἶναι καλά, μήν ἀνησυχεῖς.
Καί πάλιν εὐχαριστῶ πολύ δι᾿ ὅλα.   
                                                           Μετ’ εὐχῶν Ἱερομόναχος Ἰάκωβος Τσαλίκης
Ἔτσι στήριζε καί κρατοῦσε κοντά στήν πίστη ἕναν στρατιώτη.

Στή συνέχεια θά διαβάσουμε μία ἐπιστολή στόν κ. Νικόλαο Κούβαρη, κάτοικο Πειραιά καί καταγόμενο ἐπίσης ἀπό τόν Δρυμώνα. Ὁ κ. Νίκος ὑπῆρξε ναυτικός καί ταξίδευε στούς μακρινούς ὠκεανούς.  Θά διαπιστώσουμε πῶς ὁ Γέροντας τόν στήριζε, τόν δίδασκε, τόν νουθετοῦσε, τόν παρηγοροῦσε, τόν κράταγε κοντά στήν ἐλπίδα καί τόν Χριστό.  

                       Ἱερά Μονή ὁσίου Δαυΐδ τῇ  6 Μαρτίου 1975
             Ἀγαπητέ μου Νῖκο, χαῖρε ἐν Χριστῷ πάντοτε.
Ἔλαβον τἠν ἀγαπητήν σου ἐπιστολήν καί χάρηκα πολύ διά τό αἴσιον τῆς καλῆς σου ὑγείας. Δέν φαντάζεσαι πόσον χάρηκα, ὅταν ἔλαβον τό γράμμα σου καί εἶδα ὅτι εἶσαι καλά. Σέ εὐχαριστῶ θερμῶς διόλα ὅσα μοῦ γράφης. Χάρηκα πού ἔχης καί καλό κόσμο καί ἐργάζεσαι ἥσυχος. Πιστεύω θά εἶναι ὡραῖα στή Βραζιλία, ἀλλά καλλίτερα, Νίκο μου, εἶναι καί ἡ ἰδική μας πατρίδα! Νῖκο ἀγαπητέ, δέν ἔπαυσες νά μᾶς θυμᾶσαι καί ἀγαπᾶς, παρ᾿ ὅλον ποῦ βρίσκεσαι μέσα στά πελάγη καί σέ ξένες χῶρες!
Και ἐμεῖς ποτέ μας δέν σέ ξεχνᾶμε, στήν προσευχή μας κάθε ἠμέραν παρακαλοῦμεν τόν ὅσιο Δαυίδ γιά τήν ὑγείαν καί προστασίαν σου. Ἡ χάρις τοῦ ἁγίου νά σέ ἐπισκιάζη καί χαρίζη ὑγείαν καί εὐλογίαν οὐράνιον. Ἔχετε τήν εὐλογίαν τοῦ ὁσίου Δαυίδ, εὐχάς τῶν γονέων σου καί συγγενῶν σου, ἀγάπην τῶν πατέρων Κυρίλλου καί Σεραφείμ.
Νῖκο μου, νά προσέχεις ὅσον δύνασαι. Πίστευε στόν Θεό καί ὅλα θά γίνουν καλά.     
Μετ’ εὐχῶν καί ἀγάπης Χριστοῦ +Ἱερομόναχος Ἰάκωβος. Ὅλοι στό σπίτι σας ὑγιαίνουν. Καλή ἀντάμωση. Ὁ Χριστός μαζί σου.

Ὀφείλω νά πῶ ὅτι οἱ ἐπιστολές του δέν ἔχουν ὀρθογραφικά λάθη καί εἶναι γραμμένες μέ ὡραῖα καλλιγραφικά γράμματα, παρ’ ὅλο πού ὁ Γέροντας τελείω- σε μόνο τό Δημοτικό, ὑπῆρξε ὅμως ἄριστος μαθητής, πού διακρινόταν γιά τό ἦθος, τήν ἐπίδοση καί τήν εὐφυΐα του ἀλλά καί τήν ἁγιότητά του, ἀφοῦ ἀπό τότε θαυματουργοῦσε.
Ὁ Γέροντας Ἰάκωβος διέπρεψε καί ἀνέπαυσε χιλιάδες πιστῶν καί ὡς Πνευματικός Πατέρας. Λόγῳ τῆς ἀπέραντης ἀγάπης του ἀφιέρωνε ὧρες ἀτέ- λειωτες καί ξενυχτοῦσε στή θεία ἐξομολόγηση. Μιά παράδοση στόν Ὅσιο Δαυίδ πού συνεχίστηκε ἀπό τόν Γέροντα Κύριλλο καί συνεχίζεται καί σήμερα ἀπό τόν Γέροντα Γαβριήλ. Προπαντός ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἐξομολογοῦσε μέ τόν ἰδιαίτε- ρο ἐκεῖνο τρόπο πού μόνο αὐτός ἤξερε, ὥστε νά φεύγουν οἱ ἄνθρωποι ἀπό τό πετραχῆλι του χαρούμενοι, ξαλαφρωμένοι, πετώντας κυριολεκτικά. Πολλές φορές, ἐκεῖ πού ἔκρινε ἀναγκαῖο, ξεκλείδωνε τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων λέγο- ντάς τους ὁ ἴδιος τά ἁμαρτήματά τους, μέ σκοπό νά συναισθανθοῦν οἱ ἄνθρωποι τίς ἁμαρτίες τους, νά νουθετηθοῦν καί νά ὁδηγηθοῦν στόν Χριστό. Δέν εἶναι τυ- χαῖο πού ἀπεδήμησε εἰς Κύριον ἐνῶ ἐξομολογοῦσε ὁ κατ’ ἐξοχήν Πνευματικός Πατέρας.
Δίδασκε βέβαια καί ἡ θαυματουργική του χάρις. Ἐπιτελοῦσε ἀναρίθμητα θαύματα ἐν ζωῇ, ἀποδίδοντάς τα ὅλα στόν Ὅσιο Δαυίδ. Καί συνεχίζει πολύ περισσότερο καί σήμερα νά θαυματουργεῖ. Τά θαύματα ἐπιτελοῦνταν καί γιατί σπλαχνιζόταν τούς ἀνθρώπους ὁ ἅγιος τῆς ἀγάπης καί ἔχυνε γι᾿ αὐτούς καυτά δάκρυα προσευχόμενος στόν Ὅσιο Δαυίδ καί στόν θεῖον Ἰωάννην, ἀλλά προ- παντός γιά νά φέρει αὐτούς καί τούς γύρω τους σέ κατάνυξη καί ἐμπιστοσύνη στή δύναμη τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά τούς ὁδηγήσει σέ νέα ζωή ἐν Χριστῷ. Ἐδῶ πρέπει νά ποῦμε ὅτι τόση ἀγάπη κατά Χριστόν εἶχε καί σέ τέτοια ὕψη ἁγιότητος ἔφτασε, πού μποροῦσε νά προσεύχεται συνεχῶς, ἐπί ἀτέλειωτες ὧρες, ἀκόμα καί ἐπί 8-10 ὧρες γονατιστός καί δακρυρροώντας ἀσταμάτητα μπροστά στόν ἅγιό του βρέχοντας τό χαλάκι του πού ἀκουμποῦσε, μέχρι νά πάρει τήν πληροφορία ὅτι εἰσακούστηκε τό αἴτημά του, ὅτι σηκώθηκε ἀπάνω π.χ. καί περπατάει τό ἑτοιμοθάνατο στό Νοσοκομεῖο παιδί τοῦ ἄμοιρου πατέρα, πού σχεδόν βράδυ ἔφτασε στόν ὅσιο Δαυίδ καί τοῦ ζήτησε βοήθεια. Τό παιδί γιά τό ὁποῖο οἱ γιατροί ὠμά τοῦ εἶπαν νά ἑτοιμάσουν τό φέρετρο. 
Καί πάνω ἀπ’ ὅλα δίδασκε αὐτή καθαυτή ἡ παρουσία τοῦ Γέροντος Ἰακώβου, ὄχι μόνο ὅταν μιλοῦσε ἀλλά καί ὅταν σιωποῦσε, «ὁρώμενος μόνον καί οὐ φθεγγόμενος», ὅπως εἶπε κάποτε σέ συνέντευξή του ὁ Οἰκουμενικός Πατρι- άρχης Βαρθολομαῖος. Ἡ παρουσία του στό προαύλιο τῆς Μονῆς, ἡ παρουσία του στό Ἀρχονταρίκι, στό ἱερό ἐξομολογητήριο καί προπαντός στή λειτουργική του ζωή. Ἐκεῖ πού ὁ ἁπλοῦς καί ταπεινός Ἰάκωβος μετατρεπόταν στόν μεγαλοπρεπῆ καί ἱεροπρεπῆ ἄρχοντα πού ὑμνολογοῦσε δοξολογικά τόν Θεό, συλλειτουρ- γώντας μἐ ἁγίους καί τήν παρουσία ἀγγέλων. Μετέτρεπε τότε τά ἐπίγεια σέ οὐράνια καί κατέβαζε τόν οὐρανό στή γῆ κυριολεκτικά. Ἕνα πανηγύρι πού σέ μετέφερε γιά λίγο στόν Παράδεισο ἦταν οἱ Ἀκολουθίες μέ τόν Γέροντα Ἰάκωβο καί ἐξακολουθεῖ καί σήμερα νά ἱερουργεῖ στό οὐράνιο θυσιαστήριο, ἀλλά νά παρίσταται καί στό ἐπίγειο, γι’ αὐτό τήν Ἱερά Μονή τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ δέν τήν ἐγκατέλειψε, ἀλλά καί ὅπου τόν ἐπικαλούμαστε εἶναι παρών μέχρι τά ἔσχατα τῆς γῆς. Παρών εἶναι σίγουρα καί σήμερα ἀνάμεσά μας.
Ἀπαλλαγμένος πλέον ἀπό τό ἀνθρώπινο σαρκίο τρέχει παντοῦ, ἐμφανί- ζεται ὁλοζώντανος, θαυματουργεῖ, νουθετεῖ, λύνει προβλήματα, ὁδηγεῖ στήν ἀληθινή πίστη τόν πεπλανημένο ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς μας. Ἔμεινε τώρα ἡ ἐπίσημη ἁγιοκατάταξή του, γιατί ὅπως τόνισε κάποτε στόν ἅγιο Μόρφου, καί μοῦ εἶπε νά τό μεταφέρω, ἀφοῦ δέν μπόρεσε ὁ ἴδιος νά παρευρίσκεται ἐδῶ μαζί μας: «Νεόφυτέ μου, μήν ἀκοῦς λόγια καί νά ταπεινολογεῖς. Οἱ ἅγιοι τήν τιμή τους καί τή φυλλαδίτσα τους τή θέλουν καί τήν εἰκόνα τους τή θέλουν καί τήν προσκύνησή τους. Ὅλα, παιδί μου, πρός δόξαν Θεοῦ».  

Στόν λίγο χρόνο τώρα πού μοῦ ἀπομένει, θα προσπαθήσω νά κάνω ζω- ντανά ὅσα εἶπα, καί μέσα ἀπό ἐμπειρίες ἀνθρώπων πού τόν γνώρισαν καί μέσα ἀπό κάποιες ταπεινές δικές μας ἐμπειρίες.                
 Θά παρακολουθήσουμε πρῶτα τόν Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ.κ. Νεόφυτο νά ἑρμηνεύει τή φράση «Μέ συγχωρεῖτε», πού συνεχῶς χρησιμο- ποιοῦσε ὁ Γέροντας Ἰάκωβος. 
«Ἐνῶ ὁμιλοῦσε, παρενέβαλλε συνεχῶς τή φράση, «μέ συγχωρεῖτε». Κάθε πέντε προτάσεις ἔλεγε· «μέ συγχωρεῖτε, παρακαλῶ, μέ συγχωρεῖτε». Ὁπόταν, κάποια μέρα, ἐπειδή εἶχα τό θάρρος του, τόν ρώτησα: «Γέροντά μου, αὐτό τό ’’μέ συγχωρεῖτε’’, πού λέτε συνεχῶς, εἶναι μήπως κανένα τίκ; Μοῦ λέει· «Καί τί εἶναι αὐτό τό τίκ;» «Κανένα χούι, πού ἐπαναλαμβάνετε! Πῶς λέω ἐγώ συνεχῶς, λοιπόν, λοιπόν;» Καί μοῦ ἀπαντᾶ· «Ὄχι, παιδί μου, δέν ξέρεις εσύ! Ἐσύ βλέπεις αὐτά πού βλέπεις. Ἐγώ βλέπω καί ἄλλα πράγματα πού δέν βλέπουν οἱ πολλοί ἄνθρωποι, ἐπειδή βλέπω μέ τή φώτιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί τήν ὥρα πού μιλῶ μπορεῖ ὁ συνομιλητής μου νά μέ θαυμάζει. Διότι ἀκούει πού λέω γιά τόν ἅγιο Δαυίδ, πού λέω γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσο, πού λέω γιά διάφορα, γιά ἐμφανίσεις ἀγγέλων καί πειρασμῶν. Ἐνίοτε λοιπόν μέ θαυμάζουν καί σκέφτονται καί λένε· ‘’Τί ἅγιος ἄνθρωπος!’’ Ἐγώ, παιδί μου, ξέρω ὅτι δέν εἶμαι ἅγιος. Ἀλλά στούς ἀνθρώπους ἐκείνη τή στιγμή προκαλῶ θαυμασμό καί γι᾿ αὐτό ἀμέσως λέω, ‘’μέ συγχωρεῖτε’’! Δέν θέλω οἱ ἄνθρωποι νά μέ θαυμάζουν. Ὑπάρχουν καί μερικοί πού κάνουν τό ἀντίθετο. Ἀκοῦν αὐτά πού λέω καί σκανδαλίζονται καί λένε· ‘’τί χαζός εἶναι αὐτός! Ἄκου τί μᾶς λέει τώρα. Βλέπει ἁγίους καί ἀγγέλους! Κανένας ἀλαφροΐσκιωτος θά εἶναι!’’ Καί ἔτσι αὐτοί μέ κρίνουνε καί γι᾿ αὐτό πάλι λέω, ‘’μέ συγχωρεῖτε’’, γιατί γίνομαι αἰτία μερικοί νά σκανδαλιστοῦν. Γιά αὐτό λέω συνεχῶς, ‘’μέ συγχωρεῖτε’’. Ἐπειδή βλέπω διπλᾶ!» Δηλαδή, ὁ Γέροντας μοῦ περιέγραψε πῶς ἕνας ἅγιος βλέπει τούς λογισμούς μας, τίς ἐπιθυμίες μας καί τίς ἀντιδράσεις μας γι᾿ αὐτά πού μᾶς λέει. Γιά αὐτό ἔλεγε συνεχῶς, ‘’μέ συγχωρεῖτε’’. Εἶχε μιά συνεχῆ μετάνοια. Κι ὅταν μετανοεῖς, ζητᾶς συγχώρεση. Ἀνήκουμε ὅλοι σέ ἕνα σῶμα. Εἴμαστε ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί σῶμα Χριστοῦ. Γι᾿ αὐτό δέν ἔλεγε ὁ Γέροντας ‘’σέ συγχωρῶ, πού σκέφτεσαι ἔτσι’’ ἀλλά ‘’μέ συγχωρεῖτε’’. Δέν ὑποδείκνυε τό λάθος τοῦ ἄλλου, ἀλλά τό οἰκειοποιεῖτο ὡς δικό του λάθος. Διότι ὅλοι εἴμαστε μέλη τοῦ ἑνός σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τό,‘’μέ συγχωρεῖτε’’, πού ἔλεγε ὁ Γέροντας, φανέρωνε τή συνεχῆ ἐσωτερική του γνήσια καθημερινή καί ἐπιμελημένη μετάνοια, τήν αἴτηση ἄφεσης τῶν ἁμαρτιῶν του, ἀλλά καί τή μετάνοια καί  τήν αἴτηση ἀφεσης τῶν ἁμαρτιῶν καί τῶν λαθῶν πού ἔβλεπε στούς συνανθρώπους του, μιά κατάσταση πού ἔχουν ὅλοι οἱ ἅγιοι.             
Μέ ἄλλα λόγια, ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, γιά νά δείξει αὐτά πού ἐμεῖς δέν βλέπουμε, τελείωνε μέ τή βαθιά μυστηριακή ἔκφραση: «βλέπω, παιδί μου, βλέπω…».

Ἡ κυρία Εὐστρατία Ἐμμανουηλίδου, ἡ μητέρα τοῦ Γέροντος Γαβριήλ, ἔζησε πολλά θαυμαστά μέ τόν Γέροντα Ἰάκωβο καί πρίν καί μετά τήν κοίμησή του. Θά ἀκούσουμε ἕνα πού ὁλοζώντανος τήν παρηγόρησε σέ μιά δύσκολη ὥρα.
Τό 2014 ἤμουν ἐδῶ στόν Ὅσιο Δαυΐδ καί ἄκουσα τή φωνή τοῦ Γέροντα. Ἄκουσα τή φωνή του καί πετάχτηκα ἔξω στό μπαλκόνι, μισοκοιμισμένη-μισοξύπνια. Βγαίνω στό μπαλκόνι καί ἀκούω νά βηματίζει κάτω ἀπό τό μπαλκόνι, γρήγορα, γρήγορα, γρήγορα καί νά λέει… εἶχα στενοχωρεθεῖ ὅμως γιά κάτι ἐκείνη τήν ἡμέρα, πάρα πολύ εἶχα στενοχωρηθεῖ. Καί ἀκούω τόν Γέροντα νά λέει: «Τοῖς μισοῦσιν καί ἀδικοῦσιν, Κύριε, συγχώρησον. Τοῖς μισοῦσιν καί ἀδικοῦσιν ἡμᾶς, Κύριε, συγχώρησον». Δέκα φορές, δεκαπέντε φορές.
Καί ἐγώ νά κάθομαι σάν ἕνα ἄγαλμα καί νά ἀκούω τή φωνή του καί νά θέλω νά σκύψω καί νά μήν μπορῶ νά σκύψω. Καί μετά ἀπό λίγο χάθηκε ἡ φωνή του. Ἀκριβῶς ἀπέναντι στούς τάφους, κάτω στό μπαλκόνι, ἐδῶ. Κάθε φορά πού βγαίνω ἔξω στό μπαλκόνι, νομίζω ὅτι θά ἀκούσω πάλι τή φωνή του. 

Ὁ κ. Ἐμμανουήλ Ἐμμανουηλίδης, ἐπίτιμος Ἀρεοπαγίτης, ἔζησε ἕνα μεγάλο θαῦμα ἐπαναφορᾶς του στή ζωή μετά ἀπό ἐγχείρηση καρδιᾶς στήν Ἀμερική. 
Ὅταν γύρισα στήν Ἑλλάδα, πῆγα νά εὐχαριστήσω τόν Γέροντα. Καί μοῦ λέει «τί ἔρχεσαι; Μοῦ τά εἶπαν, μοῦ τά εἶπαν». Ποιός σοῦ τά εἶπε, λέω; Ἐγώ κανέναν δέν ἐνημέρωσα οὔτε τή γυναίκα μου, οὔτε τόν πατέρα Δημήτριο. « Μοῦ τά εἶπαν αὐτοί πού ἔστειλα. Καί οἱ δύο δέν ἦρθαν;» Λέω ἦρθαν δύο ρασοφόροι. «Ὅλη τή νύχτα προσευχόμουνα στόν Ὅσιο Δαυίδ καί ἔλεγα: Σέ παρακαλῶ, πήγαινε νά βοηθήσεις» «τόσο μακριά ἐγώ δέν πάω. Τί δουλειά ἔχω ἐγώ στήν Ἀμερική; Δέν πάω» «Οὔτε μέ συνοδεία δέν πᾶς;» « Ἄν εἶναι ἔτσι, ἀλλάζει τό πράγμα», Λέει: «Θά παρακαλέσω τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσο νά πᾶτε μαζί γιά συντροφιά. Παρακαλάω τόν ἅγιο Ἰωάν- νη τόν Ρῶσο καί μοῦ λέει ‘’Ἐγώ εὐχαρίστως πηγαίνω, γιατί κάθε φορά πού ἀνεβαίνει στόν Ὅσιο Δαυίδ μοῦ λέει καλημέρα καί ὅταν πηγαίνει καί ὅταν ἔρχεται’’. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ποτέ δέν παραλείψαμε νά πᾶμε νά προσκυνήσουμε τόν Ἅγιο Ἰωάννη, νά ἀνάψουμε τό κεράκι, νά προσευχηθοῦμε καί νά ἀνέβουμε μετά στόν Ὅσιο Δαυίδ καί ὅταν γυρίζουμε πάλι τό ἴδιο κάνουμε. ‘’Αὐτοί ἦρθαν καί μοῦ εἶπαν τίς λεπτομέρειες, σέ βρήκανε, σέ σήκωσαν καί σέ πῆγαν ξανά στό χειρουρ- γεῖο.’’  Λέω ναί. Ἐγώ τό μόνο πού θυμᾶμαι ἦταν δύο ρασοφόροι ὁ ἕνας κάπως ψηλός καί ὁ ἄλλος κάπως μετρίου ἀναστήματος καί μοῦ εἶπαν, «εἶχες πεθάνει καί ἔφυγε ἡ ψυχή σου, ἀλλά μέ τίς παρακλήσεις τοῦ ἁγίου Ἰακώβου ξαναγύρισες».
   
Ὁ ἁγιορείτης μοναχός π. Ἀκάκιος Καυσοκαλυβίτης, ὑποτακτικός τοῦ Γέροντα Πορφυρίου, ἔζησε θαυμαστές ἐμπειρίες καί μέ τόν Γέροντα Ἰάκωβο.
 Αὐτό πού θά σᾶς πῶ τώρα, ἀποτελεῖ τό ἐπισφράγισμα καί τήν ἐπιβεβαίωση τῆς ἁγιότητος τοῦ Γέροντος Ἰακώβου, Καί ἀφορᾶ τήν ἡμέρα τῆς ἀποδημίας εἰς Κύριον τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου. Γιά μένα εἶναι πάρα-πάρα πολύ σημαντικό. Ἦταν πρωί τῆς 22ας Νοεμβρίου, πάρα πολύ πρωί καί ἐγώ βρισκόμουνα μαζί μέ τόν Γέροντα, τόν Ἅγιο Πορφύριο, στό κελλί του, γιατί τόν ξενυχτοῦσα, τόν γηροκομοῦσα ὅπως εἴχαμε πεῖ. Λοιπόν πρωί-πρωί μᾶς παίρνει ὁ Ἀρχιγραμματέας τῆς Ἱερᾶς Κοινότη- τος τοῦ Ἁγίου Ὅρους ὁ ὁποῖος ἦταν καί πνευματικό τέκνο τοῦ Γέροντος Πορφυρίου γιά νά μᾶς πληροφορήσει ὅτι ὁ Γέροντας  Ἰάκωβος κοιμήθηκε.
Μόλις τό ἄκουσα αὐτό δέν ἄντεξα, βγαίνω ἔξω ἀπό τό κελλί τοῦ Γέροντα, γιατί μέ πῆραν τά κλάματα, ἐκεῖ στήν εἴσοδο τοῦ κελλιοῦ καί ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ ναοῦ. Ὁπότε μέ πλησίασε ὁ ἱερομόναχος τοῦ κελλιοῦ καί μοῦ λέει, «τί ἔπαθες καί κλαῖς, τί ἔχεις;» Τοῦ λέω, νά κοιμήθηκε ὁ Γέροντας  Ἰάκωβος. «Ἔ, καί κλαῖς; μοῦ λέει. Πλάνες εἶναι αὐτά. Ἀφοῦ ξέρεις ὅτι ὁ Γέροντας  Ἰάκωβος σώθηκε, τότε γιατί κλαῖς;». Ταράχτηκα ἐγώ κάπως καί ἔτσι θυμωμένος ἄς ποῦμε, τοῦ λέω, «καλά καί οἱ πρῶτοι χριστιανοί δέν ξέρανε ὅτι σώθηκε ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος; Τότε γιατί ἐποίησαν κοπετόν μέγαν; Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι δέν ξέρανε ποῦ πῆγε ἡ Παναγία μας; Τότε γιατί ἔκλαψαν πικρά γιά τόν ἀποχωρισμό της; Αὐτός κούνησε τό χέρι ἔτσι κάπως περιφρονητικά, ἀλλά ἐκείνη τήν ὥρα ἄκουσα τά παλα- μάκια τοῦ Γέροντα. Δεν εἶχε τή δύναμη ἐξαιτίας τῆς ἀσθένειάς του νά φωνάξει δυνατά καί χτυποῦσε παλαμάκια ὅταν μέ καλοῦσε. Ἔτρεξα ἀμέσως μέσα. 
Ὁ Γέροντας ἦταν σιωπηλός καί ἔτσι πέρασε λίγη ὥρα ὅπου ἐγώ ἠρεμοῦσα μέσα σε ἐκείνη τήν πολύφθογγη σιωπή τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου, τοῦ Γέροντος Πορφυ- ρίου καί σέ λίγο κοιτάζει πρός ἐμένα καί μοῦ λέει μέ ἕνα ὕφος σοβαρό, τονίζοντας μία-μία τίς λέξεις. «Μήν στενοχωριέσαι πού μᾶς ἔφυγε ὁ Ἰάκωβος, γιατί τώρα πιά πιό πολύ θά ἔχουμε τόν Ἰάκωβο. Ὁ Ἰάκωβος ἔγινε πνεῦμα καί εἶναι παντοῦ». Στό παντοῦ ἄστραψε ἕνα λαμπρό, λευκό φῶς μέσα στό δωμάτιο, τόσο λαμπρό,                   πού ἀκόμα καί τό φῶς τοῦ φυσικοῦ ἥλιου ἔμοιαζε μπροστά του σάν φῶς λυχναριοῦ. Καί μέσα σ’ αὐτό τό φῶς φάνηκε ἡ λαμπρή μορφή τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου νά μοῦ χαμογελάει. Τότε ἡ θλίψη μου μετουσιώθηκε ἀμέσως σέ ἀναστάσιμη χαρά. 
Ὅταν ἀργότερα πληροφορήθηκα ὅτι στήν κηδεία τοῦ Ὁσίου Ἰακώβου, ὁ κόσμος ἔψελνε τό «Χριστός Ἀνέστη», ἤξερα τό γιατί πολύ καλά. Γιατί ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ὁ ἁπλοῦς, ἔγινε πνεῦμα καί ἦταν μαζί τους μεταδίδοντάς τους βιώματα ἀναστάσιμα.Ἔ, λοιπόν, αὐτό εἶναι ἁγιότητα. Αὐτό εἶναι θέωση. Γιατί ὁ Ἰάκωβος πού ἔγινε πνεῦμα καί ἦταν παντοῦ, ἦταν κατά χάρη Θεός.
      
Καί τώρα θά προχωρήσω σέ κάποια προσωπικά μας βιώματα ἀπό τά πολλά πού ζήσαμε μέ τήν οἰκογένειά μας κοντά στόν Γέροντα Ἰάκωβο στά τελευταῖα ἐννέα χρόνια τῆς ἐπιγείου ζωῆς του.
  Τό πρῶτο εἶναι ὁ τρόπος πού ἄρχισα προσωπικά νά ἐξομολογοῦμαι: Ἕνας ἀδελφός μου, σήμερα ἁγιορείτης μοναχός, μᾶς πήγαινε συχνά στόν Ὅσιο Δαυίδ, στό πιό κατάλληλο περιβάλλον, παροτρύνοντάς μας στή θεία Ἐξομολό- γηση. Ἀλλά καθώς ἡ πρώτη φορά εἶναι πάντοτε δύσκολη, δέν τό ἀποφασίζαμε. Ἕνα βράδυ πού σκεπτόμουν πάλι τήν ἐξομολόγηση, πῆγα καί στάθηκα ἀπέναντι ἀπό τόν Ἅγιο Χαράλαμπο, ὅπου ἐξομολογοῦσε ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, καί τό δίλημμα, ὅπως κάθε φορά, ἦταν μεγάλο: «ναι» ἤ «ὄχι». Πῆγε 12 ἡ ὥρα τά μεσάνυχτα παλεύοντάς το, ὅταν εἶδα ὅτι ἔβγαινε ὁ τελευταῖος ἀπό αὐτούς πού περίμεναν. Ἐκείνη τή στιγμή ἔνοιωσα μιά παλάμη στήν πλάτη μου νά μέ σπρώχνει μέ μεγάλη δύναμη καί ἄρχισα τότε τρέχοντας νά κατεβαίνω τίς σκάλες, τρέχοντας νά ἀνεβαίνω τίς ἄλλες καί νά μπαίνω στόν Ἅγιο Χαράλαμπο. Δεν προλάβαινα πλέον νά ἀμφιταλαντεύομαι καί βρέθηκα μπροστά στόν ἅγιο Γέροντα γιά τήν πρώτη ἐξομολόγηση. Εἶπα μέ δέος ὅσα εἶχα νά πῶ καί στό τέλος ἄκουσα τόν παρηγορητικό λόγο πού σάν βάλσαμο ἔπεσε στήν ψυχή μου: «Καί τί φοβᾶσαι ἐσύ, παιδί μου, πού εἶσαι ἀπό τό νησί τῶν ἁγίων;». Ἐδῶ ἐννοοῦσε τήν Κύπρο, τή γενέτειρά μου.
Ὅταν ἐπέστρεψα στό κελλί πού ἦταν οἱ δικοί μου, διαπίστωσαν μιά ἀλλαγή. «Τό πρόσωπό σου ἔλαμπε καί φαινόσουν ἀνάλαφρη καί χαρούμενη»,  θυμᾶται ἀκόμα ὁ ἀδελφός μου μοναχός. Ὅ,τι ἀκριβῶς ἔνιωσα κι ἐγώ μετά τήν ἐξομολόγηση στόν Ἅγιο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ἔνοιωθαν καί ὅλοι ὅσοι ἐξομολογοῦνταν κάτω ἀπό τό πετραχῆλι του. 
Μιά ἄλλη φορά βρισκόμαστε στό εὐλογημένο παλιό ἀρχονταρίκι τῆς Μονῆς, ἐκεῖ πού ὅλα τά χρόνια μιλοῦσε, δίδασκε καί νουθετοῦσε ὁ Γέροντας. Τελειώνοντας καί βγαίνοντας ἔξω, ἀντάμωσε ἐμένα καί τά δύο πρῶτα παιδιά μας μικρά. Ἄρχισε, ὅπως συνήθιζε, νά τά νουθετεῖ μέ τόν ἁπλό ἀλλά σοφό τρόπο του: «Νά εἶστε καλά παιδάκια. Νά ἀγαπᾶτε καί νά ἀκοῦτε τούς γονεῖς σας. Νά τρῶτε ὅλο τό φαγητό σας. Νά προσέχετε. Ποτέ νά μήν τρῶτε κάτι πού ἄγνωστοι ἔξω σᾶς προσφέρουν». Ἐκείνη τή στιγμή ἦρθε ἐκεῖ κοντά ὁ σύζυγος. Μόλις τόν εἶδε ὁ Γέροντας, τοῦ εἶπε: «Μελέτη, παιδί μου, μέ συγχωρεῖς, μέ συγχωρεῖς, παιδί μου. Εἶσαι ἐδῶ κι ἐγώ συμβουλεύω τά δικά σου παιδιά;». Σεβόμενος ἔτσι ὁ ταπεινός Ἰάκωβος τήν εὐθύνη τῶν γονέων ἀπέναντι στά παιδιά τους.
          Ἀποκορύφωμα τῶν ἐμπειριῶν μας, πού φανερώνουν τήν ἁγιότητά του καί τό πῶς δίδασκε ἡ ἴδια ἡ παρουσία του καί ὅλες οἱ πράξεις του, ὅπως καί ἡ λειτουργική του ζωή, εἶναι τό πῶς βίωνε ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας ὅλα τά γιγνόμενα καί λεγόμενα στίς Ἀκολουθίες καί πῶς αὐτό τό βίωμα τό «μετέδιδε» στούς γύρω του, πού ἔνοιωθαν σάν νά βρίσκοντα γιά λίγο στόν Παράδεισο.
          Συγκεκριμένα, γιορτάσαμε μέ τήν οἰκογένειά μας τήν Ἀνάσταση στόν Ὅσιο Δαυἰδ τά τρία τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του.  Ζήσαμε τή Μεγάλη Πέμπτη τά πάθη τοῦ Χριστοῦ, κατασυγκινηθήκαμε τήν ὥρα τῆς Ἀποκαθηλώσεως, ὅταν ὁ Γέρων Κύριλλος διάβαζε τό Εὐαγγέλιο καί ὁ Γέρων Ἰάκωβος κατέβαζε τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἀπό τόν Σταυρό.   
Τό Μεγάλο Σάββατο ἀκούγαμε τό «Ἀνάστα ὁ Θεὸς» ὅπως δέν τό ἀκού- σαμε ποτέ ἀπό τότε. Καί κορύφωση ἡ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, ὅταν ἀκούγαμε ἀπό τό στόμα του τό «Χριστός Ἀνέστη». Ἔλεγες πού ἡ φωνή του ἀπό τά ἔγκατα τῆς γῆς ἀνέβαινε στόν οὐρανό. Καταλάβαινες, ὅσο εἶναι δυνατόν σέ μᾶς τούς χοϊκούς νά καταλάβουμε, ὅτι ὁ Χριστός Ἀνέστη. Ἀπό τόν Ἅδη ἀνέβηκε ψηλά στούς οὐρανούς καί μαζί μέ τόν Γέροντα Ἰάκωβο κι ἐσύ ἀνέβαινες ἀπό τόν Ἅδη στά Οὐράνια.

Ἀπό τότε, τό 1989, 1990 καί 1991 πού ζήσαμε αὐτά τά γεγονότα, δέν μπορεῖ νά ἔρθει Ἀνάσταση πού νά μήν θυμηθοῦμε ὅσα ζήσαμε. Γράφτηκαν ὅλα στήν καρδιά μας καί στή μνήμη μας καί μᾶς συνοδεύουν. Καί γιά νά πάρουμε μιά μικρή γεύση τῶν λεγομένων (ὡς κατακλεῖδα), θά ἀκούσουμε τόν ἴδιο τόν Γέροντα Ἰάκωβο νά λέει τό Χριστός Ἀνέστη.                                                                  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου