[...] Μέ ποιό τρόπο η Θεολογία έρχεται σε διάλογο μέ τή νεωτερικότητα; Πρέπει να χρησιμοποιήσει ανάλογα μέσα.
Μέσα δηλαδή «ομόλογα», πού αντιστοιχούν στά χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας.
Όταν η νεωτερικότητα δίνει έμφαση στο άτομο, πιστεύω ότι δέν μπορεί η Θεολογία να φέρει ὡς απάντηση
τό: «Δέν μέ ενδιαφέρει τί πιστεύεις εσύ. Με ενδιαφέρει τί πιστεύει συνολικά η ομάδα, η
Εκκλησία. Και είσαι υποχρεωμένος να κάνεις υπακοή στήν Ἐκκλησία».
Δέν μπορώ νὰ απαντήσω έτσι διότι αυτή είναι
απάντηση συλλογικότητας. Γιά τό νεωτερικό μυαλό η απάντηση αυτή
πού ερχεται από την παλιά εποχή, την προνεωτερική, είναι ξεπερασμένη. Μα
ακριβώς αυτὸ μας λέει: «Δεν με ενδιαφέρει εμένα η συλλογικότητα, εγώ θελω να αυτοκαθοριστώ. Μπορείς εσύ νὰ μου πεις κάτι με τὸ οποίο εγώ,
διατηρώντας την προσωπικότητά μου αλώβητη και ακέραια, μπορώ να αποδεχτώ το Εὐαγγέλιο
και αυτά τά οποία μου λές;». Γι' αυτό είπα πρίν ότι πρέπει να εκτιμήσουμε και
να σεβαστούμε τὸ σημείο στό οποίο βρίσκεται ο άλλος και να μήν θεωρήσουμε ότι είναι ένα κατάντημα
αυτό. Γιατί πολύ
συχνά αντιμετωπίζουμε
τις νεώτερες εξελίξεις μόνο αρνητικά.
Δέν ήταν αρνητικός σταθμός στην ιστορία της
ανθρωπότητας η νεωτερικότητα οσο και αν έφερε πολλά αρνητικά μαζί της.
Διότι ανέπτυξε δωρεές
του Θεού πρὸς τὸν άνθρωπο πού προηγουμένως παρέμεναν σε υπολειτουργία, αλλά και
διότι επέφερε μια εξέλιξη της ιδιας της Θεολογίας. Αφήστε την επιστημονική πρόοδο, η οποία,
αν δὲν υπήρχε, οι μισοί δέν θά ήμασταν εδώ παρόντες σήμερα. Θὰ είχαμε πεθάνει
πρίν φτάσουμε σ' αυτή την ηλικία από διάφορες αρρώστιες. Ούτε οι γεροντάδες και
οι άγιοι θά έφταναν σε τέτοια ηλικία, θα πέθαιναν νέοι.
Λοιπόν, όλοι αντλούμε από τήν νεωτερικότητα οφέλη και η
Εκκλησία ωφελείται από αυτήν. Και γι' αυτό έκανα όλη εκείνη τη μακρά εισαγωγή για να δείξω ότι πρέπει νὰ
πολιτευθή όχι συγκαταβατικά με την τρέχουσα έννοια, αλλά συγκαταβατικά μέ τήν
θεολογική έννοια, η Ἐκκλησία πρός τόν σύγχρονο άνθρωπο. Δηλαδή μὲ τὸν τρόπο πού
μας έδειξε η συγκατάβαση του Θεού-Λόγου.
Η συγκατάβαση του
Θεού-Λόγου δέν είναι η συγκατάβαση πού λέμε σήμερα γιά κάποιον «τόν
αντιμετωπίζουν με συγκατάβαση». Σημαίνει ότι «κατεβαίνω και εγώ μαζί του εκεί
κάτω πού είναι », αυτό θά πει ετυμολογικά συγκατάβαση.
Επομένως, διαλεγόμενοι μέ αυτόν τόν σημερινό
άνθρωπο, ο οποίος σκέφτεται ορθολογιστικά αρκετές φορές και ατομιστικά, πρέπει
τά μέσα πού θά χρησιμοποιήσουμε να είναι «ομόλογα», δηλαδή νά αντιστοιχούν στην
ανάγκη του νά αναπτυχθή η διάνοιά του. Αυτό σημαίνει ότι εγώ, μιλώντας σε
εφήβους Γυμνασίου ή Λυκείου και απαντώντας σε ερωτήματά τους, πρέπει να
χρησιμοποιώ πολύ καλά το επιχείρημα. Ή νεωτερικότητα τυγχάνει ανταπόκρισης και
απάντησης μέ τό επιχείρημα. Διότι αυτό είναι τὸ «ομόλογο» μέσο στήν
ανάπτυξη του λογικού η οποία χαρακτηρίζει τήν νεωτερικότητα.
Αλλά, βεβαίως, ποιό επιχείρημα; Πρέπει το
επιχείρημα νὰ μὴν είναι σοφιστικό, νά μήν είναι στρεψόδικο. Πρέπει το επιχείρημα να «στέκει», νά μήν
υπακούει απλώς στούς νόμους της ρητορείας. Πού σημαίνει - να η ευκαιρία ποὺ μας δίνουν οι
έφηβοι να εξελισσόμαστε ὡς άνθρωποι και ὡς Θεολόγοι - ότι πατάμε γερά στα πόδια
μας από πλευράς θεολογικής παιδείας και βίωσης του μυστηρίου του Θεού και της
Εκκλησίας, ώστε το επιχείρημα πού θα δώσουμε να ευσταθεί.
Ο έφηβος ἔχει πολύ μεγάλη ικανότητα να
καταλαβαίνει πότε το επιχείρημα στέκει και πότε όχι. Πότε τό έπιχείρημα είναι
ένας τρόπος εντυπωσιασμού για να παρακάμψω τή δυσκολία, να κάνω υπεκφυγή. Αν
μάλιστα διαθέτω το τάλαντο της ρητορικής, μπορώ εύκολα να παρακάμψω μια δύσκολη ερώτηση, και
μπορεί ακόμα και να κερδίσω τίς εντυπώσεις μέσα στην τάξη για λίγο, αλλά η καρδιά του εφήβου ξέρει πολύ καλά
ότι δεν έχω απάντηση. Το επιχείρημα λοιπόν για να μπορεί νὰ σταθεί και να
αντιμετωπίσει την ερώτηση ή την αμφισβήτηση θα πρέπει να εκφράζει μιά δική μου
αντίστοιχη θεολογική πορεία, η οποία μέ έχει βοηθήσει να πατάω γερά στα πόδια
μου, δηλαδή θα πρέπει νὰ εχω εμπεδώσει τὴν βίωση των αληθειών της πίστης.
Γνωρίζετε πολύ καλά βέβαια ότι εδώ και μερικές
δεκαετίες έχει αναπτυχθεί η λεγόμενη μετανεωτερικότητα. Τί είναι αυτό; Ἐδω δέν επαρκεί πλέον ο
ορθολογισμός και χρειάζεται ένας προσανατολισμός πιο υπαρξιακός. Στή μεταμοντέρνα κατάσταση, στο μετανεωτερικό
υποκείμενο, δέν επικρατεί τόσο η έγνοια για επιχειρήματα όσο μια υπαρξιακή
καταξίωση, να πεισθώ υπαρξιακά. Γι' αυτό και η έμφαση από τή διάνοια, πού
είχαμε στην νεωτερικότητα, έχει μεταφερθή τώρα στο συναίσθημα, στο βίωμα.
Ὁ μετανεωτερικός άνθρωπος αναζητάει εμπειρίες. Γι' αυτό και τὸ ξέσπασμα της Νέας Ἐποχής και
όλων αυτών των παραθρησκειών
και των καταστροφικών λατρειών, είναι καθαρά μετανεωτερικά φαινόμενα. Διότι οι άνθρωποι εκεί δὲν πάνε για τα
επιχειρήματά τους τα οποία προβάλλουν, πού είναι παιδαριώδη πολλές φορές, άλλά πάνε για εμπειρίες. Είναι η δίψα για εμπειρία, η οποία σήμερα
απαντάται και σε πολλούς άλλους τομείς. «Έκανα αυτή τη δραστηριότητα για την
εμπειρία», σου λέει ο νέος.
Το μετανεωτερικό υποκείμενο έχει έντονη τη σύνδεση
με την τέχνη, για παράδειγμα, για να νοιώσει, να
αισθανθεί. Μιλάμε για το τέλος των ιδεολογιών διότι ουσιαστικά μπήκαμε ἐν πολλοίς στην μεταμοντέρνα εποχή, όπου δὲν
μπορούν νὰ σταθούν οι ιδεολογίες. Οι άνθρωποι ξαναγίνονται άτομα, τὰ οποία όμως
δὲν είναι τὰ άτομα της νεωτερικότητας. Φεύγουν απ' την στράτευση ποὺ είχαν στις
ιδεολογίες, γίνονται άτομα, αλλά δὲν είναι πιὰ τὰ ατομα της νεωτερικότητος, τα
ορθολογιστικά.
Τι είναι τότε; Είναι τὰ άτομα της κοινωνίας του θεάματος, είναι τὸ άτομο τὸ οποίο δέν εχει εσωτερική
συνοχή. Διότι η κοινωνία του θεάματος παρουσιάζει αυτό τώρα και μετά από λίγα
λεπτά κάτι αλλο αντιφατικό. Ή κοινωνία του θεάματος, με τα διάφορα θραύσματα,
τά οποία παρουσιάζει, με τα τηλεοπτικά προγράμματα, διαφημίσεις και τά λοιπά,
απευθύνεται μέ τό κάθε θραύσμα σε διαφορετικές περιοχές του ανθρώπινου
υποκειμένου. Με αποτέλεσμα, σιγά-σιγά και μακροπρόθεσμα, το άτομο της νεωτερικότητος νά είναι
θραυσμένο. Δὲν έχει εσωτερική συνοχή.
Γι' αυτό καί όσο προχωρεί η κοινωνία του θεάματος
τά τελευταία χρόνια βλέπουμε περισσότερη παρορμητικότητα, αν έχετε προσέξει, στα παιδιά καί στούς νέους.
Δρουν υπό τὴν επίδραση της στιγμής. Αυτό, χωρίς να το ξέρουν, είναι μια μεταμοντέρνα αλλοίωση που έχουν υποστεί. Γι' αυτό, επίσης, ένας
άλλος λόγος πού το μετανεωτερικό υποκείμενο καταφεύγει σε θρησκευτικά και
παραθρησκευτικά φαινόμενα είναι και η ελπίδα μήπως ενοποιηθεί. Υπάρχει μια δίψα
μήπως βρει κάπου ενοποίηση. Τήν οποία φυσικά δέν βρίσκει, γιατί αυτές οι
καταστροφικές θρησκείες το διαλύουν ακόμα περισσότερο.
Ποιός είναι ο τρόπος μὲ τὸν οποίο η Θεολογία μας
και ο Θεολόγος θὰ απευθυνθούν στο μετανεωτερικό άτομο; Θὰ είναι τὸ
επιχείρημα; Όχι! Δε μετράει
τὸ επιχείρημα πιά. Ανήκει
σε άλλη τάξη πραγμάτων, σε άλλο πολιτισμό. Ὁ τρόπος μὲ τὸν οποίο θὰ
απευθυνθούμε στο μετανεωτερικό άτομο, τό οποίο διψάει για εμπειρίες και είναι
αποσπασματικό, είναι η αγάπη. Αυτό πού
μπορεί νὰ ενοποιήσει ένα θραυσμένο υποκείμενο είναι η αγάπη. Ἡ αγάπη μαζί μέ
τήν ωριμότητα, θά έβαζα και αυτό. Δηλαδή, ο ώριμος παπάς, ο ώριμος καθηγητής
Θεολόγος, εάν αγαπάει κιόλας, αποτελεί εξαιρετικό παράγοντα ωρίμανσης του μαθητή πού έχει μπροστά του ή τού
ποιμαινόμενου, καθώς θά απευθύνεται στο μετανεωτερικό του κομμάτι.
Προσέξτε όμως. Αυτά τά δυό δέν είναι απολύτως
διαχωρισμένα. Ένας συγκεκριμένος μαθητής μπορεί αυτή τή διδακτική ώρα νά
ενεργεί ὡς νεωτερικό άτομο, έχοντας επιχειρήματα, καί τήν επόμενη διδακτική ώρα
νὰ ενεργεί ὡς μετανεωτερικό. Το είπα και πρίν πώς η μετανεωτερικότητα δέν έχει ἐξαλείψει τή
νεωτερικότητα. Έχουμε
μια επικάλυψη αυτή τή στιγμή. Συνυπάρχουν και τά δύο.
Λοιπόν, η ανάγκη του επιχειρήματος και της
τεκμηρίωσης συμβαδίζει μέ τήν ανάγκη να είμαστε ώριμοι άνθρωποι στίς
διαπροσωπικές σχέσεις (ώριμος θὰ πει σέ σχέση μέ τόν άλλον, ώριμος δέν μπορείς
νά είσαι μόνος σου) και νά δίνουμε αγάπη. Οι οποίες, ωριμότητα και αγάπη, πείθουν το
μετανεωτερικό άτομο. Το επιχείρημα πείθει γιά τήν ερώτηση ή ένσταση πού μας κάνει τό νεωτερικό
άτομο. Ἡ ωριμότητα και η αγάπη πείθουν γιά τή μετανεωτερική ερώτηση ή ένσταση
τήν οποία μάς υποβάλει το μετανεωτερικό άτομο.
Κάτι ήξερε ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός όταν μιλώντας
σε ένα χωριό, αφού ανέλυσε το δόγμα της Αγίας Τριάδος, όπως μπορούσε νά τό πει,
μέ τήν μέθοδο πού απευθύνεται στη διάνοια, στο τέλος λέει: «Υπάρχει κι άλλος
τρόπος να γνωρίσετε τήν Αγία Τριάδα. Νά εξομολογηθείτε, να κοινωνήσετε καί σιγά
- σιγά θά αρχίσετε να καταλαβαίνετε μέσα στήν καρδιά σας τί είναι η Αγία Τριάδα
». Από άλλο δρόμο, από τόν υπαρξιακό δρόμο.
Έχει μεγάλη σημασία όμως νὰ έχουμε υπ' όψη ότι
αυτοί οι δύο τρόποι είναι απολύτως συμπληρωματικοί. Μέ κανένα τρόπο δέν θά πρέπει να πέσουμε σε
μονομέρειες του τύπου «μόνο αυτός χρειάζεται». Τα παιδιά μπορεί νὰ έχουν
αργότερα μιά θαυμάσια ανάμνηση από ένα Θεολόγο, ότι «αυτός ο άνθρωπος μας
αγαπούσε». Αλλά ταυτόχρονα θά θυμούνται ότι «δέν ήξερε καλά τήν πίστη του, δέν
μπορούσε νά απαντήσει στις ερωτήσεις μας». Θὰ είναι θαυμάσιο να θυμούνται ότι
τούς αγαπούσε, ἀλλὰ δὲν θὰ είχε ενεργήσει ὡς Θεολόγος αν ισχύει μόνο τὸ ένα. Αν
ισχύει μόνο τὸ άλλο; Τότε «δίνει τέλειες ἀπαντήσεις αλλὰ είναι ξύλινος, είναι
σαν ηλεκτρονικός υπολογιστής, δέν μας κοιτάει στα μάτια, δέν γελάει...».
Μα δέν θὰ μπορούσε νά είναι και διαφορετικά. Το
όραμα της Θεολογίας μας γιά τήν ανθρώπινη φύση είναι όραμα ενότητος. Δέν θα μπορούσε η ανθρώπινη φύση να καλλιεργεί
μία μόνον απ' τις δυνατότητές της, μόνο τή διάνοια ή μόνο το συναίσθημα. Είναι
ολα μαζί, σύνθεση. Πρόκειται για το τριμερές σχήμα πού ξεκίνησε μὲν από τον
Πλάτωνα αλλά το υιοθέτησαν και οι Πατέρες της Εκκλησίας: διάνοια - συναίσθημα -
βούληση. Πρέπει κανείς, ως Θεολόγος και ως Κληρικός, να αγωνίζεται να
βρίσκονται σε ενότητα και τα τρία προκειμένου να πείσει, είτε διανοητικά είτε
συναισθηματικά είτε και τα δύο, αυτὸν ποὺ έχει μπροστά του. Αυτό θά πει, κατά
τη γνώμη μου, διάλογος της Θεολογίας με τον σύγχρονο κόσμο [...]
π. Βασίλειος Θερμός
Διαδρομές αγάπης και γνώσης- Εκδόσεις Αρχονταρίκι
••••••••••••
Διαδρομές αγάπης και γνώσης- Εκδόσεις Αρχονταρίκι

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου