Ο μακάριος ούτος και θεσπέσιος Κλήμης, όλην σχεδόν την ζωήν του διεπέρασεν εις το μαρτύριον. Εις εικοσιοκτώ γαρ χρόνους παρετάθη ο υπέρ Χριστού προς τους τυράννους αυτού πόλεμος και αγών, χωρίς να διακοπή με καμμίαν εν τω μεταξύ άνεσιν, χωρίς να λάβη ειρήνην και ησυχίαν, και χωρίς να λάβη παραγγελίαν, ότι εις τόσας, θετέον, διωρισμένας ημέρας, πάλιν έχει να αρχίση ο πόλεμος. Καθώς είναι νόμος να γίνεται εις τους εξωτερικούς πολέμους από το ένα μέρος και από το άλλο των πολεμίων, ίνα ξεκουρασθέντες εν τω αναμεταξύ καιρώ, πάλιν αρχίσουν τον πόλεμον νεαροί και ακμάζοντες. Αλλά ο πόλεμος και αγών του πολυάθλου τούτου Μάρτυρος, ήτον συνεχής, δυνατός, ογλίγωρος, και αδιάκοπος. Ώστε οπού, δεν ηξεύρει τινάς ποίον να θαυμάση περισσότερον, το αδιάκοπον του καιρού, εις τον οποίον εκαρτέρει ο μεγαλόψυχος, ωσάν να έπασχεν άλλος, και όχι αυτός, ή το πλήθος και την δριμύτητα των βασάνων και των τιμωριών, οπού υπέφερε.
Μάλλον δε, πρέπει να θαυμάζη τινάς επίσης και τα
δύω. Διότι αυτός ο αδαμάντινος, διαπεράσας όλα τα είδη των βασάνων και τιμωριών
εις χρόνους μακρούς, ήτοι εις χρόνους εικοσιοκτώ, κατέπληξε και κατεντροπίασε
τους τότε βασιλείς και τυράννους, θέατρον γενόμενος εις όλην σχεδόν την
οικουμένην, εις τρόπον ότι και αυτούς τους ιδίους Αγγέλους έκαμε να θαυμάσουν
την υπομονήν του και καρτερίαν. Και έτζι ο αοίδιμος ύστερον από όλα αυτά, έλαβε
παρά Κυρίου της δόξης τον στέφανον. Ήτον δε ο Άγιος ούτος από την Άγκυραν της
Γαλατίας, υιός πατρός μεν, Έλληνος, μητρός δε, ευσεβούς και πιστής,
ονομαζομένης Σοφίας. Όταν δε έγινε δώδεκα χρόνων, τότε έγινε Μοναχός, και όταν
έγινε χρόνων είκοσι, τότε ανέβη εις τον θρόνον της Αρχιερωσύνης. Διαπέρασε δε
μαρτυρών υπέρ Χριστού, βασιλείς μεν δύω, Διοκλητιανόν και Μαξιμιανόν. Άρχοντας
δε και ηγεμόνας εννέα, Δομετιανόν, Αγρίππαν, Κουμβρίκιον, Δομέτιον, Σακερδώτα,
Μάξιμον, Αφροδίσιον, Λούκιον, και Αλέξανδρον.
Ο δε μακάριος Αγαθάγγελος, ήτον Ρωμαίος κατά το
γένος, όστις ήτον ένας και πρώτος από εκείνους, οπού επίστευσαν εις τον
Χριστόν, και εβαπτίσθησαν υπό του Αγίου Κλήμεντος τούτου, όταν ευρίσκετο εις
την φυλακήν εν τη Ρώμη. Οι μεν γαρ άλλοι εκείνοι οι τω Χριστώ πιστεύσαντες
τότε, πιασθέντες εθανατώθησαν κατά προσταγήν του βασιλέως. Μόνος δε ο
Αγαθάγγελος ούτος έφυγε και εγλύτωσεν, εμβαίνωντας και αυτός εις το ίδιον
καράβι εκείνο, εις το οποίον έμελλε να έμβη και ο Άγιος Κλήμης, όχι δια να
γλυτώση από το μαρτύριον, αλλά μάλλον δια να υπάγη εις Νικομήδειαν, και να
παλεύση με μεγαλίτερα, και περισσότερα βάσανα, και έτζι να λάβη παρά Θεού και
μεγαλίτερον στέφανον. Όταν δε και ο θείος Κλήμης εμβήκεν εις το καράβι, τότε
είδε τον Αγαθάγγελον, οπού έπεσεν εις τους πόδας του, και γνωρίσας αυτόν (αυτόν
γαρ πρώτον από τους άλλους πιστεύσαντας εβάπτισε) εχάρη, και τον κατησπάζετο
εναγκαλιζόμενος, και παρουσίαν αγαθού Αγγέλου ενόμισε φερωνύμως την παρουσίαν
του. Όθεν και με θερμοτέραν προθυμίαν επήγαινεν εις την Νικομήδειαν, δια να
παρασταθή εις τον Μαξιμιανόν. Από τότε δε και ύστερα εσυναγωνίζετο εις το
μαρτύριον ο θείος Αγαθάγγελος, με τον Άγιον Κλήμεντα, έως οπού έφθασαν εις
Άγκυραν, και επαραστάθησαν εις τον άρχοντα Λούκιον, ο οποίος επρόσταξε και
απεκεφάλισαν και τους δύω, ομού και τους λοιπούς άνδρας τε και γυναίκας και
παιδία, όσοι επίστευσαν τω Χριστώ, και ούτως έλαβον άπαντες τους στεφάνους του
μαρτυρίου.
Τα δε είδη των βασάνων οπού υπέμεινε χωριστά μόνος
ο μακάριος Κλήμης, είναι ταύτα. Εκρέμασαν αυτόν εις ξύλον και εξέσχισαν,
εκτύπησαν εις τα μάγουλά του με πέτρας, τον έβαλαν εις φυλακήν, τον έδεσαν εις
τροχόν, τον έδειραν με βάκλα, ήτοι με τα ξύλα, οπού κτυπούν τα τύμπανα, τον
κατέκοψαν με μαχαίρια, τον έδειραν εις το στόμα με σιδηρούς στύλους, και
εσύντριψαν τα σιαγόνιά του. Εύγαλαν τα οδόντιά του, τον έδεσαν με σίδηρα, και
εις την φυλακήν τον έρριψαν. Έβαλαν εις τα αυτία του περόνια σιδηρά αναμμένα, έκαυσαν
αυτόν με αναμμένας λαμπάδας, τον έδεσαν με πέτραν μεγάλην, έδειραν αυτόν εις
την κεφαλήν και εις το πρόσωπον με ξύλα, οπού κτυπούσι τα τύμπανα, και κάθε
ημέραν έδιδαν εις αυτόν ξυλίας πενήντα. Τα δε είδη των βασάνων οπού υπέμεινεν ο
Άγιος Κλήμης ομού με τον Αγαθάγγελον, είναι ταύτα. Έδειραν και τους δύω με
βούνευρα ξηρά, τους εκρέμασαν εις ξύλον, τους έκαυσαν εις τα πλευρά με
αναμμένας λαμπάδας, τους έδωκαν εις τα θηρία δια να τους φάγουν, έβαλαν αυτούς
μέσα εις ασβέστην και εκεί τους άφησαν δύω ημέρας. Εύγαλαν από το δέρμα του
σώματός των λωρία, τους έδειραν με ξύλα, οπού κτυπώσι τα τύμπανα. Τους έβαλαν
επάνω εις κρεββάτια σιδηρά και αναμμένα. Τους έβαλαν μέσα εις κάμινον
αναμμένην, και εκεί τους άφησαν ένα ημερονύκτιον, τους εξέσχισαν δυνατά εις τα
λαγγονάρια, τους έρριψαν επάνω εις σουβλία οξέα, τα οποία, ήτον μεν εμπηγμένα
κάτω εις την γην, είχον δε τα οξέα μέρη των επάνω γυρισμένα. Τα σουβλία δε
ταύτα κατεκέντησαν πολλά τους Αγίους και τους επλήγωσαν. Έδεσαν από τους
λαιμούς των μυλόπετρας. Ετράβιξαν αυτούς εις το μέσον της πόλεως, και τους
ελιθοβόλησαν. Μόνος δε ο Άγιος Αγαθάγγελος εδέχθη εις την κεφαλήν του μολύβι
βρασμένον. Τελευταίον δε αποκεφαλίζονται και οι δύω εις την Άγκυραν της
Γαλατίας, ως είπομεν ανωτέρω. Τελείται δε η αυτών Σύναξις εις τον μαρτυρικόν
τους Ναόν, τον ευρισκόμενον πέραν εις τον τόπον τον καλούμενον του Ευδοξίου,
παράνω από τον Ανάπλον, και εις την αγιωτάτην Εκκλησίαν της Αγίας Ειρήνης, της
παλαιάς και νέας.
Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου