Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Πέμπτη της Τετάρτης Εβδομάδος των Νηστειών: Ἠσαΐας - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Πέμπτη της Τετάρτης Εβδομάδος των Νηστειών: Ἠσαΐας 28:14–22

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Η περικοπή «Ἠσαΐας 28:14–22», που διαβάζεται την Πέμπτη της Τετάρτης Εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, έχει έναν έντονο προφητικό και θεολογικό τόνο: αποκαλύπτει την αυταπάτη της ψεύτικης ασφάλειας και καλεί τον άνθρωπο να επιστρέψει στο μόνο στέρεο θεμέλιο, τον Θεό. Μέσα στο κλίμα της Σαρακοστής, ο λόγος αυτός δεν ακούγεται ως μακρινή ιστορία για τον Ισραήλ, αλλά ως λόγος που απευθύνεται στην δική μας καρδιά σήμερα: πού στηρίζουμε την ελπίδα μας και τι «συμφωνίες» κάνουμε για να αποφύγουμε τη μετάνοια και την επιστροφή στον Θεό;

Ο προφήτης, στο κείμενο των Εβδομήκοντα, απευθύνεται σε «ἄνδρες τεθλιμμένους καὶ ἄρχοντες τοῦ λαοῦ…», δηλαδή σε ανθρώπους που έχουν ευθύνη για τον λαό και βρίσκονται μέσα σε φόβο, αδιέξοδο ή εσωτερική σύγχυση. Η «θλίψη» εδώ δεν παρουσιάζεται αυτομάτως ως αρετή: μπορεί να γίνει είτε αφορμή ταπεινώσεως είτε αφορμή σκληρύνσεως. Και φαίνεται πως η πίεση αυτή δεν τους οδηγεί σε μετάνοια, αλλά σε καταφυγή σε ψευδείς βεβαιότητες και ανθρώπινους χειρισμούς. Αυτό μοιάζει με την κατάσταση όπου ο άνθρωπος, αντί να στραφεί στον Θεό μέσα στη στενοχωρία και την δοκιμασία, σπεύδει να «σώσει τον εαυτό του» με επιλογές που τελικά τον καταστρέφουν.

Παράλληλα, στο Μασοριτικό κείμενο υπάρχει η προσφώνηση με νόημα «χλευαστές» ( אַנְשֵׁי לָצוֹן (’anshê lāôn, κυριολεκτικά: «άνδρες χλευασμού / χλευαστές»). Αυτό δεν είναι άσχετο με το πνεύμα της περικοπής: ακόμη κι αν το κείμενο των Εβδομήκοντα αναφέρει «τεθλιμμένοι», η συνέχεια δείχνει ανθρώπους που, αντί να σταθούν με φόβο Θεού, περιφρονούν τον θείο λόγο και συμπεριφέρονται με αλαζονική αυτοπεποίθηση, σαν να λένε: «εμείς ξέρουμε καλύτερα». Έτσι, είτε διαβάσει κανείς «τεθλιμμένοι» (ως περιγραφή της δοκιμασίας) είτε «χλευαστές» (ως περιγραφή της στάσης), το θεολογικό μήνυμα παραμένει καθαρό: η καρδιά που δεν εμπιστεύεται τον Θεό, μέσα στην πίεση, κινδυνεύει να γίνει σκληρή και αυτάρκης—και τότε η θλίψη δεν γεννά μετάνοια, αλλά πλάνη.

Στη συνέχεια παρουσιάζονται οι σκληρές δηλώσεις των χλευαστών: «ἐποιήσαμεν διαθήκην μετὰ τοῦ ᾅδου» και «μετὰ τοῦ θανάτου συνθήκας». Η Εκκλησία δεν το διαβάζει μόνο ως πολιτική πονηρία της εποχής (συμμαχίες, διπλωματία), αλλά και ως πνευματικό γεγονός. Κάθε φορά που ο άνθρωπος επιλέγει την αμαρτία γνωρίζοντας ότι τον χωρίζει από τον Θεό, κατά κάποιον τρόπο «διαπραγματεύεται» με τον θάνατο, προσπαθώντας να κερδίσει λίγο χρόνο, λίγη άνεση, λίγη αυτοδικαίωση. Όμως ο θάνατος δεν γίνεται ποτέ φίλος· παραμένει εχθρός. Η Σαρακοστή μάς βοηθά να δούμε καθαρά ότι πολλές «ασφάλειές» μας—συνήθειες, εξαρτήσεις, ψευδαισθήσεις ελέγχου—είναι τελικά εύθραυστες.

Ο προφήτης μιλά για «ψεῦδος» που έγινε καταφυγή και για «ψεῦδος» κάτω από το οποίο κρύβονται. Εδώ φαίνεται ένα πνευματικό μοτίβο: η αμαρτία χρειάζεται πάντα μια αφήγηση για να δικαιολογηθεί. Ο άνθρωπος σκεπάζει την πληγή αντί να τη θεραπεύσει. Όμως η θεραπεία στην Εκκλησία δεν είναι κάλυψη, είναι αποκάλυψη: εξομολόγηση, ταπείνωση, επιστροφή. Η αλήθεια του Θεού μπορεί να πονά, αλλά σώζει.

Στο κέντρο της περικοπής υπάρχει μια υπόσχεση: ο Κύριος θέτει «λίθον πολυτελῆ ἐκλεκτὸν ἀκρογωνιαῖον, ἔντιμον, εἰς τὰ θεμέλια αὐτῆς». Η Ορθόδοξη παράδοση βλέπει εδώ προφητεία για τον Χριστό, τον ακρογωνιαίο λίθο της σωτηρίας και της Εκκλησίας. Δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα ή μια θρησκευτική παρηγοριά· είναι Πρόσωπο. Ο Χριστός γίνεται το θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορεί να σταθεί ο άνθρωπος χωρίς φόβο. Και η φράση «ὁ πιστεύων οὐ μὴ καταισχυνθῇ» δείχνει το ήθος της πίστης: εμπιστοσύνη που γεννά σταθερότητα. Όποιος στηρίζεται στον Χριστό δεν θα διαψευσθεί, ακόμη κι αν δοκιμαστεί.

Αμέσως μετά, ο Θεός λέει ότι θα βάλει «κρίσιν εἰς ἐλπίδα» και «ἐλεημοσύνη εἰς σταθμούς». Η κρίση του Θεού δεν είναι εκδικητική διάθεση, αλλά μέτρο αληθείας. Το έλεός Του λειτουργεί και ως φως που αποκαλύπτει: ό,τι είναι σαθρό, πέφτει· ό,τι είναι αληθινό, μένει. Γι’ αυτό ο λόγος συνεχίζει με εικόνες κατάρρευσης: το «καταφύγιο του ψεύδους» θα παρασυρθεί. Είναι σαν να λέει: «αν στηρίζεσαι σε κάτι που δεν αντέχει, η ίδια η ζωή θα το ξεσκεπάσει».

Οι τελευταίοι στίχοι παρουσιάζουν μια δυνατή εικόνα απειλής: «οὐ μὴ παρέλθῃ ὑμᾶς καταιγίς… ἔσεσθε αὐτῇ εἰς καταπάτημα». Η «καταιγίς» εδώ δεν είναι απλώς ένα εξωτερικό κακό, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αποκαλύπτεται η αστάθεια των ψεύτικων στηριγμάτων: η «διαθήκη τοῦ θανάτου» και η «ἐλπὶς… πρὸς τὸν ᾅδην» δεν μένουν, δεν αντέχουν. Και η δοκιμασία παρουσιάζεται ως κάτι επίμονο: «πρωΐ πρωΐ… καὶ ἐν νυκτὶ», δηλαδή μια κατάσταση που επανέρχεται και δεν αφήνει τον άνθρωπο να βολευτεί στην εγωϊστική αυτάρκειά του. Γι’ αυτό ακούγεται και το σύντομο, πατρικό σχεδόν πρόσταγμα: «μάθετε ἀκούειν». Στην Ορθόδοξη πνευματική ζωή, «να μάθω να ακούω» σημαίνει να πάψω να δικαιολογώ τον εαυτό μου και να δεχθώ τον λόγο του Θεού ως φως που ελέγχει και θεραπεύει. Όταν ο άνθρωπος δένει την ελπίδα του σε ψέμα, έρχεται η «ἐλπὶς πονηρά» και γεννά «στενοχωρία»—μια εσωτερική ασφυξία, όπου «οὐ δυνάμεθα» και «ἀσθενοῦμεν». Αντίθετα, η αληθινή ανάπαυση γεννιέται από την επιστροφή στον Θεό: όχι επειδή εξαφανίζονται μαγικά οι δυσκολίες, αλλά επειδή η καρδιά παύει να στηρίζεται σε συμφωνίες με τον θάνατο και μαθαίνει να στέκεται στην αλήθεια του Κυρίου.

***

Thursday of the Fourth Week of the Fasts: Isaiah 28:14–22

The passage “Isaiah 28:14–22,” read on the Thursday of the Fourth Week of Great Lent, has a strongly prophetic and theological tone: it exposes the delusion of false security and calls the human person to return to the only firm foundation—God. Within the Lenten atmosphere, these words do not sound like a distant story about Israel, but like a message addressed to our own heart today: where do we place our hope, and what “agreements” do we make in order to avoid repentance and returning to God?

The prophet, in the text of the Septuagint, addresses “men who are afflicted and the rulers of this people…,” that is, people who bear responsibility for the nation and who live in fear, dead ends, or inner confusion. “Affliction” here is not presented automatically as a virtue: it can become either an occasion for humility or an occasion for hardening. And it seems that this pressure does not lead them to repentance, but to taking refuge in false certainties and merely human schemes. This resembles the situation in which a person, instead of turning to God in distress and trial, rushes to “save himself” through choices that, in the end, destroy him.

At the same time, in the Masoretic text the address appears with the sense of “scoffers” (אַנְשֵׁי לָצוֹן, ’anshê lāṣôn, literally: “men of scoffing / scoffers”). This is not unrelated to the spirit of the passage: even if the Septuagint mentions “the afflicted,” what follows depicts people who, rather than standing with the fear of God, despise the divine word and behave with arrogant self-confidence, as if saying, “we know better.” Thus, whether one reads “afflicted” (as a description of the trial) or “scoffers” (as a description of the attitude), the theological message remains clear: a heart that does not trust God, under pressure, is in danger of becoming hard and self-sufficient—and then affliction does not give birth to repentance, but to delusion.

Next come the harsh claims of the scoffers: “we made a covenant with Hades” and “we made agreements with death.” The Church reads this not only as the political cunning of the time (alliances, diplomacy), but also as a spiritual reality. Every time a person chooses sin while knowing it separates him from God, in a sense he “negotiates” with death—trying to gain a little time, a little comfort, a little self-justification. Yet death never becomes a friend; it remains an enemy. Lent helps us see clearly that many of our “securities”—habits, dependencies, illusions of control—are, in the end, fragile.

The prophet speaks of “falsehood” that has become a refuge, and of “falsehood” under which they hide. Here a spiritual pattern becomes visible: sin always needs a story in order to be justified. A person covers the wound instead of healing it. But healing in the Church is not concealment; it is revelation: confession, humility, return. The truth of God may hurt, yet it saves.

At the center of the passage there is a promise: the Lord lays “a precious chosen cornerstone, honored, for its foundations.” Orthodox tradition sees here a prophecy of Christ, the cornerstone of salvation and of the Church. He is not an abstract idea or a religious consolation; He is a Person. Christ becomes the foundation on which a person can stand without fear. And the phrase “the one who believes will not be put to shame” shows the ethos of faith: trust that gives stability. Whoever relies on Christ will not be disappointed, even if he is tried.

Immediately after this, God says He will set “judgment for hope” and “mercy for measures.” God’s judgment is not a vengeful mood, but a measure of truth. His mercy also works as light that exposes: what is rotten falls; what is true remains. For this reason the discourse continues with images of collapse: the “refuge of falsehood” will be swept away. It is as though He says: “if you are leaning on something that cannot bear weight, life itself will uncover it.”

The final verses present a powerful image of threat: “the storm will certainly not pass you by… you will be trampled by it.” The “storm” here is not simply an external evil, but the way the instability of false supports is revealed: the “covenant with death” and the “hope toward Hades” do not last; they cannot stand. And the trial is shown as something persistent: “morning by morning… and by night,” meaning a condition that returns and does not allow a person to settle into egotistical self-sufficiency. That is why we also hear the brief, almost fatherly command: “learn to listen.” In Orthodox spiritual life, “to learn to listen” means to stop justifying oneself and to receive the word of God as light that convicts and heals. When a person ties his hope to falsehood, “evil hope” comes and gives birth to “distress”—an inner suffocation in which “we are not able” and “we grow weak.” By contrast, true rest is born from returning to God: not because difficulties vanish by magic, but because the heart ceases to rely on agreements with death and learns to stand in the truth of the Lord.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου