Στη συνάφεια του κειμένου τα λόγια αυτά ακούγονται αμέσως μετά την πρώτη σαφή προαναγγελία του πάθους του Κυρίου. Ο Ιησούς μιλά για τον δρόμο που πρόκειται να ακολουθήσει: τον δρόμο του πάθους, της απόρριψης και τελικά του σταυρού. «Πρέπει» να συμβούν όλα αυτά στον Υιό του Ανθρώπου.[2] Όμως η αναφορά αυτή δεν αφορά μόνο τον ίδιο. Με τρόπο έμμεσο αλλά ξεκάθαρο ο Χριστός αποκαλύπτει ότι υπάρχει ένα «πρέπει» και για όσους θέλουν να Τον ακολουθήσουν. Όπως εκείνος βαδίζει προς τον σταυρό, έτσι και οι μαθητές του καλούνται να σηκώσουν τον δικό τους σταυρό και να Τον ακολουθήσουν. Και μάλιστα όχι περιστασιακά ή συμβολικά, αλλά ως στάση ζωής, ως καθημερινή πνευματική πορεία.
Με
αυτή την έννοια θα μπορούσε κανείς να πει ότι κάθε χριστιανός μοιάζει
ταυτόχρονα με δύο πρόσωπα της διήγησης του πάθους: τον Σίμωνα τον Κυρηναίο και
τον Βαραββά. Σαν τον Βαραββά αποφεύγουμε τον σταυρό, γιατί ο Χριστός πέθανε στη
θέση μας.[3]
Σαν τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, όμως, καλούμαστε να σηκώσουμε τον σταυρό και να
βαδίσουμε πίσω από τον Χριστό.[4]
Διότι όποιος ακολουθεί τον Ιησού έχοντας στον ώμο του τον σταυρό γνωρίζει ποιος
είναι ο προορισμός αυτής της πορείας: ο τόπος της σταύρωσης. Η εντολή «ας
απαρνηθεί τον εαυτό του» δεν αποτελεί πρόσκληση σε αυτοκαταστροφή, αλλά σε
απελευθέρωση από την ειδωλολατρία της εγωκεντρικότητας. Ο απόστολος Παύλος
εκφράζει την ίδια αλήθεια όταν γράφει ότι όσοι ανήκουν στον Χριστό «τὴν σάρκα
ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις».[5]
Εδώ
όμως γεννιέται ένα ουσιαστικό ερώτημα: πώς είναι δυνατόν να εκτιμούμε τον εαυτό
μας και ταυτόχρονα να τον αρνούμαστε; Η απάντηση βρίσκεται στη σύνθετη
πραγματικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα δημιούργημα
του Θεού και τραυματισμένος από την πτώση. Δημιουργημένος «κατ’ εικόνα Θεού»,
αλλά και σημαδεμένος από την αμαρτία. Έτσι, η ανθρώπινη ταυτότητα φέρει μέσα
της αυτή τη διπλή διάσταση: τη δωρεά της δημιουργίας και την πληγή της πτώσης.
Ο
εαυτός που καλούμαστε να αρνηθούμε είναι ο πεσμένος εαυτός μας, όλα όσα
βρίσκονται μέσα μας σε αντίθεση με το ήθος και το πνεύμα του Χριστού. Αντίθετα,
ο εαυτός που καλούμαστε να αποδεχθούμε και να καλλιεργήσουμε είναι ο
δημιουργημένος εαυτός μας, όλα όσα αντανακλούν μέσα μας την εικόνα του Θεού.
Γι’ αυτό ο Χριστός πρώτα λέει «ας απαρνηθούμε τον εαυτό μας» και έπειτα «ας
Τον ακολουθήσουμε». Διότι μόνο όταν απορρίψουμε τον ψεύτικο και
παραμορφωμένο εαυτό μας μπορούμε να ανακαλύψουμε τον αληθινό. Η αληθινή
αυταπάρνηση δεν είναι δρόμος προς την αυτοκαταστροφή, αλλά δρόμος προς την
αυθεντική αυτογνωσία και την αποκατάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ό,τι
λοιπόν ανήκει στη δημιουργία του Θεού καλούμαστε να το δεχθούμε με ευγνωμοσύνη
και να το καλλιεργήσουμε. Η λογική και η ελευθερία μας, η αίσθηση της ηθικής
ευθύνης, η σεξουαλική μας ταυτότητα ως άνδρες και γυναίκες, η οικογενειακή ζωή,
τα χαρίσματα και οι δημιουργικές δυνατότητες που μας δόθηκαν, η ικανότητα να
αναγνωρίζουμε την ομορφιά, η βαθιά ανάγκη μας για αγάπη και κοινωνία, αλλά και
η εσωτερική μας κλίση προς τη λατρεία του Θεού, όλα αυτά ανήκουν στην ανθρώπινη
φύση όπως εξήλθε από τα χέρια του Δημιουργού. Είναι αλήθεια ότι η αμαρτία τα
έχει τραυματίσει και παραμορφώσει. Ωστόσο ο Χριστός δεν ήρθε για να καταστρέψει
την ανθρώπινη φύση, αλλά για να τη θεραπεύσει και να τη λυτρώσει. Ο Θεός
δημιούργησε, ο άνθρωπος τραυμάτισε, ο Χριστός αποκατέστησε.
Αντίθετα,
ό,τι ανήκει στην πεσμένη κατάσταση του ανθρώπου καλούμαστε να το αρνηθούμε και
να το αποβάλουμε. Η πνευματική σύγχυση, η ηθική διαστροφή, η έλλειψη
εγκράτειας, ο εγωισμός που διαλύει τις ανθρώπινες σχέσεις και την οικογένεια, η
πνευματική ραθυμία που μας οδηγεί να παραμελούμε τα χαρίσματα του Θεού, η
αδιαφορία για τη δημιουργία, η αντικοινωνικότητα που εμποδίζει την αληθινή
κοινωνία των προσώπων και η υπερήφανη αυτονομία που απομακρύνει τον άνθρωπο από
τον Θεό, όλα αυτά αποτελούν εκφράσεις της πεσμένης ανθρώπινης φύσης. Αυτά είναι
που καλείται ο άνθρωπος να σταυρώσει.
Η
Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως μάς υπενθυμίζει ότι ο δρόμος της σωτηρίας δεν
είναι δρόμος φυγής από τον εαυτό μας, αλλά δρόμος θεραπείας και μεταμόρφωσης
του ανθρώπου. Ο Χριστός δεν ζητά να μισήσουμε τον εαυτό μας· ζητά να
απαρνηθούμε τον ψεύτικο εαυτό, για να ανακαλύψουμε τον αληθινό. Ο Σταυρός δεν
είναι μόνο σύμβολο θυσίας· είναι και σημείο αναγέννησης. Εκεί πεθαίνει ο
παλαιός άνθρωπος και γεννιέται ο νέος άνθρωπος της χάριτος.
Γι’
αυτό η Εκκλησία υψώνει τον Σταυρό στο μέσο της Σαρακοστής ως πηγή δύναμης και
παρηγοριάς. Μας υπενθυμίζει ότι η πορεία της αυταπάρνησης δεν οδηγεί στην
απώλεια της ζωής, αλλά στην πληρότητά της. Διότι, όπως διαβεβαιώνει ο ίδιος ο
Χριστός, «όποιος χάσει τη ζωή του για χάρη μου και για το Ευαγγέλιο, αυτός
θα τη σώσει».[6]
Και τότε ο σταυρός που σηκώνουμε παύει να είναι βάρος που μας συντρίβει και
γίνεται δρόμος που μας οδηγεί στην αληθινή ελευθερία και στην κοινωνία με τον
Θεό.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου