Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Τὸ πιὸ ἀποτελεσματικὸ γιατρικό (ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου Σιμωνοπετρίτη)

Τὸ πιὸ ἀποτελεσματικὸ γιατρικό 

(ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου Σιμωνοπετρίτη)

Ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ὁ Σιμωνοπετρίτης εἶχε μιὰ ἁγιασμένη μάνα, τὴ Μαρία. Ἐκείνη ὁδήγησε τὰ βήματά του στὴν πίστη. Ἀπὸ τὸ στόμα της ἄκουγε τὰ βράδια –ἀντὶ γιὰ παραμύθια– βίους ἁγίων. Μαζί της πήγαινε στὸν Ἅγιο Δημήτρη, τὴ μεγαλόπρεπη ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του Ρεΐζ-Δερέ, ποὺ ἦταν κοντὰ στὰ Ἀλάτσατα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, γιὰ νὰ ἀνάψουν τὰ καντήλια καὶ νὰ προσευχηθοῦν.

Ἔτσι κι ἐκείνη τὴ φορά. Κίνησαν 4-5 ὧρες δρόμο γιὰ νὰ πάνε, ὁ μικρὸς Γιάννης, ὅπως ἦταν τὸ κοσμικό του ὄνομα, ἡ μητέρα του καὶ οἱ θεῖες του σ’ ἕνα μοναστήρι. Στὸν δρόμο τοῦ γυρισμοῦ ὁ ἑπτάχρονος Γιάννης ἔτρεχε μὲ ἐνθουσιασμό. Σὰν ἔφτασαν στὸ χωριὸ τὸν εἶδε μιὰ γειτόνισσα καὶ τοῦ φώναξε: «Δὲν κουράστηκες ἀπὸ τὸ τρέξιμο;». «Ὄχι, καθόλου» τὴ διαβεβαίωσε ἐκεῖνος.

Τὴν ἄλλη μέρα, ὅμως, ὁ Γιάννης δὲν μποροῦσε νὰ περπατήσει ἀπὸ τοὺς πόνους. Τὰ πέλματά του εἶχαν γεμίσει μπλαβὰ σημάδια καὶ ἦταν πρησμένα. Ὁ δάσκαλος, ποὺ ἀντιλήφθηκε πὼς τὸ παιδὶ εἶχε πρόβλημα, ἀνέθεσε σὲ δύο μεγαλύτερα παιδιὰ νὰ τὸν πάρουν ἀγκαλιὰ καὶ νὰ τὸν πᾶνε στὸ σπίτι του. Ἕνας ξάδελφός του ἔφυγε μὲ βιάση στὸ διπλανὸ χωριὸ γιὰ νὰ φέρει ἕναν γιατρό.

«Δὲν εἶναι τίποτα, θὰ γειάνει[1]!» διαβεβαίωσε τὴ μάνα ὁ γιατρός. «Μόνο γιὰ νὰ τὸν κάμω καλά, θέλω τόσα μέτρα ὕφασμα ποὺ ὑφαίνεις καὶ τόσα κιλὰ φασόλες ἀπὸ τὸν μπαχτσέ σας».

«Νά ’σαι καλά, γιατρέ μου!» ἀποκρίθηκε ἡ μάνα. «Ἄμε[2], γιατὶ ἂν δὲν τὸν γειάνεις, ἐγὼ θὰ σὲ βλέπω καὶ θὰ ἀγανακτῶ». Καὶ τὸν ἔδιωξε!

Τί νὰ κάνει καὶ ὁ γιατρός, μπρὸς στὴν ἀφοπλιστικὴ εἰλικρίνεια τῆς μάνας, δὲν εἶπε κουβέντα. Τὰ μάζεψε κι ἔφυγε.

«Γυναίκα, ἐλωλάθηκες[3];» εἶπε μὲ ἀπορία ὁ Νικολής, ὁ ἄντρας της. «Ἐγὼ πῶς θὰ φύγω μὲ τὴν ἔγνοια τοῦ παιδιοῦ;». Τὴν ἄλλη μέρα εἶχε κανονίσει νὰ φύγει μαζὶ μὲ ἄλλους συγχωριανούς του μὲ τὸ σφουγγαράδικο, γιὰ νὰ μαζέψει τοὺς θησαυροὺς τῆς θάλασσας.

«Μὴν ἔχεις ἔγνοια. Κι ἅμα γυρίσεις, τὸ παιδί μας θά ’ναι καλὰ» τοῦ εἶπε μὲ περισσὴ σιγουριὰ ἡ μάνα.

Κάλεσε εὐθὺς ὅλη τὴν οἰκογένεια. «Ὁ Γιαννακός μας εἶναι ἄρρωστος» τοὺς εἶπε. «Θὰ νηστέψουμε σαράντα μέρες. Τὸ παιδὶ θὰ πάει νὰ μείνει στὸν Ἁϊ-Δημήτρη». Κανείς τους δὲν τῆς ἔφερε ἀντίρρηση. Οὔτε ὁ μικρὸς ἀσθενής. Μὲ πολλὴ προθυμία δέχθηκε νὰ τὸν κουβαλήσουν στὴν ἐκκλησιὰ τοῦ χωριοῦ τους κι ἐκεῖ τὸν ξάπλωσαν στὰ στρωσίδια, μπροστὰ στὸ μαρμάρινο τέμπλο, πού ’χε μὲ πολλὴ τέχνη σκαλίσει ἕνας ὀνομαστὸς μαρμαρογλύπτης ἀπὸ τὴν Τῆνο[4] μὲ τὴ βοήθεια τοῦ γιοῦ του. Ὁ Γιαννακὸς νήστευε ὅλες τὶς μέρες, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Σαββατοκύριακο, ποὺ ἔτρωγε λάδι. Τὴν Κυριακὴ μάλιστα, βοηθοῦσε τὸν ἱερέα στὴ Λειτουργία καὶ κοινωνοῦσε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Τὶς ὑπόλοιπες ὧρες προσευχόταν στὸν Χριστό, στὴ Μάνα Παναγιὰ καὶ στὸν καβαλάρη Ἁϊ-Δημήτρη νὰ γειάνουν τὶς πληγές του καὶ νὰ τὸν κάνουν νὰ περπατήσει ξανά.

Ἕνα βράδυ, καθὼς ἔλεγε τὴν προσευχή του, τὸν ἄκουσε ἡ ἀδελφή του, ποὺ πῆγε γιὰ νὰ κοιμηθεῖ κοντά του τὴ νύχτα.

«Δὲν ξέρεις τοὺς Χαιρετισμούς;» τοῦ εἶπε μὲ ἀπορία.

«Ὄχι!» τῆς ἔγνεψε.

«Ἔ, εὐκαιρία εἶναι νὰ τοὺς μάθεις!»

Ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ βράδυ ἔλεγε μαζί της τοὺς Χαιρετισμοὺς κι ἔτσι τοὺς ἔμαθε ἀπέξω.

Πέρασαν ἔτσι σαράντα μέρες καὶ σαράντα νύχτες. Τὴν πρώτη μέρα ποὺ πῆγαν στὴν ἐκκλησιά, εἶχαν μαζέψει σαράντα πετραδάκια. Κάθε πρωὶ πετοῦσαν κι ἀπὸ ἕνα. Σὰν πέταξαν καὶ τὴν τελευταία πέτρα, τοῦ εἶπε ἡ ἀδελφή του: «Σήκω, τώρα θὰ εἶσαι καλά!»

Σηκώθηκε τὸ παιδὶ καὶ δὲν ἤξερε πῶς νὰ εὐχαριστήσει τὸν Ἁϊ-Δημήτρη! Ὄχι μόνο εἶχε φύγει ἐντελῶς τὸ πρήξιμο, μὰ περπατοῦσε δίχως καθόλου νὰ πονεῖ! Μόνο τὸ μελάνιασμα εἶχε μείνει λιγάκι. Δοκίμασε νὰ τρέξει. Οὔτε τώρα πονοῦσε. Ὕστερα βάλθηκε νὰ τρέχει καὶ νὰ χοροπηδᾶ. Μὰ δὲν λογάριασε καλὰ τὴν ἀπόσταση καὶ ἀπομακρύνθηκε πολὺ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, ἀφήνοντας τὴν ἀδελφή του μὲ τὰ στρωσίδια νὰ τὸν περιμένει νὰ φύγουν.

Ἔτσι τὴ βρῆκε ἡ μάνα τους σὰν ἦρθε μετὰ ἀπὸ λίγο. «Ποῦ ’ναι ’τος;» εἶπε. «Ἐγὼ τὸν ἔφερα, ἐγὼ πρέπει νὰ τὸν πάρω». Δὲν πρόλαβε νὰ ἀποσώσει τὸν λόγο της καὶ ὁ μικρὸς Γιαννακὸς φάνηκε χαμογελώντας στὴν πόρτα.

«Ὁ Ἅγιος σὲ ἔκανε καλά!» εἶπε ἡ μάνα. «Τὸ λοιπόν, πρέπει νὰ τὸν εὐχαριστήσουμε. Θὰ νηστέψουμε ἄλλες δέκα μέρες κι ἐσὺ θὰ κάτσεις ἐδῶ λίγο ἀκόμα». Ἄχνα δὲν ἔβγαλε τὸ παιδί. Ὑπάκουσε μὲ προθυμία στὶς βουλὲς τῆς μάνας κι ἔκατσε δίχως ἀντίρρηση.

Τὰ νέα δὲν ἄργησαν νὰ διαδοθοῦν στὸ χωριό. «Ἔγινε καλὰ ὁ Γιαννακός;» ἀπόρησε μιὰ γειτόνισσα σὰν τὸ ἄκουσε. «Τότε θὰ πάω κι ἐγὼ στὸν Ἁϊ-Δημήτρη, ἀφοῦ κανεὶς γιατρὸς δὲν μὲ γιάτρεψε. Ποιός ξέρει! Ἴσως νὰ μὲ κάνει κι ἐμένα καλά».

Νήστεψε, προσευχήθηκε, μὰ καλὰ δὲν ἔγινε. Τὸ θυμόταν στὰ κατοπινὰ χρόνια ὁ Ἅγιος κι ἔλεγε: «Ξέρετε γιατί δὲν ἔγινε καλά; Γιατὶ εἶπε “Ἴσως νὰ μὲ κάνει κι ἐμένα καλά ὁ Ἅγιος”, ἐνῶ ἡ μητέρα μου ἦταν βέβαιη πὼς θὰ γίνω καλά, ὅπως κι ἔγινα».

***

Απόσπασμα από το βιβλίο "Γεροντικό Σύγχρονων Αγίων" των εκδόσεων Έαρ, με 250 περιστατικά από τους βίους και τις διδαχές των: 

Αγίου Αθανασίου Χαμακιώτη | Αγίου Αμφιλοχίου της Πάτμου Αγίου  Ανθίμου της Χίου Αγίου Βησσαρίωνος του Αγαθωνίτη Αγίας Γαβριηλίας της ιεραποστόλου Αγίου Γερασίμου του υμνογράφου Αγίου Γερβασίου των Πατρών Αγίου Γεωργίου της Δράμας Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη Αγίου Ευμενίου Σαριδάκη Αγίου Εφραίμ του Κατουνακιώτη Αγίου Ιακώβου της Εύβοιας Αγίου Ιερωνύμου Σιμωνοπετρίτη Αγίου Ιωσήφ του Ησυχαστή Αγίου Καλλινίκου επισκόπου Εδέσσης Αγίου Νικηφόρου του λεπρού Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτη Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη Αγίας Σοφίας της Κλεισούρας Αγίου Σωφρονίου του Έσσεξ Αγίου Τύχωνος του Αγιορείτη Αγίου Φιλουμένου του Αγιοταφίτη Αγίου Χρυσοστόμου του ιεραποστόλου.

  Αναζητείστε το ΕΔΩ και σε όλα τα χριστιανικά βιβλιοπωλεία.



[1] Θὰ γειάνει: Θὰ γίνει καλά (στὴν ἰωνικὴ διάλεκτο).
[2] Ἄμε: Πήγαινε (στὴν ἰωνικὴ διάλεκτο).
[3] Λωλαίνομαι: Παύω νὰ ἔχω τὰ λογικά μου (στὴν ἰωνικὴ διάλεκτο).
[4] Πρόκειται γιὰ τὸν Ἰωάννη Χαλεπᾶ, πατέρα τοῦ πιὸ ὀνομαστοῦ γλύπτη τῆς νεότερης Ἑλλάδας, Γιαννούλη Χαλεπᾶ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου