Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Παρουσίαση του βιβλίου του αρχιμ. Θεοδοσίου Μαρτζουχου

Παρουσίαση του βιβλίου του αρχιμ. Θεοδοσίου Μαρτζουχου

"Για ποιο λόγο κάνουμε
τα μνημόσυνα
και τις προσευχές για τους νεκρούς;
(και 15 επικήδειες διδαχές)"

Φύλλα Κατήχησης 13. Πρέβεζα: Ιωνάς, 2026.

Πρωτ. Χρυσόστομος Νάσσης
22η ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ | ΔΕΘ–HELEXPO

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 8 ΜΑΪΟΥ, 20:00 | ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ 15 - STAND 29-38

Πατέρες και αδελφοί, Χριστός Ανέστη!

Αυτή η στιχομυθία: «Χριστός Ανέστη! Αληθώς Ανέστη!», που αναβλύζει αυθόρμητα από τον πυρήνα της πίστης των χριστιανών, κινδυνεύει συχνά να διολισθήσει σε έναν άνευρο, τυπικό χαιρετισμό. Πολλές φορές, μάλιστα, πιάνω τον εαυτό μου να προφέρει αυτή την κορυφαία ομολογία με την ίδια σχεδόν τυπική ευγένεια που ανταλλάσσω, με συγγενείς και φίλους, το καθημερινό και τετριμμένο εκείνο: «Καλησπέρα! Τι κάνεις; Καλά! Εσύ;».

Εξαιτίας της συνήθειας και της στερεότυπης επανάληψης, ελλοχεύει ο κίνδυνος ο «καλός λόγος» της Αναστάσεως να μετατραπεί σε ένα κενό κέλυφος, που δεν έχει πλέον τίποτε ουσιαστικό να μας αποκαλύψει. Γι’ αυτό, έχουμε ανάγκη από ανθρώπους που θα μας ταρακουνήσουν, που θα μας καλέσουν να εξέλθουμε από τον λήθαργο του «τυπικού» και θα μας βοηθήσουν να συνειδητοποιήσουμε ότι ο Χριστός δεν ανέστη απλώς για να εμπλουτιστεί το εορταστικό μας λεξιλόγιο, αλλά για να πάψει ο θάνατος να είναι το τελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας του ανθρώπου.

Ακριβώς αυτό το ταρακούνημα, αυτή η πρόσκληση εξόδου από την ευλαβοφανή συνήθεια, αποτελεί, πιστεύω, το κεντρικό διακύβευμα του βιβλίου του π. Θεοδοσίου που παρουσιάζουμε σήμερα. Με λόγο εύγλωττο, θεολογικά συγκροτημένο και ταυτόχρονα άμεσα προσβάσιμο στον μέσο αναγνώστη (άλλωστε, εντάσσεται στη σειρά «Φύλλα Κατήχησης»), το βιβλίο πραγματεύεται τη διδασκαλία της Εκκλησίας γύρω από τα μνημόσυνα και τα συναφή θεολογικά ζητήματα: τον θάνατο, την τελική κρίση, τη σωτηριολογία, αλλά και το βαθύτερο νόημα της λειτουργικής περί μνημοσύνων τάξεως της Εκκλησίας.

Σκοπός του βιβλίου, λοιπόν, είναι να επαναφέρει το μνημόσυνο στην αυθεντική εκκλησιαστική του προοπτική, ώστε να πάψει να εκλαμβάνεται ως μια πένθιμη κοινωνική εκδήλωση και να βιωθεί ως εκκλησιοποιημένη πράξη αγάπης, μέσα σε μια ζώσα προσδοκία αναστάσεως εκ νεκρών, ακριβώς επειδή ο Ιησούς Χριστός «ανέστη εκ τάφου τριήμερος». 

Η αμηχανία μπροστά στο μνημόσυνο

Όλοι έχουμε βρεθεί σε μια κηδεία ή σε ένα μνημόσυνο συγγενούς ή φίλου. Όλοι έχουμε ζήσει εκείνη την ιδιαίτερη πένθιμη ατμόσφαιρα, όπου η αμηχανία των τυπικών συλλυπητηρίων συναντά τον βαθύτατο πόνο της απώλειας ενός αγαπημένου (ή και όχι τόσο αγαπημένου) προσώπου. Οι κάτοικοι της Πρέβεζας και της Θεσσαλονίκης δεν αποτελούν εξαίρεση σε αυτή την κοινή ανθρώπινη εμπειρία.

Ως παρατηρητικός και ποιμαντικά ευαίσθητος εφημέριος, ο π. Θεοδόσιος βρίσκεται συχνά στο κέντρο αυτού του πόνου. Στέκεται με σεβασμό δίπλα στους πιστούς, «ως λαμπάδα» (βλ. τις σχετικές αναφορές στο δεύτερο μέρος του βιβλίου), συμπάσχοντας μαζί τους την ώρα που καλούνται να αναμετρηθούν με την τραγικότητα του θανάτου. Αντλώντας από τη ζώσα πράξη της Εκκλησίας, επιχειρεί να δώσει λόγο και νόημα σε αυτό που τελείται, θέτοντας ένα απλό αλλά καίριο ερώτημα: «Τι είναι το μνημόσυνο και γιατί χρειάζονται μνημόσυνα;» (σελ. 8).

Το ερώτημα αυτό συνοδεύεται σήμερα (ακόμη και στους κόλπους της Εκκλησίας) από μιαν άλλη, ανομολόγητη απορία που συχνά φωλιάζει στο πίσω μέρος του νου μας: «Αφού κάποιος πέθανε και η παρουσία του χάθηκε από τα μάτια μας, τι νόημα έχουν πλέον όλα αυτά;». Μέσα σε μια καθαρά ανθρωποκεντρική θεώρηση του παραπάνω ερωτήματος, τα μνημόσυνα μπορούν εύκολα να εκληφθούν ως κοινωνικό ή λαογραφικό έθιμο, ως «ανακουφιστική συνήθεια», ως βαλβίδα εκτόνωσης ψυχολογικού χαρακτήρα, δηλαδή ως μια προσπάθεια της ανθρώπινης λογικής να διαχειριστεί το συναισθηματικό άλγος του αποχωρισμού και τίποτα παραπάνω.

Μια τέτοια προσέγγιση, όμως, όσο κατανοητή κι αν είναι, αδυνατεί να υπερβεί το αμείλικτο υπαρξιακό πρόβλημα της οριστικότητας του θανάτου. Αν το μνημόσυνο είναι απλώς μια θρησκευτική τελετή παρηγοριάς για τους ζώντες, τότε παραμένει εγκλωβισμένο στα στενά όρια «του παρόντος αιώνος».

Ο συγγραφέας, ωστόσο, χωρίς να υποτιμά στο ελάχιστο αυτή την ανθρώπινη διάσταση, αρνείται να περιορίσει το μνημόσυνο σε μια ενδοκόσμια διαδικασία. Αντιθέτως, επιχειρεί να το μετακινήσει από την αίθουσα της κοινωνικής υποχρέωσης στον κυρίως ναό της εκκλησιαστικής εμπειρίας, εκεί όπου η ατομική θλίψη συναντά τη χαρά της κοινωνίας των Αγίων και όπου ο πόνος της απώλειας καταυγάζεται από το φως της εν Χριστώ ελπίδας.

Η θεολογία της κρίσης: συνάντηση, όχι δικαστήριο

Η αφετηρία αυτής της μετάβασης εδράζεται, σύμφωνα με τον συγγραφέα, στη βιβλική και πατερική μαρτυρία ότι η αιωνιότητα δεν είναι ένα απρόσωπο «κάτι», αλλά «Κάποιος» (σελ. 8 και αλλού). Συνεπώς, ο θάνατος δεν αποτελεί πέρασμα σε μια ψυχρή δικαστική αίθουσα, αλλά είσοδο στη συνάντηση με τον ίδιο τον Χριστό, ο οποίος, όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται, είναι o «“έλεγχος” - “κρίσις” της ποιότητας του προσώπου μας» (σελ. 7).

Υπ’ αυτό ακριβώς το πρίσμα, καταρρίπτεται η βαθιά ριζωμένη φαντασίωση ενός μεταθανάτιου «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών» (σελ. 8). Αντίθετα με την αναζήτηση μιας συχνά άσπλαχνης και τυφλής «δικαιοσύνης» της λαϊκής οργής, στο «θεϊκό δικαστήριο» δεν υπάρχουν μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης. Εκεί απομένουν μόνο ο Θεός και ο άνθρωπος, «γυμνός και τετραχηλισμένος» ενώπιον της Αληθείας.

Κατά συνέπεια, η κρίση δεν αποτελεί μια «αυθαίρετη ταξινόμηση» μεταξύ καλών και κακών, αλλά μια «διαπιστωτική φανέρωση» της εσωτερικής ποιότητας της καρδιάς μας. Με αυτή την οπτική, η τραγωδία του ανθρώπου δεν έγκειται σε μια άνωθεν επιβεβλημένη εξωτερική τιμωρία, αλλά σε μια εσωτερική υπαρξιακή φυλακή, μέσα στην οποία η αστείρευτα προσφερόμενη αγάπη του Θεού δεν βρίσκει είσοδο, καθώς οι θύρες της καρδιάς παραμένουν πεισματικά κλειστές, πίσω από το απόρθητο «κάστρο του εγωκεντρισμού μας» (σελ. 11).

Στο σημείο αυτό, επιτρέψτε, παρακαλώ, και ένα γενικότερο σχόλιο. Ενδεικτική του ύφους που διαπερνά ολόκληρο το βιβλίο είναι και η εξής φράση: «Ο Χριστός μάς αγαπά ΟΛΟΥΣ, όχι επειδή είμαστε καλοί, αλλά επειδή είναι Εκείνος καλός» (σελ. 11). Σε αυτή την απλή αλλά θεολογικά πυκνή διατύπωση αποτυπώνεται ο αποφθεγματικός λόγος που χαρακτηρίζει συνολικά το έργο του συγγραφέα.

Η προσευχή της Εκκλησίας υπέρ των κεκοιμημένων

Πέραν του αποφθεγματικού λόγου, μία από τις ιδιαίτερες αρετές αυτού του βιβλίου είναι ότι ο συγγραφέας δεν διστάζει να εμπνευστεί από τη σκέψη των «έξωθεν» μαρτύρων της χριστιανικής αλήθειας. Έτσι, επιλέγει να ξεκινήσει το πόνημά του με ένα παράθεμα του σπουδαίου θεολόγου John Henry Newman, ο οποίος πρόσφατα ανακηρύχθηκε «Άγιος» και «Διδάκτωρ» της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Στοιχούμενος στο πνεύμα αυτό, ο π. Θεοδόσιος παραπέμπει (σελ. 21-22) και στο μυθιστόρημα του C.S. Lewis, Το μεγάλο διαζύγιο, το οποίο επίσης σας συνιστώ ανεπιφύλακτα. Η αναφορά μας στον κορυφαίο αυτόν απολογητή του Χριστιανισμού του 20ού αιώνα δεν είναι τυχαία, καθώς σε άλλο κείμενό του («Petitionary Prayer: A Problem without an Answer») ο Lewis παρομοιάζει την αγωνιώδη ικετευτική δέηση του πιστού με την προσευχή του Ιησού στη Γεσθημανή, η οποία, κατά το ανθρώπινο μέτρο, δεν εισακούστηκε. Αντίστοιχα, η κατεξοχήν προσευχή της Εκκλησίας που φαίνεται να μην βρίσκει εμφανή ανταπόκριση από τον Θεό είναι η ευχή υπέρ των κεκοιμημένων στα μνημόσυνα.

Παρά την έλλειψη ορατής απάντησης, η Εκκλησία επιμένει. Και επιμένει, διότι η κατάσταση των νεκρών δεν είναι «τελεσίδικη» ούτε παγιωμένη πριν από την τελική κρίση. Αυτό εδράζεται σε δύο θεολογικούς πυλώνες: πρώτον, στο ότι ο Σταυρωμένος Κύριος επισκέπτεται τους νεκρούς αγαπητικά στον Άδη, καταργώντας τη μόνωση του θανάτου, και δεύτερον, στη βεβαιότητα ότι για τον Θεό «πάντες ζώσι», γεγονός που βιώνεται καθημερινά στην ευχαριστιακή εμπειρία της Εκκλησίας (βλ. σελ. 16-22).

Στο κέντρο, λοιπόν, όλων αυτών παραμένει η προσφορά του Σώματος και του Αίματος του Χριστού στη Θεία Λειτουργία, τα οποία προσφέρονται υπέρ ζώντων και κεκοιμημένων, «εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον» (βλ. σελ. 28-35). Συνεπώς, για τον πιστό, ο Άδης δεν είναι ένας στατικός τόπος, αλλά ένας χώρος όπου η αγάπη της Εκκλησίας, μέσω της Ευχαριστίας και των μνημοσύνων, συναντά την αγάπη του Χριστού για τους κεκοιμημένους. Έτσι, μέχρι την έσχατη ώρα της Παρουσίας του Χριστού, παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο της θείας αλλοίωσης για κάθε άνθρωπο. Στο πλαίσιο αυτό, οι καθιερωμένοι σταθμοί προσευχής (τα τριήμερα, τα εννιάμερα και τα τεσσαρακονθήμερα μνημόσυνα, ως και τα Ψυχοσάββατα) αποβάλλουν τον χαρακτήρα του «τύπου» και αποκτούν το βαθύτερο, χριστολογικό, εκκλησιαστικό και σωτηριολογικό τους νόημα και περιεχόμενο.

… και 15 επικήδειες διδαχές

Ολοκληρώνοντας τη συνοπτική πραγμάτευση του θέματος των μνημοσύνων, αφού περιηγηθεί και σε άλλα θεολογικά μονοπάτια (σελ. 36-50), ο π. Θεοδόσιος παραθέτει στο δεύτερο μέρος του βιβλίου δεκαπέντε επικηδείους λόγους, τους οποίους ο ίδιος εκφώνησε (σελ. 51-123). Ομολογώ πως, προσωπικά, προτιμώ αυτά τα «φτωχά λόγια» του συγγραφέα (όπως ο ίδιος τα αποκαλεί) παρά τις «ευσεβείς και αψυχολόγητες φλυαρίες» (σελ. 51), τις οποίες ρητά μας προτρέπει να αποφεύγουμε, πλην όμως πολύ συχνά ακούμε.

Στους λόγους αυτούς του π. Θεοδοσίου δεν θα βρει κανείς κενά εγκώμια ούτε εύκολες παρηγορητικές κοινοτοπίες. Θα βρει μια αυθεντική και ταπεινή αδελφική κατάθεση, που σέβεται το μυστήριο του ανθρωπίνου προσώπου και τη σιωπή του θανάτου, ακριβώς επειδή εμφορείται από την ελπίδα της Αναστάσεως.

Κλείνοντας αυτή την αναγκαστικά σύντομη παρουσίαση, θα ήθελα να κρατήσετε ως ένα πολύτιμο μαργαριτάρι τον ακόλουθο εύστοχο ορισμό από το βιβλίο: «Κόλαση», γράφει ο π. Θεοδόσιος, «Κόλαση είναι να μη μπορείς να αγαπάς» (σελ. 42). Αν δεχθούμε αυτόν τον ορισμό, τότε τα μνημόσυνα παύουν να είναι τυπικές θρησκευτικές τελετές. Αν δεχθούμε αυτόν τον ορισμό, τότε τα μνημόσυνα γίνονται ταπεινή διακήρυξη της Εκκλησίας ότι Εκείνος, «ο και νεκρών και ζώντων την εξουσίαν έχων, ως αθάνατος βασιλεύς και αναστάς εκ νεκρών» έχει ήδη συντρίψει τα δεσμά του θανάτου και του Άδου.

Με αυτές τις σκέψεις, και με την ευχή να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο αυτό του π. Θεοδοσίου, επιτρέψτε μου να κλείσω όπως ξεκίνησα, με τον αναστάσιμο χαιρετισμό
(ελπίζω όμως να το πω λίγο διαφορετικά αυτή τη φορά): Χριστός Ανέστη!

 

Δημήτρης Καραντζάς για τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΩΝΑΣ
Ιω. Μουστάκη 16 • Πρέβεζα 48100
6981216456 • ionaspub@outlook.com
https://ionasbooks.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου