Από το πρωί το τηλέφωνο δεν σταματά να χτυπά.
Δημοσιογράφοι από όλα τα κανάλια ζητούν μια «ειδική» ματιά, μια σύνδεση με τον
«Σασμό», μια λέξη για την πατρίδα μου. Πάλι...
Αλλά πώς να μιλήσεις πάνω από ένα λευκό φέρετρο;
Πάνω από το ζεστό αίμα ενός ακόμα παιδιού;
Τι νόημα έχουν οι τηλεοπτικοί χρόνοι όταν η
πραγματικότητα είναι τόσο πιο σκοτεινή από κάθε σενάριο;
Σήμερα δεν είμαι ο συγγραφέας.
Μήτε ο Κρητικός.
Είμαι ένας άνθρωπος που αισθάνεται το στομάχι του
να δένεται κόμπο από τη θλίψη μα και την αγανάκτηση, γιατί αυτός ο θάνατος ήταν
ένα χρονικό προαναγγελθέν.
Ήταν μια κραυγή που ούρλιαζε εδώ και τρία χρόνια.
Απειλές, καταγγελίες, ασφαλιστικά μέτρα... χαρτιά που έμεναν στα συρτάρια μιας
πολιτείας που απλώς παρακολουθεί το κακό να ζυγώνει.
Στη χώρα μας, η δικαιοσύνη και η πρόνοια μοιάζουν με αφηρημένες έννοιες. Δεν έχουμε δομές να στηρίξουμε τον άνθρωπο που βυθίζεται στο σκοτάδι του πένθους, δεν έχουμε μηχανισμούς να προλάβουμε την εμμονή πριν γίνει σφαίρα. Αφήνουμε τον πόνο να σαπίσει, μέχρι να γίνει φωτιά και να μας κάψει όλους.
Η λεβεντιά δεν κατοικεί στην κάννη κανενός
όπλου.
Πολλοί μπερδεύουν την αυτοδικία με τη δικαιοσύνη
μα δεν έχει καμία αξία να μετατρέπεσαι σε δήμιο. Δεν είναι λεβεντοσύνη να
αφαιρείς μια ζωή επειδή η δική σου σταμάτησε.
Η πραγματική αντρειγιά, αυτή που γνώρισα και
αγάπησα στην Κρήτη, είναι να έχεις τη μπόρεση να συγκρατήσεις το χέρι σου την
ώρα που η εκδίκηση μέσα σου ουρλιάζει.
Είναι η περηφάνια που δεν χρειάζεται το αίμα για
να επιβεβαιωθεί. Και φέρνω για άλλη μια φορά ως παράδειγμα εκείνον τον μεγάλο
άντρα, τον σπουδαίο πατέρα Ανδρέα Γιακουμάκη.
Δεν αλλάζει τίποτα όσο κρύβουμε το πρόβλημα κάτω
από το χαλί της "παράδοσης".
Όσο η οπλοφορία βαφτίζεται έθιμο και το
μίσος "χρέος", θα συνεχίσουμε να ντύνουμε γαμπρούς τα κοπέλια μας και
να τους δίνουμε για νύφη τη μαύρη γη.
Κρητικοί. Κάποια στιγμή πρέπει να κοιταχτούμε στον
καθρέφτη χωρίς να τον σκεπάζουμε. Το κράτος οφείλει να προστατεύει τον πολίτη
μα και εμείς, ως κοινωνία, οφείλουμε να σταματήσουμε να χειροκροτούμε το
σκοτάδι.
Η αντοχή μου στέρεψε.
Φτάνει πια.
Κουράστηκε η ψυχή μου να παλεύω να δικαιολογήσω τα αδικαιολόγητα για τον τόπο μου. Κουράστηκα να προσπαθώ να εξηγήσω πώς η ομορφιά αυτού του νησιού συνυπάρχει με τέτοια βαρβαρότητα. Όταν το «χρέος» γίνεται φόνος και η παράδοση γίνεται αγχόνη, τότε η αγάπη για τον τόπο μετατρέπεται σε έναν αβάσταχτο σταυρό.
Καλό ταξίδι στο παλικάρι. Και κουράγιο σε όσους μένουν πίσω να παλεύουν με τα "γιατί" που η πολιτεία άφησε αναπάντητα.
Σπύρος
Πετρουλάκης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου