Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Κυριακής. (7 Ιουλίου) - Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης

Κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει σπβ’ [282], ήτον ένα ανδρόγυνον Χριστιανικόν, Δωρόθεος και Ευσεβία ονομαζόμενον, οι οποίοι επειδή ήτον άτεκνοι, παρεκάλουν τον Θεόν να χαρίση εις αυτούς καρπόν και τέκνον, υποσχόμενοι ότι να χαρίσουν πάλιν το γεννηθέν παιδίον εις αυτόν. Όθεν επήκουσεν ο Θεός της δεήσεώς των, και εγέννησαν παιδίον θηλυκόν εν ημέρα Κυριακή, δια τούτο και ωνόμασαν το παιδίον Κυριακήν. Την οποίαν βαπτίσαντες, ανέθρεφαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, κατά τον Απόστολον, και εφύλαττον αυτήν παρθένον, επειδή και έμελλον να την αφιερώσουν εις τον Θεόν. Όταν δε ο δυσσεβής Διοκλητιανός εκίνησε διωγμόν κατά των Χριστιανών, τότε παρεδόθησαν οι γονείς της Αγίας ομού με αυτήν εις τον τύραννον. Ο οποίος ανακρίνας, τους μεν γονείς της Αγίας έδειρε, και έστειλεν αυτούς εις τον δούκαν Ιούστον, τον ευρισκόμενον κατά τα μέρη της εν τη μικρά Αρμενία Μελιτινής, ήτις κοινώς Μαλατιά ονομάζεται. Την δε Κυριακήν, απέστειλεν εις τον Καίσαρα Μαξιμιανόν, τον ευρισκόμενον εις την Νικομήδειαν.

Ο Μαξιμιανός λοιπόν ανακρίνας την Μάρτυρα, και ευρών στερεάν εις την πίστιν του Χριστού, την έρριψε κατά γης και την έδειρεν εις πολλάς ώρας. Επειδή δε η Αγία επροσηύχετο, δια τούτο εθυμόνετο ο τύραννος κατά των στρατιωτών των βασανιζόντων την Μάρτυρα. Τότε η Αγία λέγει προς τον Μαξιμιανόν· Μη πλανάσαι ω Μαξιμιανέ, ποτέ δεν θέλεις με νικήσεις, του Θεού βοηθούντός μοι. Δια τούτο και ο Μαξιμιανός αποκαμών, έπεμψε την Αγίαν εις τον άρχοντα της Βιθυνίας, Ιλαριανόν ονόματι.

Ο δε Ιλαριανός ανακρίνας την Μάρτυρα, έμβασεν αυτήν μέσα εις τον ναόν των ειδώλων. Εκεί δε προσευχηθείσης της Αγίας, έγινε μεγάλος σεισμός, από τον οποίον εκρημνίσθησαν τα είδωλα και έγιναν ωσάν κονιορτός. Ηκολούθησε δε προς τούτοις και ένα ανεμοστρόβιλον, το οποίον εσκόρπισεν εις τον αέρα τον κονιορτόν των ειδώλων. Πίπτουσα δε και μία αστραπή, κατέκαυσε το πρόσωπον του άρχοντος Ιλαριανού. Όθεν εκείνος κρημνισθείς από τον θρόνον του, εξέψυξεν. Ελθών δε άλλος άρχων διάδοχος εκείνου, και μαθών ταύτα, κατεδίκασε να καή η Αγία εις το πυρ. Και λοιπόν άναψαν οι υπηρέται πυρκαϊάν μεγάλην, και έσπρωξαν την Μάρτυρα μέσα εις αυτήν. Η δε Αγία σηκώσασα τας χείρας της εις τον Ουρανόν, επροσευχήθη τω Θεώ εις πολλάς ώρας. Και αγκαλά ο αέρας ήτον καθαρός και θερινός, εκατέβη όμως ένα σύνεφον από τον ουρανόν, και έσβυσεν όλην την φωτίαν, χωρίς να βλαφθή τελείως η Μάρτυς από αυτήν. Μετά ταύτα αφήκεν ο τύραννος διάφορα θηρία εναντίον της Αγίας, αλλ’ όμως δεν εκατώρθωσε τίποτες, επειδή και τα θηρία εκυλίοντο ως αρνία ήμερα εις τους πόδας της Αγίας, χωρίς ποσώς να την βλάψουν. Όθεν βλέποντες πολλοί Έλληνες το παράδοξον αυτό θαύμα, επίστευσαν εις τον Χριστόν. Έπειτα εβάλθη η Μάρτυς εις την φυλακήν. Και την ερχομένην ημέραν εκάθισεν ο άρχων εις το βήμα, και έδωκε κατά της Αγίας την του θανάτου τελευταίαν απόφασιν. Όθεν πέρνοντες αυτήν οι δήμιοι, ευγήκαν έξω από την πόλιν δια να την αποκεφαλίσουν. Η δε Αγία εζήτησε διορίαν, ίνα προσευχηθή. Και αφ’ ου επροσευχήθη εις πολλάς ώρας, εδίδαξε τους ακολουθήσαντας αυτήν Χριστιανούς. Είτα πλαγιάσασα εις την γην, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Πηγαίνοντες δε κοντά εις αυτήν οι στρατιώται, οπού έμελλον να την αποκεφαλίσουν, καθώς την είδον νεκράν, εξέστησαν. Έγινε δε και θεϊκή φωνή εις αυτούς λέγουσα. Πορεύεσθε αδελφοί, και διηγείσθε εις όλους τα μεγαλεία του Θεού. Οι δε στρατιώται γυρίσαντες, εδόξαζον τον Θεόν.

Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου