Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Όταν ξεσπά μια πυρκαγιά - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Όταν ξεσπά μια πυρκαγιά

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Όταν ξεσπά μια πυρκαγιά και χάνονται ζωές και περιουσίες, η πρέπουσα αντίδραση είναι η σιωπή του σεβασμού. Χάνονται άνθρωποι, σπίτια, κόποι μιας ζωής, ζώα, δάση, μνήμες, τόποι αγαπημένοι. Κανένα εξωκκλήσι που σώθηκε, καμία εικόνα που έμεινε άθικτη, κανένας τοίχος που δεν κάηκε δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να σχολιάσει τον πόνο εκείνων που έχασαν τα πάντα. Ο ανθρώπινος πόνος προηγείται κάθε πικρόχολου ή άστοχου σχολιασμού.

Είναι αλήθεια ότι σε τέτοιες καταστροφές, συμβαίνει συχνά κάτι που προκαλεί συζητήσεις. Κάποιος ναός, ένα μικρό εξωκκλήσι, ή μια εικόνα μένει ανέπαφη από τις φλόγες. Κάποιοι πιστοί το βλέπουν ως σημείο παρηγοριάς. Άλλοι το ειρωνεύονται. Και τότε ακούγεται η φράση: «Ο Θεός ενδιαφέρθηκε για τα ντουβάρια Του και όχι για τους ανθρώπους ή τις περιουσίες τους».

Η φράση αυτή ακούγεται ως κατηγορία, αλλά δεν λέει όλη την αλήθεια. Περισσότερο εκφράζει πίκρα, θυμό ή προκατάληψη. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να πούμε το αυτονόητο: δεν έβαλε ο Θεός τη φωτιά. Δεν ήταν ο Θεός που άφησε ακαθάριστα τα δάση. Δεν ήταν ο Θεός που έκτισε άναρχα. Δεν ήταν ο Θεός που αμέλησε την πρόληψη. Δεν ήταν ο Θεός που δεν φρόντισε για δρόμους διαφυγής, αντιπυρικές ζώνες, καθαρισμούς, έλεγχο και σωστό σχεδιασμό. Δεν ήταν ο Θεός που έβαλε πάνω από την ανθρώπινη ζωή το κέρδος, την αδιαφορία, την προχειρότητα ή την εγκληματική σκοπιμότητα.

Αυτά είναι ανθρώπινα έργα. Ανθρώπινες επιλογές. Ανθρώπινες παραλείψεις. Ανθρώπινες ευθύνες.

Όταν, λοιπόν, καίγονται σπίτια και χάνονται ζωές, το ερώτημα δεν μπορεί να είναι μόνο «γιατί δεν έκανε ο Θεός ένα θαύμα;». Το ερώτημα πρέπει να είναι και: γιατί δεν κάναμε εμείς όσα έπρεπε πριν φτάσουμε στο σημείο να ζητάμε θαύμα; Γιατί θυμόμαστε τον Θεό τη στιγμή της καταστροφής, αλλά ξεχνάμε την ευθύνη μας πριν από αυτήν; Γιατί ζητούμε από τον ουρανό να διορθώσει μέσα σε λίγα λεπτά όσα εμείς αφήσαμε άλυτα επί χρόνια;

Βεβαίως, όταν ένας ναός ή ένα εξωκκλήσι μένει ανέπαφο, μπορεί να υπάρχουν πρακτικές εξηγήσεις. Ίσως ο γύρω χώρος ήταν καθαρισμένος. Ίσως υπήρχε αυλή. Ίσως δεν υπήρχε πολλή καύσιμη ύλη γύρω του. Ίσως ο άνεμος άλλαξε κατεύθυνση. Ίσως οι συνθήκες της φωτιάς το ευνόησαν. Η πραγματικότητα της φύσης έχει τους δικούς της νόμους και δεν χρειάζεται κάθε τι που συμβαίνει να ερμηνεύεται αμέσως ως υπερφυσικό.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο πιστός απαγορεύεται να δει και κάτι βαθύτερο. Η πίστη δεν καταργεί τη λογική. Και η λογική δεν φυλακίζει τον Θεό έξω από την ιστορία. Ένας άνθρωπος μπορεί να αναγνωρίζει τις φυσικές αιτίες ενός γεγονότος και ταυτόχρονα να νιώθει ότι μέσα σε αυτό υπάρχει ένα σημείο, μια παρηγοριά, μια πρόσκληση σε μετάνοια, μια υπενθύμιση ότι η ζωή δεν είναι μόνο στάχτη και απώλεια.

Το λάθος αρχίζει όταν χρησιμοποιούμε τη σωτηρία ενός ναού για να κατηγορήσουμε τον Θεό ότι δήθεν προτίμησε τα κτίσματα από τους ανθρώπους. Ο Θεός δεν αγαπά τα ντουβάρια περισσότερο από τα παιδιά Του. Ο ναός δεν είναι πολύτιμος επειδή έχει πέτρες, κεραμίδια και τοίχους. Είναι πολύτιμος επειδή συνδέεται με την προσευχή, τη μνήμη, την ελπίδα, την παρουσία του ανθρώπου ενώπιον του Θεού. Και αν κάποτε ένας ναός μένει όρθιος μέσα σε μια καταστροφή, αυτό δεν σημαίνει ότι ο Θεός περιφρόνησε όσους υπέφεραν. Μπορεί να σημαίνει ότι μέσα στα αποκαΐδια άφησε ένα σημάδι παρηγοριάς για όσους μπορούν να το δουν έτσι.

Όμως υπάρχει και κάτι ακόμη πιο δύσκολο να αποδεχθούμε. Ίσως ο ναός που σώθηκε να είναι ένας «προφήτης». Ίσως αυτό το μικρό «ντουβάρι», που τόσο εύκολα κάποιοι ειρωνεύονται, να μας ελέγχει. Να μας ρωτά σιωπηλά: γιατί δεν προστατεύθηκαν εγκαίρως σπίτια, χωριά, δάση και ζωές;

Ίσως, λοιπόν, το πρόβλημα δεν είναι ότι ο Θεός έσωσε έναν ναό. Το πρόβλημα είναι ότι εμείς δεν σώσαμε όσα μπορούσαμε να σώσουμε.

Είναι εύκολο να βρίζει κανείς τον Θεό μετά την καταστροφή. Είναι εύκολο να ειρωνεύεται τους πιστούς. Είναι εύκολο να λέει πως η πίστη είναι αφέλεια ή πως οι άνθρωποι βλέπουν θαύματα επειδή δεν θέλουν να δουν την πραγματικότητα. Αλλά η πραγματικότητα είναι ακριβώς το αντίθετο: η αληθινή πίστη δεν μας απαλλάσσει από την ευθύνη. Μας την υπενθυμίζει. Δεν μας λέει «περίμενε τα πάντα από τον Θεό». Μας λέει: «κάνε αυτό που σου αναλογεί, με σοβαρότητα, αγάπη και ευθύνη».

Ο Θεός δεν είναι άλλοθι για την αδράνειά μας. Δεν είναι υπεύθυνος για κάθε ανθρώπινη αμέλεια. Δεν είναι ο «αυτοφωράκιας» πάνω στον οποίο φορτώνουμε όσα δεν θέλουμε να παραδεχθούμε. Αν έχουμε αποτύχει ως κοινωνία στην πρόληψη, στην οργάνωση, στην προστασία της φύσης, στην προστασία των αδυνάτων, τότε το τίμιο δεν είναι να ρωτάμε μόνο γιατί δεν επενέβη ο Θεός. Το τίμιο είναι να ρωτάμε γιατί δεν ενεργήσαμε εμείς.

Αν θέλουμε, λοιπόν, να μιλήσουμε σοβαρά για τις πυρκαγιές, ας μιλήσουμε πρώτα για πρόληψη. Για ευθύνη. Για καθαρισμούς. Για σχεδιασμό. Για λογοδοσία. Για παιδεία. Για σεβασμό στη φύση. Για κρατική μέριμνα, αλλά και για προσωπική ευθύνη. Για όλα εκείνα που πρέπει να γίνουν πριν δούμε ξανά ανθρώπους να τρέχουν να σωθούν από τις φλόγες, σπίτια να χάνονται και τόπους ολόκληρους να γίνονται στάχτη.

Και αν, μέσα σε όλα αυτά, κάποιος πιστός συγκινηθεί επειδή ένα εξωκκλήσι σώθηκε, ας μην τον περιγελάσουμε. Δεν σημαίνει ότι χαίρεται για τα ντουβάρια και αδιαφορεί για τους ανθρώπους. Μπορεί απλώς να κρατιέται από ένα μικρό σημάδι ελπίδας μέσα σε μια μεγάλη καταστροφή. Και ο άνθρωπος, όταν όλα γύρω του καίγονται, έχει ανάγκη από ελπίδα.

Το ζητούμενο δεν είναι να διαλέξουμε ανάμεσα στην πίστη και την ευθύνη. Το ζητούμενο είναι να πάψουμε να χρησιμοποιούμε τη μία για να αποφεύγουμε την άλλη. Η πίστη χωρίς ευθύνη γίνεται πρόσχημα. Η ευθύνη χωρίς ταπείνωση γίνεται αλαζονεία. Και η ειρωνεία μπροστά στον πόνο δεν είναι ούτε λογική ούτε πρόοδος· είναι απλώς ένας ακόμη τρόπος να μη δούμε κατάματα το χρέος μας.

Ας μην κατηγορούμε, λοιπόν, τον Θεό επειδή δεν έκανε το θαύμα που θα κάλυπτε τη δική μας εγκληματική αμέλεια. Ας κάνουμε εμείς όσα πρέπει, ώστε να μη χρειάζεται κάθε καλοκαίρι να μετράμε νεκρούς, χαμένες περιουσίες και καμένα δάση. Και αν μέσα στις στάχτες μείνει όρθιος ένας ναός, ας τον δούμε όχι ως πρόκληση απέναντι στον ανθρώπινο πόνο, αλλά ως υπενθύμιση: ότι η ζωή ζητά ευθύνη, μετάνοια, φροντίδα και αλήθεια.

***

When a wildfire breaks out and lives and properties are lost, the proper response is a silence of respect. People are lost, homes, the labor of a lifetime, animals, forests, memories, beloved places. No chapel that was saved, no icon that remained untouched, no wall that did not burn can be used to comment on the pain of those who lost everything. Human suffering must come before every bitter or misguided remark.

It is true that in such disasters something often happens that gives rise to discussion. A church, a small chapel, or an icon remains untouched by the flames. Some believers see it as a sign of consolation. Others mock it. And then the phrase is heard: “God cared about His walls and not about the people or their properties.”

This phrase sounds like an accusation, but it does not tell the whole truth. It expresses bitterness, anger, or prejudice more than anything else. First of all, we must state the obvious: God did not set the fire. It was not God who left the forests uncleared. It was not God who built without order or planning. It was not God who neglected prevention. It was not God who failed to provide escape routes, firebreaks, clearing work, inspections, and proper planning. It was not God who placed profit, indifference, carelessness, or criminal intent above human life.

These are human works. Human choices. Human omissions. Human responsibilities.

So when homes burn and lives are lost, the question cannot be only, “Why did God not perform a miracle?” The question must also be: why did we not do what we should have done before reaching the point where we ask for a miracle? Why do we remember God at the moment of disaster, but forget our responsibility before it? Why do we ask heaven to correct in a few minutes what we left unresolved for years?

Of course, when a church or a chapel remains untouched, there may be practical explanations. Perhaps the surrounding area had been cleared. Perhaps there was a courtyard. Perhaps there was not much combustible material around it. Perhaps the wind changed direction. Perhaps the conditions of the fire favored it. The reality of nature has its own laws, and not everything that happens needs to be immediately interpreted as supernatural.

But this does not mean that the believer is forbidden to see something deeper. Faith does not abolish reason. And reason does not imprison God outside history. A person may recognize the natural causes of an event and, at the same time, feel that within it there is a sign, a consolation, a call to repentance, a reminder that life is not only ashes and loss.

The mistake begins when we use the saving of a church to accuse God of supposedly preferring buildings over people. God does not love walls more than His children. A church is not precious because it has stones, roof tiles, and walls. It is precious because it is connected with prayer, memory, hope, and the presence of the human person before God. And if, at some point, a church remains standing in the middle of a disaster, this does not mean that God despised those who suffered. It may mean that, among the ashes, He left a sign of consolation for those who are able to see it that way.

But there is also something even harder for us to accept. Perhaps the church that was saved is a “prophet.” Perhaps this small “wall,” which some so easily mock, is holding us accountable. Perhaps it is silently asking us: why were homes, villages, forests, and lives not protected in time?

Perhaps, then, the problem is not that God saved a church. The problem is that we did not save what we could have saved.

It is easy to curse God after the disaster. It is easy to mock believers. It is easy to say that faith is naïveté, or that people see miracles because they do not want to see reality. But the reality is exactly the opposite: true faith does not free us from responsibility. It reminds us of it. It does not tell us, “Wait for everything from God.” It tells us: “Do what belongs to you, with seriousness, love, and responsibility.”

God is not an excuse for our inaction. He is not responsible for every human failure. He is not the “fall guy” on whom we load everything we do not want to admit. If we have failed as a society in prevention, organization, the protection of nature, and the protection of the vulnerable, then the honest thing is not only to ask why God did not intervene. The honest thing is to ask why we did not act.

So if we want to speak seriously about wildfires, let us speak first about prevention. About responsibility. About clearing work. About planning. About accountability. About education. About respect for nature. About state care, but also about personal responsibility. About all those things that must be done before we once again see people running to save themselves from the flames, homes being lost, and entire places turning to ash.

And if, in the middle of all this, a believer is moved because a chapel was saved, let us not ridicule him. It does not mean that he rejoices over walls and is indifferent to people. Perhaps he is simply holding on to a small sign of hope within a great disaster. And when everything around a person is burning, he needs hope.

The point is not to choose between faith and responsibility. The point is to stop using one in order to avoid the other. Faith without responsibility becomes a pretext. Responsibility without humility becomes arrogance. And mockery in the face of pain is neither reason nor progress; it is simply one more way of refusing to look our duty in the face.

So let us not blame God because He did not perform the miracle that would have covered our own criminal negligence. Let us do what we must, so that every summer we do not have to count the dead, lost properties, and burned forests. And if, among the ashes, a church remains standing, let us see it not as a provocation against human suffering, but as a reminder: that life calls for responsibility, repentance, care, and truth.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου