Κυριακή πρό της Υψώσεως του Τιμίου
Σταυρού: Ιωάννης 3:13-17
Μητροπολίτης
Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Την Κυριακή πριν από την εορτή της Υψώσεως του
Τιμίου Σταυρού, η Εκκλησία μάς οδηγεί στην καρδιά του μυστηρίου της σωτηρίας.
Πριν ακόμη αντικρίσουμε λειτουργικά τον Σταυρό υψωμένο στο κέντρο του ναού,
ακούμε τον ίδιο τον Χριστό να αποκαλύπτει τι σημαίνει αυτή η ύψωση: δεν είναι
απλώς ένα γεγονός πόνου, ούτε μόνο μια ιστορική στιγμή αδικίας· είναι η
φανέρωση της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο.
Ο Κύριος λέγει: «Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν
εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς». Με αυτά τα λόγια μάς αποκαλύπτει ότι η σωτηρία
δεν είναι ανθρώπινη κατάκτηση. Ο άνθρωπος δεν μπορεί μόνος του να ανεβεί στον
ουρανό, να νικήσει τον θάνατο, να θεραπεύσει την πληγή της αμαρτίας. Ο δρόμος
ανοίγει επειδή ο Θεός πρώτος κατεβαίνει. Ο Υιός του Θεού γίνεται άνθρωπος,
εισέρχεται στην ιστορία μας, φορά την αδυναμία μας, πλησιάζει τον πόνο μας.
Κατεβαίνει στη γη, για να ανεβάσει τον άνθρωπο στον ουρανό.
Αυτή η κίνηση του Θεού είναι κίνηση αγάπης. Δεν ξεκινά από την αξία μας, αλλά από την ευσπλαχνία Του. Ο Θεός δεν περιμένει να γίνουμε πρώτα τέλειοι για να μας αγαπήσει. Μας αγαπά μέσα στην πτώση μας, μέσα στην αδυναμία μας, μέσα στην πνευματική μας σύγχυση. Γι’ αυτό και ο Χριστός μιλά αμέσως για τον Μωυσή και τον χάλκινο όφι στην έρημο. Όπως τότε οι Ισραηλίτες, πληγωμένοι από τα φίδια, έβλεπαν τον υψωμένο όφι και σώζονταν, έτσι και τώρα ο άνθρωπος, πληγωμένος από την αμαρτία και τον θάνατο, καλείται να στραφεί προς τον υψωμένο Χριστό.
Ο λαός στην έρημο δεν σωζόταν επειδή είχε δύναμη,
ούτε επειδή καταλάβαινε πλήρως το μυστήριο. Σωζόταν επειδή, με εμπιστοσύνη στον
λόγο του Θεού, ύψωνε το βλέμμα του. Έτσι και η πίστη δεν είναι ψυχρή ιδέα, ούτε
απλή αποδοχή μιας διδασκαλίας. Είναι στροφή του προσώπου προς τον Χριστό. Είναι
να κοιτάζω Εκείνον όταν όλα μέσα μου με σπρώχνουν στην απελπισία. Είναι να
πιστεύω ότι η ζωή μου δεν τελειώνει στις πληγές μου, διότι υπάρχει Εκείνος που
πήρε επάνω Του την πληγή όλου του κόσμου.
Ο Χριστός λέγει ότι «δεῖ» να υψωθεί ο Υιός του
ανθρώπου. Αυτό το «πρέπει» δεν σημαίνει κάποια τυφλή αναγκαιότητα, σαν να ήταν
ο Θεός δεμένος από έναν εξωτερικό νόμο. Φανερώνει το σχέδιο της θείας αγάπης. Ο
Σταυρός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός εισέρχεται στο πιο σκοτεινό σημείο
της ανθρώπινης ύπαρξης και το γεμίζει με φως. Εκεί όπου ο άνθρωπος βλέπει ήττα,
ο Θεός φανερώνει νίκη. Εκεί όπου ο κόσμος βλέπει ντροπή, η Εκκλησία βλέπει
δόξα. Εκεί όπου φαίνεται να κυριαρχεί ο θάνατος, αρχίζει να ανατέλλει η αιώνια
ζωή.
Γι’ αυτό αμέσως μετά ακούγεται ο λόγος που είναι
ίσως από τους πιο παρηγορητικούς όλης της Αγίας Γραφής: «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς
τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν». Ο Θεός αγαπά τον κόσμο.
Όχι έναν ιδανικό κόσμο, καθαρό και αναμάρτητο, αλλά αυτόν τον κόσμο: τον
πληγωμένο, τον αντιφατικό, τον κουρασμένο, τον συχνά αχάριστο. Και η αγάπη Του
δεν μένει σε λόγια. «Έδωκεν» τον Υιό Του. Η αγάπη του Θεού είναι προσφορά και
θυσία. Ο Πατέρας προσφέρει τον Υιό, και ο Υιός προσφέρει τον εαυτό Του για τη
ζωή του κόσμου.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη παρηγοριά για κάθε
άνθρωπο. Ο Θεός δεν έρχεται πρώτα ως δικαστής, αλλά ως Σωτήρας. «Οὐ γὰρ ἀπέστειλεν
ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ… ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ».
Πόσο συχνά φοβόμαστε τον Θεό σαν να πρόκειται να μας τιμωρήσει. Όμως το
Ευαγγέλιο μάς αποκαλύπτει έναν Θεό που αναζητά το χαμένο πρόβατο, που σκύβει
πάνω στον τραυματισμένο, που ανοίγει δρόμο επιστροφής. Η κρίση δεν είναι η
πρώτη Του πρόθεση· η σωτηρία είναι το θέλημά Του.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η πίστη είναι κάτι
αδιάφορο ή επιφανειακό. Ο Κύριος επαναλαμβάνει: «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ
ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον». Η πίστη είναι αποδοχή της προσφοράς του Θεού.
Ο Χριστός υψώνεται για όλους και ο άνθρωπος καλείται να στραφεί προς Αυτόν. Δεν
αρκεί να βλέπουμε τον Σταυρό ως σύμβολο πολιτισμού, ως στολίδι ή ως συνήθεια. Ο
Σταυρός μάς ζητά σχέση. Μας καλεί να εμπιστευθούμε τον Εσταυρωμένο, να αφήσουμε
επάνω Του τον φόβο, την ενοχή, την υπερηφάνεια, την απογοήτευση.
Η Εκκλησία, λοιπόν, πριν από την Ύψωση του Τιμίου
Σταυρού, μάς προετοιμάζει να κοιτάξουμε τον Σταυρό σωστά. Να μην τον δούμε μόνο
ως όργανο βασανισμού, αλλά ως θρόνο αγάπης. Να μην μείνουμε στον πόνο, αλλά να
περάσουμε μέσα από αυτόν στην Ανάσταση. Διότι ο Σταυρός του Χριστού δεν είναι
τέλος· είναι πέρασμα. Είναι η γέφυρα από τον θάνατο στη ζωή, από την αποξένωση
στην κοινωνία με τον Θεό, από το σκοτάδι στο φως.
Και κάθε φορά που υψώνουμε τα μάτια μας στον
Εσταυρωμένο, ακούμε σιωπηλά το ίδιο μήνυμα: ο Θεός σε αγαπά, ο Θεός δεν σε
εγκατέλειψε, ο Θεός θέλει να σωθείς. Αυτή είναι η δύναμη του Σταυρού. Δεν μας
εξηγεί απλώς τον πόνο· τον μεταμορφώνει. Δεν μας υπόσχεται μια ζωή χωρίς
δοκιμασίες· μας χαρίζει την παρουσία του Χριστού μέσα σε αυτές. Και αυτή η
παρουσία είναι ήδη αρχή της αιώνιας ζωής.
***
Sunday Before
the Exaltation of the Holy Cross: John 3:13–17
On the Sunday
before the feast of the Exaltation of the Holy Cross, the Church leads us to
the very heart of the mystery of salvation. Before we even behold, in the
liturgical life of the Church, the Cross lifted up in the center of the church,
we hear Christ Himself reveal what this exaltation means: it is not simply an
event of suffering, nor only a historical moment of injustice; it is the
manifestation of God’s love for humanity.
The Lord says:
“No one has ascended into heaven except He who descended from heaven.” With
these words, He reveals to us that salvation is not a human achievement. Man
cannot ascend to heaven by himself, cannot conquer death, cannot heal the wound
of sin on his own. The way is opened because God first descends. The Son of God
becomes man, enters our history, takes on our weakness, and draws near to our
pain. He comes down to earth in order to raise man up to heaven.
This movement
of God is a movement of love. It does not begin with our worthiness, but with
His compassion. God does not wait for us to become perfect before He loves us.
He loves us in our fallenness, in our weakness, in our spiritual confusion.
This is why Christ immediately speaks of Moses and the bronze serpent in the
wilderness. Just as the Israelites, wounded by the serpents, looked upon the
lifted serpent and were saved, so now man, wounded by sin and death, is called
to turn toward the lifted-up Christ.
The people in
the wilderness were not saved because they had strength, nor because they fully
understood the mystery. They were saved because, trusting in the word of God,
they lifted their gaze. In the same way, faith is not a cold idea, nor the
simple acceptance of a teaching. It is the turning of the face toward Christ.
It is looking to Him when everything within me pushes me into despair. It is
believing that my life does not end with my wounds, because there is One who
has taken upon Himself the wound of the whole world.
Christ says
that the Son of Man “must” be lifted up. This “must” does not mean some blind
necessity, as though God were bound by an external law. It reveals the plan of
divine love. The Cross is the way in which God enters the darkest point of
human existence and fills it with light. Where man sees defeat, God reveals
victory. Where the world sees shame, the Church sees glory. Where death seems
to reign, eternal life begins to dawn.
That is why
immediately afterward we hear what may be one of the most consoling words in
all of Holy Scripture: “For God so loved the world that He gave His
only-begotten Son.” God loves the world. Not an ideal world, pure and sinless,
but this world: wounded, contradictory, weary, and often ungrateful. And His
love does not remain in words. He “gave” His Son. The love of God is offering
and sacrifice. The Father offers the Son, and the Son offers Himself for the
life of the world.
Here we also
find great consolation for every person. God does not come first as a judge,
but as Savior. “For God did not send His Son into the world to condemn the
world, but that the world might be saved through Him.” How often we fear God as
though He were about to punish us. Yet the Gospel reveals to us a God who
searches for the lost sheep, who bends down over the wounded, who opens the way
of return. Judgment is not His first intention; salvation is His will.
This, of
course, does not mean that faith is something indifferent or superficial. The
Lord repeats: “that whoever believes in Him should not perish but have eternal
life.” Faith is the acceptance of God’s gift. Christ is lifted up for all, and
man is called to turn toward Him. It is not enough to see the Cross as a
cultural symbol, an ornament, or a habit. The Cross asks for relationship. It
calls us to trust the Crucified One, to place upon Him our fear, our guilt, our
pride, and our disappointment.
The Church,
then, before the Exaltation of the Holy Cross, prepares us to look upon the
Cross rightly. We are called to see it not only as an instrument of torture,
but as a throne of love. We are called not to remain in suffering, but to pass
through it into the Resurrection. For the Cross of Christ is not an end; it is
a passage. It is the bridge from death to life, from alienation to communion
with God, from darkness to light.
And every time
we lift our eyes to the Crucified One, we silently hear the same message: God
loves you, God has not abandoned you, God desires your salvation. This is the
power of the Cross. It does not simply explain suffering to us; it transforms
it. It does not promise us a life without trials; it grants us the presence of
Christ within them. And this presence is already the beginning of eternal life.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου