Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Σκέψεις στὴν ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Σκέπης — 1η Ὀκτωβρίου / Ex Grege


 Σκέψεις στὴν ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Σκέπης - 1η Ὀκτωβρίου

Ex Grege

Ἡ εἰκόνα ἀπεικονίζει τὸ ἔργο «Οἱ Δικηγόροι» (Les Avocats) τοῦ σπουδαίου Γάλλου ρεαλιστῆ καλλιτέχνη Ὀνορέ Ντωμιέ (Honoré Daumier), τὸ ὁποῖο φιλοτεχνήθηκε κατὰ τὴν περίοδο 1870–1875. Στὸ προσκήνιο δεσπόζει μιὰ ὁμάδα τριῶν νομικῶν ντυμένων μὲ τὶς παραδοσιακὲς μαῦρες τηβέννους καὶ τὰ δικαστικὰ καπέλα. Πᾶσα ὁμοιότης μὲ τὸ παρὸν τυγχάνει συμπτωματική…

Θὰ ποῦμε μιὰ ἱστορία ἀπὸ τὰ παλιά. Καθαρὰ ἱστορία. Καὶ πάλι… Πᾶσα ὁμοιότης μὲ τὸ παρὸν τυγχάνει συμπτωματική...

Στὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς, ὁ θρόνος εἶχε ταρίφα. Ὄχι μεταφορικά. Ταρίφα, μὲ νούμερο. Ἤθελες ἐπαρχία; Πλήρωνες. Ἤθελες ψηλότερα; Πλήρωνες παραπάνω. Ὁ ἐπίσκοπος ἔδινε στὴν Πύλη τὸ «πεσκέσι», ἔπαιρνε τὸ ραβδί, κι ὕστερα τὸ ξεζούμιζε ἀπ' τὸν κόσμο μὲ τὸ παραπάνω. Ἐπένδυση ἦταν. Ἔβαζες κεφάλαιο, ἔβγαζες κέρδος.

Καὶ μόλις κούμπωνε ὁ θρόνος, ἄνοιγε καὶ κανὰ κομπόδεμα. Γιατὶ ὁ δεσπότης τῆς σκλαβιᾶς δὲν πεινοῦσε ποτέ. Εἶχε τὴ «λογεία» του, σταθερό, μηνιάτικο, καλὸ βαρύ, βγαλμένο ἀπ' τὸν ἱδρώτα τοῦ ραγιᾶ. Ὁ ραγιᾶς νήστευε τὴ Σαρακοστή· ὁ δεσπότης μᾶλλον δὲν νήστευε ποτέ. Ὁ κόσμος μετροῦσε παράδες γιὰ τὸ χαράτσι· ὁ δεσπότης μετροῦσε τὸ βαλάντιό του καὶ τὸ ᾽βρισκε πάντα λειψό. Ποτὲ δὲν φτάνει, βλέπετε, ὅταν ἡ ποιμαντικὴ ἔχῃ ἐξορθολογισμὸ καὶ μισθολογικὴ κλίμακα.

Καὶ γύρω ἀπ' τὸν θρόνο, ἕνα σμάρι. Οἱ κοτζαμπάσηδες. Ξέρετε τί ἦταν ὁ κοτζάμπασης; Δὲν ἦταν ὁ ἄξιος. Ἦταν ὁ ἐπιδέξιος. Αὐτὸς ποὺ ἤξερε πότε νὰ σκύψῃ, πόσο νὰ σκύψῃ, καὶ ποιὸ ἀκριβῶς σημεῖο νὰ φιλήσῃ. Καὶ πρόσεξτε, δὲν κοίταζε ποτὲ τί φιλοῦσε. Οὔτε ἂν ἦταν πλυμένο. Ἡ μύτη τοῦ κοτζάμπαση δὲν εἶχε ὄσφρηση. Εἶχε πυξίδα. Ἔδειχνε πάντα πρὸς τὰ πάνω. Ὅσο πιὸ βαθιὰ ἔσκυβε, τόσο πιὸ ψηλὰ ἀνέβαινε. Ἡ ταπείνωση εἶχε γίνει ἀσανσέρ. Οἱ μαθηματικοὶ θὰ τὴ λέγαν ἀντιστρόφως ἀνάλογη.

Καὶ ὁ θρόνος; Δὲν ἔφτανε γιὰ ὅλους. Πολλοὶ οἱ μνηστῆρες, μία ἡ νύφη. Τί νὰ κάνῃ τὸ σύστημα; Βρῆκε λύση, τὸ πονηρό. Ἔφτιαξε θρονάκια. Καθέδρες χωρὶς πόλη. Ἀξιώματα στὸν ἀέρα. Ἔβγαζε ποιμένες… χωρὶς ποίμνιο. Ἀρχιμαγείρους… χωρὶς κουζίνα. Βιομηχανία ὁλόκληρη, μὲ γραμμὴ παραγωγῆς: μπαίνει ἀπ' τὴ μιὰ μεριὰ ὁ κόλακας, βγαίνει ἀπ' τὴν ἄλλη μὲ τίτλο. Ταχεῖα, ἀποδοτική, καὶ πάντα μὲ ζήτηση.

Ἀλλὰ αὐτά, εἴπαμε, εἶναι παλιά. Τῆς σκλαβιᾶς. Ἐμεῖς τὰ ξεπεράσαμε. Ἐλευθερωθήκαμε. Φυσικά.

Ἂς ἀφήσουμε ὅμως τὸ παρελθὸν καὶ ἂς πᾶμε στὴ σημερινὴ ἑορτή. Ἐκεῖ τὰ πράγματα εἶναι ἀλλιῶς.

Βλαχέρνες, δέκατος αἰώνας. Ἀγρυπνία μέσα στὴ νύχτα, ὁ ναὸς κατάμεστος. Καὶ ἡ πρώτη σειρά, ὅπως πάντα, πιασμένη. Οἱ ἐπίσημοι μπροστά. Τὰ σιδερωμένα ράσα μπροστά. Οι ποπλίνες καὶ τὰ μακρυὰ μανίκια καὶ τὰ μανικετόκουμπα. Οἱ πρωτοκαθεδρίες κατειλημμένες ἀπὸ νωρίς — αὐτοὶ ξέρουν νὰ ᾽ρχονται νωρὶς στὶς πρῶτες θέσεις. Καὶ τότε ἀνοίγει ὁ οὐρανός. Ἡ Παναγία στέκεται στὸν ἀέρα, γονατίζει, ἁπλώνει τὸ βῆλο της πάνω ἀπ' τὸν λαό.

Καὶ τώρα, τὸ ἐρώτημα. Ποιὸς τὴν εἶδε; Μαντέψτε. Ὄχι οἱ μπροστινοί. Ὄχι οἱ πρωτοκαθεδρίτες. Τὴν εἶδε ἕνας κουρελὴς στὴ γωνία. Ὁ Ἀνδρέας, ὁ σαλός. Ὁ τρελὸς τῆς πόλης, ποὺ τὸν προσπερνοῦσαν κρατώντας τὴ μύτη τους. Κι ἕνας ἀκόμη, ἕνας τιποτένιος, ὁ Ἐπιφάνιος. Δύο ξυπόλητοι. Ὅλος ὁ ἐπίσημος κόσμος κοίταζε τὸ ὑπερπέραν. Δύο ζητιάνοι κοίταξαν τὴ Βασίλισσα. Καὶ τὴν εἶδαν.

Γιατί; Θὰ σᾶς πῶ γιατί. Γιατὶ γιὰ νὰ δῇς τὴ Σκέπη, πρέπει νὰ κοιτᾶς ψηλά. Κι ὅποιος ἔχει μάθει νὰ κοιτάζῃ κάτω — ποιοῦ τὸ πόδι, ποιανοῦ τὸ χέρι — δὲν σηκώνει ποτὲ τὸ κεφάλι. Ἔχει στραβώσει ὁ σβέρκος του πρὸς τὰ κάτω. «Ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις.» Ἀπ' τοὺς ἔξυπνους κρύφτηκε. Στοὺς τρελοὺς φανερώθηκε. Ὁ ἔξυπνος ξέρει ποιὸν νὰ κοιτάξῃ. Ὁ τρελὸς κοιτάζει μόνο τὸν οὐρανό. Καὶ κερδίζει.

Τὸ ροῦχο ποὺ ἅπλωσε ἡ Παναγία, οἱ πηγές μας τὸ λένε μαφόριο. Τὸ λένε ὅμως καὶ ὠμοφόριο. Ἡ ἴδια λέξη μὲ κάποιο ἱερατικὸ ἄμφιο. Ἀκοῦστε, λοιπόν. Ἐκείνη τὴ νύχτα, τὸ μόνο ἀληθινὸ ὠμοφόριο στὸν ναὸ δὲν τὸ φοροῦσε κανεὶς ἀπὸ κάτω. Τὸ φοροῦσε Ἐκείνη, ἀπὸ πάνω. Καὶ σκέπασε μ' αὐτὸ τὸν κόσμο. Χωρὶς χειροτονία. Χωρὶς θρόνο. Χωρὶς νὰ πάρῃ δεκάρα, χωρὶς νὰ φιλήσῃ κανένα χέρι. Ἀρχιεράτευσε πάνω ἀπ' τὰ κεφάλια ὅλων — κι ἐκεῖνοι μὲ τὰ ἐπίγεια ὠμοφόρια δὲν κατάλαβαν τίποτε.

Ὑπάρχουν, βλέπετε, δύο ὠμοφόρια. Καὶ μοιάζουν. Γι' αὐτὸ καὶ τὸ μπέρδεμα.

Τὸ ὠμοφόριο τί εἰκονίζει; Τὸ χαμένο πρόβατο. Ἐκεῖνο ποὺ ὁ βοσκὸς τὸ φορτώνεται «ἐπὶ τοὺς ὤμους» καὶ τὸ κουβαλάει, λαχανιασμένος, πίσω στὸ μαντρί. Εἶναι, μὲ δυὸ λόγια, ἕνα βάρος. Ἕνας κόπος στὸν σβέρκο. Λοιπόν, ἐξηγῆστε μου κάτι, ἐσεῖς οἱ ἔξυπνοι, γιατὶ ἐγὼ εἶμαι ἀπ' τοὺς ἄλλους. Πῶς ἕνα βάρος ἔγινε βραβεῖο; Πῶς ὁ κόπος ἔγινε καριέρα; Πῶς τὸ πρόβατο στὸν σβέρκο κατάντησε στέμμα στὸ κεφάλι; Δὲν ἀπαντῶ. Θὰ μπλέξω.

Τὸ ἄλλο ὠμοφόριο, τὸ δικό της, δὲν πουλιέται. Δὲν χαρίζεται μὲ μέσο. Δὲν βγαίνει ἀπὸ γραμμὴ παραγωγῆς. Ἁπλώνεται τζάμπα, σὲ ὅλους, καὶ πιὸ πολὺ σ' αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν νὰ δώσουν τίποτε.

Γιατὶ ὑπάρχουν, ὡς φαίνεται, δύο λογιῶν σκυψίματα. Καὶ μοιάζουν σὰν δυὸ σταγόνες. Τὸ ἕνα σκύβει μπροστὰ στὸν δυνατό — γιὰ ν' ἀνέβῃ. Τὸ ἄλλο σκύβει μπροστὰ στὸν ἀδύναμο — γιὰ νὰ τὸν σηκώσῃ. Ἀπ' ἔξω, ἴδια. Ἡ πλάτη λυγίζει τὸ ἴδιο. Ἀλλὰ τὸ πρῶτο κοιτάζει πόδια. Τὸ δεύτερο κοιτάζει πρόσωπα. Ὁ Σίμων ὁ μάγος ἔσκυψε μὲ γεμάτη τσέπη, νὰ ψωνίσῃ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔφαγε τὴν πιὸ κοφτὴ ἀπάντηση ὅλης τῆς Καινῆς Διαθήκης: «τὸ ἀργύριόν σου σὺν σοὶ εἴη εἰς ἀπώλειαν». Τὰ λεφτά σου νὰ πᾶνε μαζί σου στὸν ἀγύριστο. Παρεπιπτόντως, ἀπὸ τότε ἡ δουλειὰ αὐτὴ ἔχει κι ὄνομα. Δὲν τὸ λέω. Τὸ ξέρετε.

Καὶ ξέρετε καὶ κάτι ἄλλο, ποὺ τὸ εἶπε ὁ Ἴδιος. Δὲν κάθισε νὰ ξεχωρίσῃ τὸν καλὸ ἀπ' τὸν κακό. Ξεχώρισε τὸν ποιμένα ἀπ' τὸν μισθωτό. «Ὁ μισθωτὸς φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστιν». Ὁ πληρωμένος φεύγει μόλις δῇ τὸν λύκο. Καὶ σωστὰ κάνει. Δὲν πληρώθηκε γιὰ νὰ πεθάνῃ. Πληρώθηκε γιὰ νὰ φοράῃ. Καὶ πρόσεξε: ὁ μισθωτὸς δὲν ρωτάει ποτὲ «πόσα πρόβατα;». Ρωτάει «πόσα τὸν μήνα;». Τὸ ποίμνιο, γι' αὐτόν, δὲν εἶναι εὐθύνη· εἶναι θέση μὲ ἀπολαβές. Καὶ ὅταν ὁ μισθὸς τοῦ βοσκοῦ γίνῃ παχύτερος ἀπ' τὸ κοπάδι ποὺ φυλάει, τότε πιὰ δὲν ξέρεις ποιὸς βόσκει ποιόν. Δὲν εἶναι κακός, βέβαια· εἶναι ὑπάλληλος. Ἦρθε γιὰ τὴ θέση, ὄχι γιὰ τὰ πρόβατα. Καὶ τὰ πρόβατα, βαθιὰ μέσα τους, τὸ ξέρουν ποιὸς εἶναι ποιός.

Καὶ ξαναλέω — γιὰ τὰ παλιὰ μιλᾶμε. Γιὰ τὴ σκλαβιά. Γιὰ τοὺς κοτζαμπάσηδες ποὺ φιλοῦσαν χέρια γιὰ νὰ ἀνέβουν, γιὰ τὶς καρέκλες χωρὶς ποίμνιο, γιὰ τὴ χάρη ποὺ εἶχε τιμοκατάλογο, γιὰ τὰ βαλάντια ποὺ δὲν χόρταιναν ποτέ. Ὅλα αὐτὰ πέρασαν. Τελείωσαν. Ἐμεῖς σήμερα, δόξα τῷ Θεῷ, εἴμαστε ἀλλιῶς. Ἔτσι δὲν εἶναι; Ὅποιος ἔχει αὐτιὰ ἀκούει· ὅποιος ἔχει μυαλὸ καταλαβαίνει· κι ὅποιος ἔχει σβέρκο στραβωμένο πρὸς τὰ κάτω, ἂς δοκιμάσῃ, γιὰ μιὰ φορά, νὰ τὸν σηκώσῃ. Μπορεῖ νὰ δῇ καὶ καμιὰ Παναγία.

Καὶ κλείνω μὲ κάτι λιγότερο πικρό, γιατὶ εἶναι ἑορτή. Ἡ Παναγία ἐκείνη τὴ νύχτα σκέπασε ὅλους. Καὶ τοὺς μπροστινούς. Καὶ τοὺς κοτζαμπάσηδες. Καὶ τὸν κοτζάμπαση ποὺ κρύβεται μέσα σὲ καθέναν μας — γιατὶ κανεὶς δὲν βγαίνει ἀθῷος ἀπὸ τούτη τὴν ἱστορία, οὔτε ἐγὼ ποὺ τὴ λέω. Ἡ σκέπη της χωράει καὶ τὸν πιὸ φιλόδοξο. Φτάνει, γιὰ ἕνα λεπτό, νὰ ξεχάσῃ ποιανοῦ τὸ χέρι θὰ φιλήσῃ καὶ πόσα βγάζει τὸν μήνα, καὶ νὰ σηκώσῃ τὸ κεφάλι ψηλά. Ἐκεῖ τὸν περιμένει τὸ μόνο ὠμοφόριο ποὺ θὰ τοῦ μείνῃ στὸ τέλος. Ὄχι ἐκεῖνο ποὺ φόρεσε. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν σκέπασε. Ἀμήν.

Ex Grege

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου