«Πῦρ ἐξ
οὐρανοῦ»
Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
«Κύριε,
θέλεις εἴπωμεν
πῦρ καταβῆναι ἀπὸ οὐρανοῦ καὶ ἀναλῶσαι αὐτούς, ὡς καὶ Ἠλίας ἐποίησε;» (Λουκ. 9,54)
Ἡ Γαλιλαία, ἔχουμε πεῖ, ἦταν ἡ ἀγαπητὴ στὸν Ἰησοῦ ἐπαρχία τῆς Παλαιστίνης. Στὴν ὄχθη τῆς λίμνης Γεννησαρὲτ ἀκούστηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἡ γλυκειὰ φωνὴ τοῦ Κυρίου ποὺ καλοῦσε σὲ μετάνοια. Ἀπὸ τὸ λαό της διάλεξε τοὺς πρώτους μαθητὰς καὶ ἀποστόλους. Τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά της διέσχισε κατ᾽ ἐπανάληψιν κηρύττοντας τὸ εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Τὴν Καπερναούμ, μία ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες πόλεις της, εἶχε κάνει κέντρο τῆς δράσεώς του, «ἰδίαν πόλιν», πόλι του (Ματθ. 9,1). Τὰ νερὰ τῆς λίμνης διέσχισε πολλὲς φορές, πάνω στὰ κύματά της περπάτησε καὶ στὴ φουρτουνιασμένη θάλασσα εἶπε τὸ περίφημο «Σιώπα, πεφίμωσο» (Μάρκ. 4,39). Πόσες εὐεργεσίες χάρηκε αὐτὸ τὸ μέρος! Ὁποιοδήποτε σημεῖο αὐτῆς τῆς γῆς καὶ ἐὰν ἐπισκεφθῇ κανείς, τὸν Ἰησοῦ παντοῦ βλέπει νοερὰ νὰ περπατάῃ, νὰ διδάσκῃ, νὰ εὐλογῇ.
Ἀλλὰ ἔφτασε τώρα ὁ καιρὸς νὰ ἐγκαταλείψῃ ὁ Ἰησοῦς τὴ Γαλιλαία. Ἔπρεπε νὰ πάῃ στὴν πρωτεύουσα, τὴν προφητοκτόνο πόλι, τὰ Ἰεροσόλυμα, γιὰ νὰ προσφέρῃ ἐκεῖ τὴν ὑψίστη, τὴ μοναδικὴ θυσία «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας» (Λειτ. Μ. Βασ., καθαγ.). Ἔπρεπε νὰ πάθῃ καὶ νὰ σταυρωθῇ. Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, γιὰ νὰ ἐκθέσῃ τὸ νέο αὐτὸ γεγονὸς τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου, τὴν ἀναχώρησι ἀπὸ τὴ Γαλιλαία στὴν Ἰουδαία, μεταχειρίζεται λέξι ποὺ ἐκφράζει ζωηρὰ τὴν ἀποφασιστικότητα καὶ σταθερότητα μὲ τὴν ὁποία ἄρχισε τὴν πορεία του πρὸς τὴν Ἰερουσαλήμ. «Ἐστήριξε», λέει, «τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τοῦ πορεύεσθαι εἰς Ἰερουσαλήμ» (Λουκ. 9,51).
Ἡ γραμμὴ ποὺ χαράχθηκε θὰ τηρηθῇ. Τὸ
ταξίδι θὰ γίνῃ. Τὸ ποτήριο τῶν θλίψεων θὰ ἀδειάσῃ μέχρι τὸν πυθμένα. Ὁ σταυρὸς θὰ στηθῇ. Καὶ ἐκεῖ ὁ Ἰησοῦς σὰν σὲ βωμὸ θὰ προσφέρῃ τὴ θυσία του. «Ἐστήριξε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τοῦ πορεύεσθαι
εἰς Ἰερουσαλήμ». Τί ἡρωικὸ φρόνημα ἀπέναντι στὸ θάνατο ἐκφράζει τὸ χωρίο αὐτὸ τοῦ Εὐαγγελίου!
Ὦ Κύριε! Ὅσες φορὲς κ᾽ ἐμεῖς στὴν πορεία τῆς ζωῆς μας
καλούμεθα νὰ ἐκτελέσουμε καθήκοντα ποὺ ἀπαιτοῦν θυσίες καὶ μαρτυρικὸ ἀκόμη
θάνατο, ἐσύ, ποὺ ἐστήριξες τὸ πρόσωπό σου γιὰ νὰ πορευθῇς πρὸς τὴν προφητοκτόνο πόλι, βοήθησε κ᾽ ἐμᾶς, νὰ βαδίζουμε μὲ σταθερότητα ἐκεῖ ὅπου μᾶς καλεῖ τὸ ὑπέρτατο
χρέος.
* * *
Κατὰ τὴν πορεία αὐτὴ πρὸς τὴν Ἰερουσαλὴμ συνέβη καὶ τὸ ἑξῆς ἐπεισόδιο.
Ὁ Κύριος, ὅταν μαζὶ μὲ τὴ
συνοδεία του πλησίασε στὰ βουνὰ τῆς Σαμαρείας, ἔστειλε δύο ἀπὸ τοὺς
μαθητάς του στὴν
πλησιέστερη κωμόπολι τῶν Σαμαρειτῶν, νὰ εἰδοποιήσουν
ὅτι ἔρχεται. Ἀσφαλῶς οἱ κάτοικοι
τῆς κωμοπόλεως αὐτῆς, ὅπως καὶ κάθε ἄλλης κωμοπόλεως καὶ πόλεως τῆς Σαμαρείας, θὰ εἶχαν ἀκούσει
γιὰ τὸν Ἰησοῦ, γιὰ τὴ διδασκαλία καὶ τὰ θαύματά του, καὶ θὰ ἔπρεπε
μὲ χαρὰ νὰ δεχτοῦν τὴν εἴδησι ὅτι ἔρχεται στὸ χωριό τους ὁ Ἰησοῦς. Ὤ ἐὰν ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὴν
κραταιὰ ῾Ρώμη τοὺς προειδοποιοῦσε ὅτι τὴν
κωμόπολί τους θὰ ἐπισκεφθῇ ὁ αὐτοκράτορας,
ποιά προετοιμασία δὲν θὰ ἔκαναν γιὰ τὴν ὑποδοχή του! Μὰ ἐκεῖνος ποὺ θέλησε νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ χωριό
τους εἶνε ἀνώτερος ἀπὸ βασιλεῖς καὶ αὐτοκράτορες, εἶνε ὁ «βασιλεὺς βασιλέων καὶ κύριος κυρίων» (Ἀπ. 19,16), εἶνε ἐκεῖνος στὸν ὁποῖον ὀφείλουν ὅ,τι ἔχουν. Καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν ἀνταξίως. Ἀλλὰ οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως αὐτῆς εἶνε
ψυχικὰ τυφλοὶ καὶ δὲν
μποροῦν νὰ δοῦν ὅτι
κάτω ἀπὸ τὸν ὁδοιπόρο
αὐτόν, ποὺ θὰ τοὺς ἐπισκεπτόταν, κρύβεται ἡ Θεότης. Δὲν ἐκτίμησαν τὴν ἔκτακτη,
τὴ μοναδικὴ εὐκαιρία, ποὺ ποτέ ἄλλοτε δὲν θὰ τοὺς παρουσιαζόταν. Τὸ ἄπειρο σὲ ἀξία
γεγονός, ὅτι ἕνας Θεὸς τοὺς ἐπισκεπτόταν,
τὸ περιφρόνησαν. Καὶ μέσῳ τῶν δύο ἀπεσταλμένων διαμήνυσαν στὸν Ἰησοῦ, ὅτι δὲν θέλουν νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ χωριό τους.
Ὁ Ἰησοῦς ἀνεπιθύμητος!
Τ᾽ ἄκουσαν οἱ ἀδελφοὶ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης καὶ ἐξωργίστηκαν.
Θεώρησαν προσβλητικὴ γιὰ τὸν Κύριο τὴ διαγωγὴ αὐτὴ τῶν Σαμαρειτῶν. Καὶ ἕνα πνεῦμα μίσους καὶ ἐκδικήσεως ἄρχισε νὰ πνέῃ στὴν καρδιά τους. Κατὰ τὴν ἀντίληψί
τους δὲν ἔπρεπε νὰ μείνουν ἀτιμώρητοι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ –ἐὰν ἄξιζε νὰ λέγωνται ἄνθρωποι– οἱ ὁποῖοι δὲν ἀναγνώρισαν
καὶ δὲν τίμησαν τὸν Κύριο. Ἐὰν μποροῦσαν νὰ τοὺς τιμωρήσουν, θὰ τὸ ἔκαναν·
τόση ἦταν ἡ ὀργή τους. Στὴ μνήμη τους ἦρθε μιὰ εἰκόνα
φοβερῆς τιμωρίας ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε δὲν τίμησαν ἕνα προφήτη τοῦ Θεοῦ· θυμήθηκαν τοὺς δύο ἐκείνους ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἀχαάβ,
οἱ ὁποῖοι μὲ τοὺς στρατιῶτες τους εἶχαν σταλῆ νὰ καταδιώξουν καὶ νὰ συλλάβουν τὸν προφήτη Ἠλία. Αὐτοί, μόλις πλησίασαν στὸ μέρος ὅπου ἔμενε ὁ ἐρημίτης, ἀλληλοδιαδόχως βρῆκαν οἰκτρὸ θάνατο. Μὲ προσευχὴ τοῦ προφήτου
κατέβηκε ἀπ᾽ τὸν οὐρανὸ φωτιά, ἔπεσε πάνω τους καὶ τοὺς κατέκαυσε (βλ. Δ ́ Βασ. κεφ. 1ο). Τὸ τιμωρητικὸ αὐτὸ γεγονὸς θυμήθηκαν οἱ δύο μαθηταὶ καὶ ἔκαναν
τὸ συλλογισμό· Ἐὰν ἐκεῖνοι οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ
στρατιῶτες ποὺ δὲν τίμησαν τὸν προφήτη Ἠλία τιμωρήθηκαν τόσο σκληρά, αὐτοὶ ἐδῶ οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως, ποὺ δὲν τίμησαν ὄχι πλέον ἕνα προφήτη ἀλλὰ τὸν Κύριο, ποιά τιμωρία πρέπει νὰ ὑποστοῦν;… Ὁ Ἠλίας παρακάλεσε τὸ Θεὸ γιὰ τὴν τιμωρία τους, καὶ καλὰ ἔκανε.
Γιατί ὁ Ἰησοῦς δὲν θὰ παρακαλέσῃ τὸν οὐράνιο
Πατέρα του νὰ
τιμωρήσῃ παραδειγματικὰ τοὺς ἀσεβεῖς αὐτοὺς
Σαμαρεῖτες; Τὶς σκέψεις τους αὐτὲς οἱ δύο
μαθηταὶ ἐξέφρασαν στὸν Ἰησοῦ·
«Κύριε, θέλεις εἴπωμεν
πῦρ καταβῆναι ἀπὸ οὐρανοῦ καὶ ἀναλῶσαι αὐτούς, ὡς καὶ Ἠλίας ἐποίησε;» (Λουκ. 9,54). Οἱ «υἱοὶ βροντῆς» (Μάρκ. 3,17), ὅπως ὠνομάστηκαν οἱ δύο μαθηταί, θέλουν ν᾽ ἀστράψῃ καὶ νὰ βροντήσῃ ὁ οὐρανός,
νὰ ῥίξῃ φωτιὰ καὶ νὰ κάψῃ τοὺς ἀσεβεῖς.
Ζητοῦν τὴ θεϊκὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου. Θὰ χαροῦν νὰ δοῦν νὰ πυρπολῆται ὁλόκληρο τὸ χωριό, νά ᾽χῃ τὴν τύχη
τῶν Σοδόμων καὶ Γομόρρας.
Καὶ ὁ Κύριος; Εἰσακούει τὴν παράκλησί τους; Ὄχι! Ἀπορρίπτει τὸ αἴτημά
τους. Ἐπιτιμᾷ τοὺς δύο μαθητὰς γιατὶ ἐξέφρασαν
τέτοια ἐπιθυμία καταστροφῆς καὶ τοὺς
λέει· «Οὐκ οἴδατε ποίου πνεύματός ἐστε ὑμεῖς· ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε ψυχὰς ἀνθρώπων
ἀπολέσαι, ἀλλὰ σῶσαι»
(Λουκ. 9, 55-56).
Τί ὑπέροχα λόγα, ποὺ μόνο τὸ στόμα τοῦ Θεανθρώπου μποροῦσε νά πῇ σὲ ἐποχὴ ποὺ ἔβραζαν
τὰ φυλετικὰ πάθη καὶ ἡ ἐκδίκησι
τῶν ἐχθρῶν ἐθεωρεῖτό κάτι νόμιμο! Τὸ νόημα τῶν λόγων τοῦ Κυρίου εἶνε· Ἀγνοεῖτε
ποιό νέο πνεῦμα ἀγάπης καὶ πραότητος ἄρχισε να πνέῃ ἐπάνω στὴ γῆ. Τὸ ὄρος Σινὰ διαφέρει ἀπὸ τὸ ὄρος, ἐπάνω
στὸ ὁποῖο ἐξεφωνήθη
αὐτὴ ἡ λεγομένη Ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία.
Τὸ Καρμήλιο ὄρος, στὰ σπήλαια τοῦ ὁποίου διέμενε ὁ προφήτης Ἠλίας, ποὺ ἐκσφενδονίζει τὴ φωτιὰ τῆς ὀργῆς κατὰ τῶν ἐχθρῶν τοῦ Θεοῦ,
διαφέρει ἀπὸ τὸ Γολγοθᾶ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ὄχι λόγοι μίσους καὶ κατάρας, ἀλλὰ λόγοι ἀγάπης καὶ συγχωρήσεως θὰ ἀκουστοῦν γιὰ ὅλους, καὶ γι᾽ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς σταυρωτάς μου. Ἡ ἀγάπη, τὸ ἔλεος
καὶ ἡ συγχώρησις εἶνε ὁ ὑπερέχων
χαρακτήρας τῆς διδασκαλίας
μου, καὶ αὐτὸ τὸ πνεῦμα πρέπει νὰ κυριαρχήσῃ καὶ στὶς
δικές σας καρδιές, μαθηταί μου.
Ἡ καταστροφὴ ἑνὸς
χωριοῦ ἦταν εὔκολη. Ἡ σωτηρία ὅμως μιᾶς ψυχῆς ἦταν τό δυσκολώτερο ἀπ᾽ ὅλα, καὶ γιὰ τὴ
σωτηρία της ὁ
Κύριος «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ
κατέβη» (Ψαλμ. 17,10). Γιὰ τὸ ἔργο τῆς
σωτηρίας τῶν ψυχῶν χρειάζεται ὑπομονὴ καὶ μακροθυμία. Τό χωριὸ αὐτὸ τῶν Σαμαρειτῶν δὲν δέχτηκε σήμερα τὸν Σωτῆρα. Ἀλλ᾽ ἀποκλείεται νὰ εἶνε καὶ τὸ χωριὸ αὐτὸ μεταξὺ τῶν χωριῶν ἐκείνων
τῆς Σαμαρείας, τὰ ὁποῖα μετὰ τὸν διωγμὸ ἐπὶ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου τὰ ἐπισκέφθηκαν οἱ μαθηταὶ καὶ δέχτηκαν τὸν λόγο τοῦ Κυρίου; (βλ. Πράξ. 8,1,14-15). Ὅ,τι σήμερα ὁ ἁμαρτωλὸς ἀρνεῖται πεισματικά, ἀποκλείεται αὔριο ὑπὸ τὴν ἐπίδρασι ἰσχυρᾶς πνοῆς τῆς θείας χάριτος νὰ τὸ δεχτῇ; Ἀποκλείεται οἱ σημερινοὶ διῶκτες καὶ σφαγεῖς νὰ
μετανοήσουν καὶ νὰ γίνουν οἱ διαπρύσιοι κήρυκες καὶ ἀπόστολοι τῆς θρησκείας τοῦ Ναζωραίου;
Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ
Κύριος ἔδωσε στοὺς μαθητὰς ἕνα ὑπέροχο
μάθημα πραότητος καὶ ἀνεξικακίας, τὸ ὁποῖο εἶχαν ἀπόλυτη ἀνάγκη. Γιατὶ αὔριο θὰ ἔβγαιναν καὶ αὐτοί, μόνοι τους πλέον, χωρὶς τὸν ἀγαπητὸ Διδάσκαλο, νὰ περιοδεύσουν διάφορα χωριὰ καὶ θὰ
συναντοῦσαν ἀντίδρασι φοβερὴ ἐκ μέρους τοῦ κόσμου ποὺ δὲν
πιστεύει στὸ
σωτήριο μήνυμα. Ὄχι ἕνα καὶ δύο, ἀλλὰ πολλὰ χωριὰ καὶ πόλεις θὰ ἔδειχναν
συμπεριφορὰ ἴδια καὶ ἀκόμη χειρότερη ἀπὸ ἐκείνη
ποὺ ἔδειξαν ἀπέναντι στὸν Κύριο οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως τῶν Σαμαρειτῶν. Οἱ εὐεργετικώτεροι
αὐτοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους θὰ ἐκδιώκονταν
ὡς οἱ πιὸ ἐπιβλαβεῖς, θὰ καταδιώκονταν σὰν κακοῦργοι καὶ λῃσταί. Τί ἔπρεπε νά πράξουν ἀπέναντι σὲ τέτοιους ἀνοσίους ἀνθρώπους; Νὰ γονατίσουν καὶ νὰ παρακαλέσουν τὸν Κύριο νὰ τιμωρήσῃ αὐτοστιγμεὶ τοὺς διῶκτες τους, τοὺς περιφρονητὰς καὶ ὑβριστὰς τοῦ ὀνόματός
του; Ὄχι. Εἶχαν γνωρίσει πιὰ τὸ πνεῦμα τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ. Εἶχε ἔλθει σ᾽ αὐτοὺς Πνεῦμα ἅγιο. Γι᾽ αὐτὸ κηρύττοντας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐλέγχοντας
τὴν ἀπιστία καὶ τὴ διαφθορὰ τῶν
καρδιῶν τῶν ἀνθρώπων, φεύγοντας ἀπὸ τὰ χωριὰ καὶ τὶς
πόλεις ἀπὸ ὅπου τοὺς καταδίωκαν, καὶ τινάζοντας τὴ σκόνη ἀπὸ τὰ
παπούτσια τους, θὰ ὕψωναν χέρια ἱκεσίας πρὸς τὸν Κύριο καὶ θὰ
παρακαλοῦσαν καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ποὺ θὰ τοὺς κακοποιοῦσαν καὶ θὰ τοὺς ἐφόνευαν μὲ θάνατο σκληρό. Μὲ τὰ ὅπλα αὐτά, τῆς πραότητος καὶ ἀνεξικακίας, κατώρθωσαν νὰ νικήσουν καὶ νὰ θριαμβεύσουν.
Τὰ πνευματικὰ αὐτὰ ὅπλα ἔχουν ἀνάγκη
καὶ οἱ σημερινοὶ ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου,
οἱ γνήσιοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Κυρίου. Στὴν ἱεραποστολική τους πορεία θὰ συναντήσουν καὶ ἄτομα καὶ οἰκογένειες
καὶ συνοικισμοὺς καὶ χωριά, μικρὰ καὶ
μεγάλα, στὴν ἱστορία τῶν ὁποίων θὰ γραφῇ ἀπὸ χέρι ἀγγέλου, ὅτι τοὺς ἐπισκέφθηκε ὁ ἐργάτης
τοῦ Εὐαγγελίου καὶ «οὐκ ἐδέξαντο
αὐτόν» (Λουκ. 9,53).
Δὲν δέχτηκαν ὄχι αὐτόν, ἀλλ᾽ ἐκεῖνον ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου
ἐρχόταν νὰ κηρύξῃ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Καὶ θὰ συμβαίνῃ καὶ στὸ μέλλον, τὴν ἡμέρα ποὺ οἱ ἄνθρωποι μὲ μεγάλες τιμὲς θὰ ὑποδέχωνται
ἕναν κατώτερο ἐκπρόσωπο κοσμικῆς ἐξουσίας, τὴν ἴδια ἡμέρα κανένας ἀπ᾽ αὐτοὺς νὰ μὴν
προθυμοποιῆται ν᾽ ἀνοίξῃ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του καὶ νὰ φιλοξενήσῃ ἕναν
ταπεινὸ ἐργάτη τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ θ᾽ ἀναγκάζεται
νὰ διανυκτερεύῃ στὰ στασίδια τοῦ ναοῦ τοῦ χωριοῦ!… Ἀλλὰ γιατί
νὰ παραξενευώμαστε; Ἰδιοτελεῖς καὶ συμφεροντολόγοι οἱ ἄνθρωποι, περιποιοῦνται τὸν μέν, γιατὶ ἀπὸ αὐτὸν ἐξαρτῶνται ὑλικὰ συμφέροντα, περιφρονοῦν δὲ τὸν ἄλλο, γιατὶ δὲν προσδοκοῦν ἀπὸ αὐτὸν κάτι
ὑλικό. Δὲν εἶνε εἰς
θέσιν νὰ ἐκτιμήσουν τὸν πολύτιμο μαργαρίτη, τὸν ὁποῖο
φέρνει μαζί του ὁ
κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπως ἀκριβῶς δὲν ἦταν εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσουν
τὴν ἀξία τῆς παρουσίας τοῦ Ἰησοῦ οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως τῶν Σαμαρειτῶν.
Ἀκούσαμε ὅτι ἕνας πλανόδιος βιβλιοπώλης θρησκευτικῶν βιβλίων, ὅταν μπῆκε κάποτε σὲ ἕνα κέντρο ποὺ διασκέδαζαν νέοι, ἔγινε στόχος εἰρωνειῶν καὶ ἐμπαιγμῶν. Κάποιος μάλιστα ἀπὸ τοὺς
νεαροὺς τὸν πλησίασε ἀπὸ πίσω καὶ ἔβαλε
φωτιὰ στὸ πανωφόρι του, ποὺ ἄρχισε νὰ καίγεται μέσα στὰ γέλια τῶν ἄλλων. Ὁ βιβλιοπώλης ἀτάραχος ἔβγαλε τὸ πανωφόρι, τὸ ἔρριξε στὴν αὐλὴ ὅπου κάηκε, ξαναγύρισε καὶ σὰν νὰ μὴν εἶχε συμβῆ τίποτα συνέχισε νὰ μιλάῃ γιὰ τὴν ἀξία τῆς ἁγίας Γραφῆς. Ἡ συμπεριφορά
του κατέπληξε τοὺς
νέους. Μετάνοιωσαν γιὰ τὸν τρόπο ποὺ τοῦ φέρθηκαν, ζήτησαν συγγνώμη, ἀγόρασαν κι αὐτοὶ ἀπὸ μία ἁγία Γραφὴ καὶ τοῦ ὑποσχέθηκαν ὅτι θὰ τὴ
μελετοῦν. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐκφράζοντας
τὸ πνεῦμα τῆς ἀνωτερότητος ποὺ διέκρινε τοὺς ἁγίους ἀποστόλους, λέει· «Λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν, ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι» (Α΄ Κορ.4,12-13).
Ἀλλὰ ὁ ἐργάτης
τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος στὴ σύγχρονη γενεὰ συνεχίζει τὸ ἔργο τῶν
μαθητῶν καὶ ἀποστόλων τοῦ Κυρίου, δὲν πρέπει ν’ ἀπογοητεύεται ἀπὸ τέτοιες ἐκδηλώσεις ἀγενοῦς συμπεριφορᾶς. Αὐτὲς εἶνε τὰ λιγώτερα ποὺ μπορεῖ νὰ περιμένῃ κανεὶς ἀπὸ ἕναν
κόσμο ποὺ ἐσταύρωσε τὸν Χριστὸ καὶ καταδίωξε τοὺς ἀποστόλους καὶ ὅλους
τοὺς γνησίους ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐὰν ἔχῃ «στηρίξει τὸ πρόσωπον» τοῦ βαδίζειν ἀκλινῶς τὴν ὁδὸ τοῦ
Κυρίου, ἂς ἑτοιμαστῇ ν᾽ ἀντιμετωπίσῃ καὶ τὰ
χειρότερα, καὶ αὐτὸν τὸν
μαρτυρικὸ θάνατο, ὁ ὁποῖος θὰ εἶνε καὶ ἡ λαμπρὴ ἐπισφράγισι τῆς ἀποστολικῆς του διακονίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου