Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΡΠΟΥ ΠΑΠΥΛΟΥ ΚΑΙ ΑΓΑΘΟΝΙΚΗΣ - ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ

ΠΡΑΞΕΙΣ  ΚΑΡΠΟΥ  ΠΑΠΥΛΟΥ  ΚΑΙ  ΑΓΑΘΟΝΙΚΗΣ*

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ

      13 Οκτωβρίου και η Εκκλησία τιμά τους ανωτέρω τρεις Αγίους Μάρτυρες που το Μαρτύριο τους παραθέτω σε Νεοελληνική μεταγραφή από Αρχαία Μαρτύρια-γραπτές διηγήσεις των επεισοδίων του Μαρτυρίου, κείμενα αυταπόδεικτα και ad hoc μεγάλης διδαχής, -όχι απ’ τα μεταγενέστερα Συναξάρια. Φέρεται να μαρτύρησαν στα χρόνια του σκληρού διώκτη αυτοκράτορα Δεκίου 248-251 μ. Χ.

      «Όταν ο ανθύπατος ήρθε και έμενε στην Πέργαμο, οδηγήθηκαν μπροστά του οι μακάριοι Μάρτυρες του Χριστού Κάρπος και Παπύλος. Πήρε εκείνος τότε τη διακριτική θέση του Δικαστή και ρώτησε. «Πώς ονομάζεσαι»; Ο μακάριος Κάρπος αποκρίθηκε. «Το πρώτο και εξαίρετο όνομά μου είναι χριστιανός. Αν όμως ζητάς να μάθεις αυτό που με ξέρει ο κόσμος, Κάρπος». Ο ανθύπατος είπε. «Θα ξέρεις ασφαλώς τα αυτοκρατορικά διατάγματα για το σεβασμό που πρέπει να δείχνετε στους θεούς που κυβερνούν τα πάντα. Σας συμβουλεύω λοιπόν να πλησιάσετε και να θυσιάσετε». Ο Κάρπος απάντησε. «Εγώ είμαι χριστιανός και λατρεύω το Χριστό, τον Υιό του Θεού, που κατέβηκε στη γη … και μας έσωσε από την πλάνη του διαβόλου. Σ’ αυτά τα είδωλα δεν πρόκειται να θυσιάσω. Και, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις …

     … Θύμωσε τότε ο ανθύπατος, και είπε με αυστηρό τόνο. «Θυσιάστε στους θεούς και γινόσαστε ανόητοι». Υπομειδίασε ήρεμα ο Κάρπος και απάντησε. «Οι θεοί σας που μήτε τον ουρανό έκαμαν, μήτε και τη γη, ας πάνε στο καλό τους». Ο ανθύπατος επέμεινε. «Πρέπει να θυσιάσεις είναι προσταγή του αυτοκράτορα». Ο Κάρπος αμέσως αποκρίθηκε. «Δε θυσιάζουν ποτέ οι ζωντανοί στους νεκρούς». Ο ανθύπατος είπε. «Νομίζεις πως οι θεοί είναι νεκροί»; Κι ο Κάρπος αποκρίθηκε, θέλεις να σου μιλήσω καθαρά; Οι θεοί σας δεν υπήρξαν ποτέ άνθρωποι, και ούτε έζησαν ποτέ για να πεθάνουν. Για να καταλάβεις καλύτερα πόσο αληθινό είναι αυτό που σου λέω, δεν έχεις παρά να πάψεις να τιμάς τα είδωλα … και θα ιδείς ότι δεν είναι τίποτε … Ενώ ο δικός μας ο Θεός είναι άχρονος και δημιούργησε τους αιώνες, και μένει άφθαρτος κι αιώνιος πάντα … Πρέπει να με πιστέψεις εκπρόσωπε του Υπάτου, ζείτε σε μια πελώρια πλάνη, σε μια όχι τόσο μικρή ματαιότητα».

    Ο ανθύπατος είπε τότε. «Θαρρώ πως σε άφησα και φλυάρησες πολύ. Κι έφτασες μάλιστα να βλαστημάς τους θεούς και τους σεβαστούς αυτοκράτορές μας. Λοιπόν για να μην πεις τίποτε περισσότερο, σε ρωτάω για τελευταία φορά. Θυσιάζεις; Ναι ή όχι»; Κι ο Κάρπος αποκρίθηκε και πάλι. «Μου είναι αδύνατο να θυσιάσω. Ποτέ μου δεν θυσίασα στα είδωλα». Ο ανθύπατος τότε πρόσταξε να τον κρεμάσουν μετέωρο απ’ τα χέρια, και ν’ αρχίσουν να τον ξύνουν-σχίζουν με σιδερένια νύχια. Εκείνος όμως φώναζε κι επαναλάμβανε. «Είμαι χριστιανός». Αλλά επειδή συνέχιζαν να ξύνουν πολλή ώρα, απόκαμε, δεν είχε πια τη δύναμη να φωνάζει.

    Άφησε τότε τον Κάρπο ο ανθύπατος, στράφηκε στον Παπύλο και τον ρώτησε. «Είσαι βουλευτής»; «Όχι είμαι απλός πολίτης απ’ τα Θυάτειρα», απάντησε εκείνος. «Έχεις παιδιά»; συνέχισε ο ανθύπατος. «Έχω και μάλιστα πολλά κατά την πίστη μου», απάντησε ο Παπύλος. Και κάποιος απ’ το πλήθος φώναξε δυνατά και είπε. «Είναι χριστιανός, και εννοεί πνευματικά παιδιά και αδέλφια που αυτοί λένε». «Γιατί μας λες έχεις παιδιά, αφού δεν έχεις», ρωτάει τότε ο ανθύπατος τον Παπύλο. «Έχω σε κάθε πόλη και χωριό παιδιά κι αδέλφια κατά την πίστη και το Θεό μας», απαντάει εκείνος, και ο ανθύπατος αμέσως τον ρωτάει. «Θυσιάζεις, ή τι άλλο έχεις να πεις»; «Απ’ τα νεανικά χρόνια μου υπηρετών τον αληθινό Θεό, ποτέ δεν έκανα στα είδωλα θυσία. Είμαι χριστιανός και τίποτε άλλο δεν έχω να πω καλύτερο από τούτο!» Τον κρέμασαν τότε κι αυτόν απ’ τα χέρια μετέωρο, και τον έξυναν εναλλάξ τρία ζευγάρια βασανιστών. Που, ο γενναίος αθλητής του Χριστού υπέμενε χωρίς να βγάζει άχνα !

     Κι ως είδε ο ανθύπατος την ανυπέρβλητη υπομονή και των δυο, πρόσταξε να τους κάψουν ζωντανούς … Κάρφωσαν, λοιπόν, σ’ ένα ξύλο τον Παπύλο πρώτο, έβαλαν φωτιά, κι εκείνος προσευχήθηκε με ηρεμία, και σε λίγο παρέδωσε το πνεύμα του. Κατόπιν κάρφωσαν στο ξύλο και τον Κάρπο, που άφησε να διαγραφεί ένα ειρηνικό μειδίαμα στα χείλη. Παραξενεύτηκαν όσοι εκεί γύρω έβλεπαν, και τον ρώτησαν γιατί γελάει. «Είδα τη δόξα του Κυρίου μου και γέμισα χαρά», ο μακάριος είπε. Και ως άρχισαν οι φλόγες να τον περιζώνουν, προσευχήθηκε με τούτα τα λόγια. «Ευλογημένος είσαι Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, που καταξιώνεις κι εμένα τον αμαρτωλό να πάρω μέρος στη μερίδα του μαρτυρίου σου», και παρέδωσε το πνεύμα του.

    Εκείνη τη στιγμή κάποια Αγαθονίκη** που στεκόταν εκεί κοντά, και αξιώθηκε να ιδεί τη δόξα του Κυρίου, που έλεγε ότι έβλεπε κι ο Κάρπος, θεώρησε το θαυμαστό αυτό θέαμα ουράνια τιμητική πρόσκληση στην ίδια. Βγάζει, λοιπόν φωνή, κι ακούγεται να λέει. «Αυτό το τραπέζι έχει ετοιμαστεί και για μένα, και πρέπει να σπεύσω γρήγορα στο ένδοξο γεύμα να παρακαθίσω» … Κι αμέσως ετοιμάστηκε με αγαλλίαση και χαρά να καρφωθεί στο ξύλο. Όλοι όσοι την είδαν, κι είχαν δει τους άλλους δυο Μάρτυρες έλεγαν με φοβερό πόνο. «Καταδίκη φοβερή, άδικα όλα αυτά τα διατάγματα». Μα εκείνη ως άρχισαν να την αγγίζουν οι φλόγες, ακούστηκε τρεις φορές δυνατά να ομολογεί και να φωνάζει. «Κύριε, Κύριε, Κύριε βοήθησέ με, κι εγώ κατέφυγα σε Σένα». Έτσι παρέδωσε το πνεύμα της κι αυτή και τελειώθηκε με τους αγίους.

     Αργότερα ήρθαν κρυφά οι χριστιανοί, σήκωσαν τα καρβουνισμένα τους λείψανα, τα τύλιξαν με σεβασμό, και τα διαφύλαξαν για τη δόξα του Χριστού και τον έπαινο των Μαρτύρων. Γιατί σ’ Αυτόν πρέπει η δόξα και η δύναμη, στον Πατέρα και τον Υιό, και το Άγιο Πνεύμα νυν και αεί και στους αιώνες των αιώνων.

Αθανάσιος Κοτταδάκης

*Αρχαία Μαρτύρια «Αίμα στο Κολοσσαίο», εκδόσεις «Τήνος», 1977

**Αυτού του τύπου το Μαρτύριο ονομάζεται «εισπηδητικό», και απαγορεύτηκε από την Εκκλησία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου