Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Προηγιασμένη Λειτουργία Αγίας και Μεγάλης Τετάρτης - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Προηγιασμένη Λειτουργία Αγίας και Μεγάλης Τετάρτης: Ματθαίος 26:6–16

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Η ευαγγελική περικοπή Ματθαίος 26:6–16, που διαβάζεται στην Προηγιασμένη της Αγίας και Μεγάλης Τετάρτης, μας παρουσιάζει δύο διαφορετικές διαθέσεις της καρδιάς: τη μετάνοια που γίνεται σωτηρία και τη φιλαργυρία που καταλήγει σε προδοσία. Η Εκκλησία δεν τη διαβάζει απλώς ως ιστορικό επεισόδιο λίγο πριν το Πάθος, αλλά ως καθρέφτη του εσωτερικού μας ανθρώπου μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα.

Ο Χριστός βρίσκεται «ἐν Βηθανίᾳ ἐν οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ». Η Βηθανία είναι τόπος φιλίας και ανάπαυσης για τον Κύριο, αλλά και τόπος όπου η ανθρώπινη πληγή (ο «λεπρός») συναντά τη θεραπευτική Του παρουσία. Η σωτηρία δεν προσφέρεται σε «καθαρούς» που δεν έχουν ανάγκη, αλλά σε ανθρώπους που παραδέχονται την ανάγκη και την αδυναμία τους. Εκεί εμφανίζεται η γυναίκα με το «ἀλάβαστρον μύρου βαρυτίμου» και το χύνει «ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ». Η πράξη της δεν είναι επίδειξη, αλλά προσφορά μετανοίας: ό,τι πολύτιμο έχει, το μετατρέπει σε δοξολογία. Η μετάνοια δεν είναι ψυχολογική ενοχή, αλλά αλλαγή τρόπου υπάρξεως· γίνεται πράξη που στρέφει τον άνθρωπο από τη φιλαυτία στη θεοκοινωνία.

Οι μαθητές αγανακτούν: «εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη;» Εδώ αποκαλύπτεται μια πειρασμική «λογική» που μπορεί να ντυθεί με φιλανθρωπικό ένδυμα: να μετρά την αγάπη με οικονομικούς όρους. Το επιχείρημα «ἠδύνατο… δοθῆναι πτωχοῖς» ακούγεται ευσεβές, όμως ο Χριστός ξεκαθαρίζει τα πράγματα: πρώτα η λατρεία ως σχέση, και από αυτήν αναβλύζει η αληθινή φιλανθρωπία. Δεν αντιπαρατίθεται η αγάπη προς τους πτωχούς με την τιμή προς τον Χριστό, αλλά αποκαλύπτεται ότι η καρδιά που δεν γνωρίζει να αγαπά τον Θεό, εύκολα χρησιμοποιεί τους πτωχούς ως άλλοθι. Η Εκκλησία μάς παιδαγωγεί να βλέπουμε τον Χριστό ως τον πρωταρχικό «Πτωχό» που δέχθηκε την εκούσια κένωση, και έτσι η φιλανθρωπία γίνεται καρπός ευχαριστιακής ζωής.

Ο Κύριος υπερασπίζεται τη γυναίκα: «ἔργον γὰρ καλὸν ἠργάσατο εἰς ἐμέ». Το «καλόν» εδώ δεν είναι απλώς “ηθικά σωστό”, αλλά ωραίο, φωτεινό, θεάρεστο· είναι έργο που μυρώνει την κτίση με άρωμα Βασιλείας. Και αμέσως δίνει την εσχατολογική διάσταση: «βαλοῦσα γὰρ αὕτη τὸ μύρον τοῦτο ἐπὶ τοῦ σώματός μου, πρὸς τὸ ἐνταφιάσαι με ἐποίησεν». Η γυναίκα —συνειδητά ή ασυνείδητα— γίνεται προφήτισσα του Πάθους. Η αγάπη, όταν είναι ανιδιοτελής, «βλέπει» πιο βαθιά από τον ψυχρό υπολογισμό. Το μύρο γίνεται προμήνυμα της ταφής, όπως αργότερα τα μύρα των μυροφόρων θα γίνουν προμήνυμα Αναστάσεως. Έτσι η Εκκλησία διαβάζει την πράξη της ως λειτουργική: ένα είδος προσφοράς που συνοδεύει τον Χριστό στην εκούσια θυσία Του.

Κατόπιν, η περικοπή μεταβαίνει απότομα στον Ιούδα: «Τότε πορευθεὶς εἷς τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος ᾿Ιούδας ᾿Ισκαριώτης, πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς εἶπε· τί θέλετέ μοι δοῦναι, καὶ ἐγὼ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν;» Η δραματική αντίθεση είναι θεολογικό μάθημα. Από τη μία, η γυναίκα «σκορπά» πολύτιμο μύρο χωρίς παζάρι· από την άλλη, ο Ιούδας παζαρεύει τον Άπειρης αξίας Χριστό για «τριάκοντα ἀργύρια». Η προδοσία δεν εμφανίζεται ξαφνικά· ωριμάζει μέσα σε μικρές συμφωνίες με το πάθος, μέσα στη λογική του κέρδους, στην απώλεια της ευχαριστίας. Γι’ αυτό η Μεγάλη Τετάρτη δεν είναι ημέρα «καταδίκης» ενός προσώπου, αλλά ημέρα εγρήγορσης: να δούμε αν η καρδιά μας αγαπά το «κόστος» περισσότερο από το Πρόσωπο.

Στη λειτουργική συνείδηση της Εκκλησίας, η γυναίκα ταυτίζεται υμνολογικά με την πόρνη που προσφέρει δάκρυα και μύρο, και ο Ιούδας με τη σκοτεινή όψη της μαθητείας χωρίς μετάνοια. Η Μεγάλη Τετάρτη μάς καλεί να σταθούμε ενώπιον του Χριστού όπως η γυναίκα: με συντριβή που γίνεται προσκύνηση, με προσφορά που δεν κρατά «ρέστα», με πίστη που μυρώνει τον Κύριο λίγο πριν το Πάθος Του. Και μας προειδοποιεί ότι η πίστη χωρίς αγάπη γίνεται εύκολα συναλλαγή.

***

Presanctified Liturgy of Holy and Great Wednesday: Matthew 26:6–16

The Gospel passage Matthew 26:6–16, read at the Presanctified Liturgy on Holy and Great Wednesday, presents two different dispositions of the heart: repentance that becomes salvation, and love of money that ends in betrayal. The Church does not read it simply as a historical episode shortly before the Passion, but as a mirror of our inner person during Holy Week.

Christ is in “Bethany, in the house of Simon the leper.” Bethany is a place of friendship and rest for the Lord, but also a place where the human wound (the “leper”) meets His healing presence. Salvation is not offered to “clean” people who have no need, but to those who acknowledge their need and weakness. There, the woman appears with an “alabaster flask of very costly myrrh” and pours it “upon His head.” Her act is not a display, but an offering of repentance: whatever she has that is precious, she turns into doxology. Repentance is not psychological guilt, but a change in one’s mode of existence; it becomes an act that turns the human person from self-love to communion with God.

The disciples are indignant: “To what purpose is this waste?” Here a tempting “logic” is revealed, one that can dress itself in charitable clothing: measuring love in economic terms. The argument “it could have been… given to the poor” sounds pious; yet Christ clarifies the matter: first comes worship as relationship, and from it true philanthropy springs forth. Love for the poor is not set against honor shown to Christ; rather, it is shown that the heart that does not know how to love God easily uses the poor as an alibi. The Church trains us to see Christ as the first “Poor One,” who accepted voluntary self-emptying, and thus philanthropy becomes the fruit of a Eucharistic life.

The Lord defends the woman: “She has done a good work toward Me.” Here “good” does not mean merely “morally correct,” but beautiful, luminous, pleasing to God—an act that anoints creation with the fragrance of the Kingdom. And immediately He gives its eschatological dimension: “For in pouring this myrrh on My body, she did it for My burial.” The woman—consciously or unconsciously—becomes a prophetess of the Passion. Love, when it is selfless, “sees” more deeply than cold calculation. The myrrh becomes a foretaste of burial, just as later the myrrh of the myrrh-bearing women will become a foretaste of the Resurrection. In this way the Church reads her act as liturgical: a kind of offering that accompanies Christ into His voluntary sacrifice.

Then, the passage shifts abruptly to Judas: “Then one of the twelve, called Judas Iscariot, went to the chief priests and said, ‘What will you give me, and I will deliver Him to you?’” The dramatic contrast is a theological lesson. On the one hand, the woman “pours out” precious myrrh without bargaining; on the other, Judas bargains the Christ of infinite worth for “thirty pieces of silver.” Betrayal does not appear suddenly; it ripens through small agreements with passion, through the logic of profit, through the loss of thanksgiving. For this reason, Holy Wednesday is not a day for the “condemnation” of one person, but a day of watchfulness: to see whether our heart loves the “cost” more than the Person.

In the liturgical consciousness of the Church, the woman is identified in hymnography with the sinful woman who offers tears and myrrh, and Judas with the dark side of discipleship without repentance. Holy Wednesday calls us to stand before Christ as the woman did: with compunction that becomes worship, with an offering that keeps no “change” back, with faith that anoints the Lord shortly before His Passion. And it warns us that faith without love easily becomes a transaction.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου