«Ξύπνα, ήλιε μου κι άνοιξη,
πέταγμα της καρδιάς μου
Γέμισε ρόδα και φιλιά κι ανθάκια της ποδιάς μου
Ξύπνα λεβέντη κι εδώ να, προσμένει η λυγερή σου
Καρδιοχτυπά, πουλάκι αητέ, πού είναι η δύναμή σου;
Ξύπνα πετροχελίδονο, πετάρισ’ εδώ πάλι
Άφησε μύρο της αυγής, φιλί στο προσκεφάλι»
Μέρα Μαγιού...
και για την Κατίνα Τούση ,θέλω να πώ...
και τον διαρκή ''Επιτάφιο'' ,αυτού του τόπου.
Στιs 29 Απρίλη του 1936 οι καπνεργάτες της
Θεσσαλονίκης, (στις τάξεις των οποίων βρίσκονταν αμέτρητοι εξαθλιωμένοι
Μικρασιάτες πρόσφυγεs)
κατέβαιναν σε απεργία διαρκείας, με κύριο αίτημα την αύξηση του ημερομισθίου
από τις 75 στις 135 δραχμές(με βάση τη συμφωνία του 1924, γνωστής ως «σύμβασης
Παπαναστασίου» που δεν εφαρμόστηκε ποτέ, λόγω της μεγάλης διαθεσιμότητας εργατικής δύναμης μετά την
προσφυγιά και την ανταλλαγή των πληθυσμών). Το πρωί της 8ης Μαΐου, η Χωροφυλακή της Θεσσαλονίκης εμπόδιζε χιλιάδες διαδηλωτές να κατευθυνθούν προς το Διοικητήριο.
Η υπέρμετρη βία, που άσκησε η Χωροφυλακή, ευαισθητοποίησε και άλλους εργασιακούς κλάδους και το ίδιο βράδυ ξεκίνησαν 24ωρη απεργία οι σιδηροδρομικοί, οι αυτοκινητιστές, οι τροχιοδρομικοί και οι εργαζόμενοι στον ηλεκτρισμό.
Η κυβέρνηση Μεταξά προβαίνει στην επιστράτευση των σιδηροδρομικών και των τροχιοδρομικών (σε επίσκεψη του στη Θεσσαλονίκη στις 7 Μαΐου είχε δώσει την εντολή «τσακίστε τους» σε κοινή σύσκεψη με τον Γενικό Διευθυντή και τον Σωματάρχη του Γ’ Σώματος Στρατού για την καταστολή της απεργίας) .
Οι κεντρικοί δρόμοι της πόλης πλημμύριζουν από διαδηλωτές που κατευθύνονταν και πάλι προς το Διοικητήριο.
Η Χωροφυλακή χάνει γρήγορα τον έλεγχο και αρχίζει να πυροβολεί στο ψαχνό, επιφέροντας το θάνατο 12 διαδηλωτών και πάνω από 280 τραυματίες.
Αναζητώντας τα κορίτσια πέφτει επάνω σε γνωστούς οι οποίοι της λένε: άσε τις κοπέλες και κοίτα αυτόν τον νεκρό.
Είναι όντως ο μονάκριβός της. Αποτρελαμένη, μπαίνει επικεφαλής της πορείας με το σκοτωμένο παιδί της και προχωρά στους ανάστατους δρόμους της πόλης.
Ξαφνικά, αντηχούν πυροβολισμοί.
Οι άντρες αφήνουν κάτω την πόρτα και σπεύδουν να κρυφτούν.
“Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς
καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς,
ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,
πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;”
«Μέρα Μαγιού μου μίσεψες μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη γιε που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω.
Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις,
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης»
Κατευθείαν μέσα από τα ιερα νάματα των δημοτικών τραγουδιών και τα μανιάτικα μοιρολόγια - εκεί που ξομπλιαζουν τις χάρες του νεκρου-που του είναι ιδιαίτερα οικεία-,
ο Ποιητής μας δημιουργεί ένα λογοτεχνικό "Άσμα Ασμάτων".
Κάτω από τον δεκαπεντασύλλαβο στεγάζονται οι ανάσες και οι αναστεναγμοί της φύσης.
Μια χάροκαμένη Μάνα, ο επιτάφιος γιος της, η ολοφυρομενη Φύση, το "άδικο" του βροτου βίου.
Τη δεύτερη μέρα κάνει αιμόπτυση, αλλά παραδίδει στον Ευθύφρονα Ηλιάδη τρία που δημοσιεύονται ακολούθως στον «Ριζοσπάστη» ως «Μοιρολόι».
Δέκα χιλιάδες, όταν ο Σεφέρης τότε πουλούσε με το ζόρι τριάντα αντίτυπα.
Έκτοτε ο «Επιτάφιος» θα παραμείνει στα απαγορευμένα βιβλία που δεν επιτρέπεται να κυκλοφορήσουν μέχρι το 1956( το 1938 μάλιστα, ήταν από αυτά, που έκαιγε ο Μεταξάς, σε δημόσια πυρά) .
Ο Ρίτσος την στέλνει στον Μίκη Θεοδωράκη που είναι στο Παρίσι.
Εκείνος το 1958, μια βροχερή μέρα, περιμένοντας στο τιμόνι ενός αυτοκινήτου τη Μυρτώ του να επιστρέψει από τα ψώνια, μελοποιεί τον Επιτάφιο.
Προς μεγάλη - ομως-ταραχή του ποιητή, που ακούει τα «άγια των αγίων του» σε ταβερνάκια και άλλους χώρους μη συναυλιακούς.
Σύντομα όμως θα παραδεχτεί πως έχει άδικο και πως ο Μίκης έχει δίκιο.
"Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε
θωρείς που κλαίω."
"Πού πέταξε τ' αγόρι μου; πού πήγε;
πού μ' αφήνει;
Χωρίς πουλάκι το κλουβί, χωρίς νεράκι η
κρήνη".
"Σήκω γλυκέ μου αργήσαμε ψηλώνει ο ήλιος,
έλα."
"Να 'χα τ’ αθάνατο νερό ψυχή
καινούργια να `χα, να σου 'δινα να ξύπναγες για μια στιγμή μονάχα".
"Τώρα οι σημαίες σε ντύσανε. Παιδί
μου, εσύ, κοιμήσου και ‘γω τραβάω στ' αδέρφια σου και παίρνω τη φωνή σου."
Ένας Επιτάφιος παντοτινός.





Συγκλονιστικά, ηρωικά, άγνωστα σε μας τους νεότερους γογονότα.
ΑπάντησηΔιαγραφή