Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

Ένας ματωμένος δεκαπεντασύλλαβος

  «Ξύπνα, ήλιε μου κι άνοιξη, πέταγμα της καρδιάς μου
Γέμισε ρόδα και φιλιά κι ανθάκια της ποδιάς μου
 
Ξύπνα λεβέντη κι εδώ να, προσμένει η λυγερή σου
Καρδιοχτυπά, πουλάκι αητέ, πού είναι η δύναμή σου;
 
Ξύπνα πετροχελίδονο, πετάρισ’ εδώ πάλι
Άφησε μύρο της αυγής, φιλί στο προσκεφάλι»
 
Μέρα Μαγιού...
και για την Κατίνα Τούση ,θέλω να πώ...
και τον διαρκή ''Επιτάφιο'' ,αυτού του τόπου.
Στιs  29 Απρίλη του 1936 οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης, (στις τάξεις των οποίων βρίσκονταν αμέτρητοι εξαθλιωμένοι Μικρασιάτες πρόσφυγεs) κατέβαιναν σε απεργία διαρκείας, με κύριο αίτημα την αύξηση του ημερομισθίου από τις 75 στις 135 δραχμές(με βάση τη συμφωνία του 1924, γνωστής ως «σύμβασης Παπαναστασίου» που δεν εφαρμόστηκε ποτέ, λόγω της μεγάλης  διαθεσιμότητας εργατικής δύναμης μετά την προσφυγιά και την ανταλλαγή των πληθυσμών).      


Το πρωί της 8ης Μαΐου, η Χωροφυλακή της Θεσσαλονίκης εμπόδιζε χιλιάδες διαδηλωτές να κατευθυνθούν προς το Διοικητήριο.
Οι διαδηλωτές επέμειναν, ακολούθησαν συγκρούσεις με αποτέλεσμα το τραυματισμό πολλών απεργών.
Η υπέρμετρη βία, που άσκησε η Χωροφυλακή, ευαισθητοποίησε και άλλους εργασιακούς κλάδους και το ίδιο βράδυ ξεκίνησαν 24ωρη απεργία οι σιδηροδρομικοί, οι αυτοκινητιστές, οι τροχιοδρομικοί και οι εργαζόμενοι στον ηλεκτρισμό.
Η κυβέρνηση Μεταξά προβαίνει στην επιστράτευση των σιδηροδρομικών και των τροχιοδρομικών (σε επίσκεψη του στη Θεσσαλονίκη στις 7 Μαΐου  είχε δώσει την εντολή «τσακίστε τους» σε κοινή σύσκεψη με τον Γενικό Διευθυντή και τον Σωματάρχη του Γ’ Σώματος Στρατού για την καταστολή της απεργίας) .
Τα  κυβερνητικά μέτρα δεν πτόησαν όμως τον κόσμο.
Την επομένη, 9 Μαΐου, το απεργιακό μέτωπο διευρύνεται, με τη συμμετοχή των αρτεργατών, των βιομηχανικών εργατών και άλλων κλάδων, ενώ οι καταστηματάρχες κλείνουν τα μαγαζιά τους.
Οι κεντρικοί δρόμοι της πόλης πλημμύριζουν από διαδηλωτές που κατευθύνονταν και πάλι προς το Διοικητήριο.
Η Χωροφυλακή χάνει γρήγορα τον έλεγχο και αρχίζει να πυροβολεί στο ψαχνό, επιφέροντας το θάνατο 12 διαδηλωτών και πάνω από 280 τραυματίες. 
Μια σφαίρα διαπερνα το κρανίο του Τασου Τουση - αυτοκινητιστη από το Ασβεστοχωρι-απ΄ το ένα αυτί στο άλλο.                   Οι καπνεργάτες μαζεύονται γύρω του, σοκαρισμένοι.
Κάποιοι ξήλωνουν μια πόρτα από μαγαζί, βάζουν τον Τάσο επάνω, βάφουν τα μαντήλια τους με το αίμα που τρέχει απ’ τους κροτάφους του, σήκωνουν την πόρτα στους ώμους τους και ανηφόριζουν σε νεκρική πομπή για το Διοικητήριο.              
 Η Κατίνα Τούση, έχοντας τη διαβεβαίωση του γιου της πως θα πάει στην Εξοχή, δεν ανησυχεί για εκείνον.
Όταν η γειτονιά την πληροφορεί πως γίνονται επεισόδια, βγαίνει αλλόφρων να ψάξει κάποιες από τις κόρες της-τη Μαρίκα και τη Ζωή- που δούλευαν σε εργοστάσιο το οποίο δεν απεργούσε.
 Αναζητώντας τα κορίτσια πέφτει επάνω σε γνωστούς οι οποίοι της λένε: άσε τις κοπέλες και κοίτα αυτόν τον νεκρό.
Είναι ο γιος σου.
 
Όλα γκρεμίζονται μέσα της.
Είναι όντως ο μονάκριβός της. Αποτρελαμένη, μπαίνει επικεφαλής της πορείας με το σκοτωμένο παιδί της και προχωρά στους ανάστατους δρόμους της πόλης.
Ξαφνικά, αντηχούν πυροβολισμοί.
Οι άντρες αφήνουν κάτω την πόρτα και σπεύδουν να κρυφτούν.
Η μάνα ακίνητη, ακλόνητη, μοιρολογά.
 
Ο φωτογράφος τραβά την ιστορική φωτογραφία, που την επομένη θα δημοσιευθεί πρωτοσέλιδη στον «Ριζοσπάστη».
Και τοτε η έκρηξη θα συντελεσθεί στο μυαλό του ποιητή:
 
“Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς,
ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,
πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;”
 
«Μέρα Μαγιού μου μίσεψες μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη γιε που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω.
 
Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις,
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης»  
 
Του Ποιητή μας.
Κατευθείαν μέσα  από τα ιερα νάματα των δημοτικών τραγουδιών και τα μανιάτικα μοιρολόγια - εκεί που ξομπλιαζουν τις χάρες του νεκρου-που του είναι ιδιαίτερα  οικεία-, 
ο Ποιητής μας  δημιουργεί ένα λογοτεχνικό "Άσμα Ασμάτων".  
 
Σαν "ετοιμος" από  καιρό, από το πένθος που είχε σταλαχθεί μέσα του – έχει ήδη χάσει τον μεγάλο αδερφό του Μίμη και τη λατρεμένη μητέρα του από φυματίωση-. 
 
Είκοσι επτά χρονών μόλις και γράφει τους αιώνιους στίχους. 
Κάτω από τον δεκαπεντασύλλαβο στεγάζονται οι ανάσες και οι αναστεναγμοί της φύσης.
Μια χάροκαμένη Μάνα, ο επιτάφιος γιος της, η ολοφυρομενη Φύση, το "άδικο" του βροτου βίου.                                              
 
Στροβιλιζομενος στο πάθος της έμπνευσης και του πόνου ο ποιητής κλείνεται στη σοφίτα του κλαίγοντας σαν παιδί και γράφει τα 14 από τα 20 άσματα.
Τη δεύτερη μέρα κάνει αιμόπτυση, αλλά παραδίδει στον Ευθύφρονα Ηλιάδη τρία που δημοσιεύονται ακολούθως στον «Ριζοσπάστη» ως «Μοιρολόι».
 
Ετοιμάζεται η έκδοση υπό τον τίτλο «Επιτάφιος» και γίνεται σε χρόνο ρεκόρ, τόσο που δεν πρόλαβε να προσθέσει τα υπόλοιπα έξι άσματα που εν τω μεταξύ είχε γράψει και σε αντίτυπα ρεκόρ.
Δέκα χιλιάδες, όταν ο Σεφέρης τότε πουλούσε με το ζόρι τριάντα αντίτυπα. 
Έκτοτε ο «Επιτάφιος» θα παραμείνει στα απαγορευμένα βιβλία που δεν επιτρέπεται να κυκλοφορήσουν μέχρι το 1956( το 1938 μάλιστα, ήταν από αυτά, που έκαιγε ο Μεταξάς, σε δημόσια πυρά) .
 
Τότε κυκλοφορεί η δεύτερη έκδοση.
Ο Ρίτσος την στέλνει στον Μίκη Θεοδωράκη που είναι στο Παρίσι.
Εκείνος το 1958, μια βροχερή μέρα, περιμένοντας στο τιμόνι ενός αυτοκινήτου τη Μυρτώ  του να επιστρέψει από τα ψώνια, μελοποιεί τον Επιτάφιο. 
 
Ο Επιτάφιος περνά στα χείλη του κόσμου και τραγουδιέται παντού.
Προς μεγάλη - ομως-ταραχή του ποιητή, που ακούει τα «άγια των αγίων του» σε ταβερνάκια και άλλους χώρους μη συναυλιακούς.
 Σύντομα όμως θα παραδεχτεί πως έχει άδικο και πως ο Μίκης έχει δίκιο.
Με τη μουσική του καταφερνει να βάλει το ποίημα σε όλα τα στόματα και τις καρδιές.
 
 "Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω."
 "Πού πέταξε τ' αγόρι μου; πού πήγε; πού μ' αφήνει;
Χωρίς πουλάκι το κλουβί, χωρίς νεράκι η κρήνη". 
"Σήκω γλυκέ μου αργήσαμε ψηλώνει ο ήλιος, έλα." 
 "Να 'χα τ’ αθάνατο νερό ψυχή καινούργια να `χα, να σου 'δινα να ξύπναγες για μια στιγμή μονάχα".
 "Τώρα οι σημαίες σε ντύσανε. Παιδί μου, εσύ, κοιμήσου και ‘γω τραβάω στ' αδέρφια σου και  παίρνω τη φωνή σου."
 
Και ο αφατος  πόνος της Μάνας, της Κατινα Τούση, τραγουδιέται απ'όλα τα χείλη για να παίρνουν δύναμη.
Γιατί σε τούτα τα χώματα, τους νεκρούς μας, τους κάνουμε τραγούδι.
Ένας Επιτάφιος παντοτινός. 
 
Ο Ματωμένος Μάης του 1936...
-Το 1975 η μία εκ των αδερφών του Τούση, η Μαρία Μπόχαλη Τούση, παρά τα προβλήματα όρασης που αντιμετώπιζε, έγραψε ένα γράμμα στον Ρίτσο, ο οποίος της απάντησε με ιδιαίτερα εξαιρετική συγκίνηση...
 
«Επιτρέψτε μου λοιπόν να σας θεωρώ αδελφή μου, όπως σαν αδελφό μου ένιωσα και τραγούδησα τον ήρωα και μάρτυρα αδελφό σας»                    -                                                                                    
- Χρησιμοποιηθηκαν στοιχεία από eretikos gr.



                                  

1 σχόλιο:

  1. Συγκλονιστικά, ηρωικά, άγνωστα σε μας τους νεότερους γογονότα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή