Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Παύλε, ποιός σε χειροτόνησε; - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Παύλε, ποιός σε χειροτόνησε;

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Ο απόστολος Παύλος κατέχει εξαιρετική θέση μέσα στο σώμα της Εκκλησίας. Δεν ανήκει ούτε στον κύκλο των Δώδεκα ούτε στον ευρύτερο κύκλο των Εβδομήκοντα, όμως η αποστολική του αξία είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκκλησιαστική συνείδηση τον τοποθετεί μαζί με τον απόστολο Πέτρο ως μία από τις δύο κορυφαίες μορφές της αποστολικής εποχής. Η ιδιοτυπία της περιπτώσεώς του έγκειται στο ότι η κλήση του στο αποστολικό αξίωμα δεν προήλθε από ανθρώπινη εκλογή ή από απλή εκκλησιαστική ανάθεση, αλλά από τον ίδιο τον αναστάντα Χριστό στον δρόμο προς τη Δαμασκό. Για τον λόγο αυτόν, η περίπτωση του Παύλου απαιτεί να γίνει μία ουσιώδης διάκριση: άλλο είναι η άμεση θεία κλήση στο αποστολικό αξίωμα και άλλο η εκκλησιαστική χειροτονία ή αποστολή, διά της οποίας ο κληθείς εντάσσεται φανερά στην ιεραρχική και λειτουργική ζωή της Εκκλησίας και λαμβάνει την εξουσία να ενεργεί δημοσίως στο όνομά της.

Η αρχή της αποστολικής πορείας του Παύλου βρίσκεται στη φανέρωση του Χριστού προς αυτόν έξω από τη Δαμασκό. Εκεί ο μέχρι τότε διώκτης της Εκκλησίας καλείται προσωπικά από τον Κύριο και εκλέγεται για ιδιαίτερη αποστολή (το κήρυγμα του Ευαγγελίου στα Έθνη). Η κλήση αυτή είναι άμεση, προσωπική και υπερβατική· δεν μεσολαβεί άνθρωπος ως πηγή της εκλογής του. Ωστόσο, η θεία αυτή εκλογή δεν αφήνει τον Παύλο έξω από την εκκλησιαστική τάξη. Αντιθέτως, αμέσως μετά τη θεία κλήση ακολουθεί η είσοδός του στην ζωή και την κοινότητα της Εκκλησίας διά του Ανανία, ο οποίος αποστέλλεται προς αυτόν με εντολή του Κυρίου.

Οι Πράξεις παρουσιάζουν τον Ανανία ως το πρόσωπο εκείνο που επιθέτει τας χείρας στον Παύλο, αποκαθιστά την όρασή του και γίνεται όργανο της πληρώσεώς του με το Άγιο Πνεύμα. Το γεγονός αυτό δεν είναι δευτερεύον. Δεν έχουμε μόνο θεραπεία της σωματικής τυφλώσεως, αλλά και εκκλησιαστική πράξη που συνδέεται με τη μετάδοση της χάριτος. Σύμφωνα μάλιστα με την παράδοση της Εκκλησίας, ο Ανανίας δεν ήταν ένα τυχαίο μέλος της κοινότητας της Δαμασκού, αλλά συγκαταλέγεται μεταξύ των Εβδομήκοντα Αποστόλων και θεωρείται πρώτος επίσκοπος ή επικεφαλής της Εκκλησίας της Δαμασκού. Αν λάβουμε υπόψη αυτή την παράδοση, τότε οι πράξεις του αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη εκκλησιολογική σημασία: ο μελλοντικός μέγας Απόστολος των εθνών δεν βαπτίζεται και δεν λαμβάνει την επίθεση των χειρών (Χρίσμα) έξω από την αποστολική διαδοχή της Εκκλησίας, αλλά μέσα σε αυτήν. Έτσι, εκείνος που κλήθηκε άμεσα από τον Χριστό, εισάγεται ταυτοχρόνως στην εκκλησιαστική ζωή μέσω ενός ανδρός που η παράδοση συνδέει με τον αποστολικό κύκλο και με την προεδρία της τοπικής Εκκλησίας.

Εδώ πρέπει να τονισθεί ότι στις Πράξεις δεν εμφανίζονται όλοι οι πιστοί να έχουν την εξουσία να μεταδίδουν το Άγιο Πνεύμα διά της επιθέσεως των χειρών ή να εγκαθιστούν λειτουργούς στις τοπικές Εκκλησίες. Αντιθέτως, τέτοιες πράξεις συνδέονται με συγκεκριμένα πρόσωπα που φέρουν ιδιαίτερο χάρισμα και εκκλησιαστική εξουσία. Για τον λόγο αυτόν, η παρουσία του Ανανία στην ιστορία του Παύλου δεν πρέπει να θεωρηθεί μία απλή πρακτική λεπτομέρεια, αλλά μία φανερή μαρτυρία ότι ακόμη και ο άμεσα κληθείς από τον Χριστό Απόστολος δεν παρακάμπτει την εκκλησιαστική ιεραρχία. Όπως ο Παύλος έλαβε το βάπτισμα και την πλήρωση του Αγίου Πνεύματος διά της διακονίας του Ανανία, έτσι και η μετέπειτα πορεία του φανερώνει ότι η άμεση θεία κλήση δεν καταργεί, αλλά προϋποθέτει και ζητεί την εκκλησιαστική επικύρωση και αποστολή.

Μετά τη μεταστροφή του, ο Παύλος κηρύττει, συναναστρέφεται τους πιστούς, διδάσκει και αναλαμβάνει εκκλησιαστικές αποστολές, όπως η μεταφορά βοηθείας στα Ιεροσόλυμα. Όμως μέχρι το δέκατο τρίτο κεφάλαιο των Πράξεων δεν υπάρχει σαφής μνεία ότι χειροτονεί πρεσβυτέρους ή ότι ασκεί ακόμη το πλήρες έργο της αποστολικής ιδρύσεως Εκκλησιών. Το στοιχείο αυτό είναι ουσιώδες, διότι μας επιτρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στην πρώτη περίοδο της κλήσεως και μαθητείας του και σε ένα επόμενο στάδιο, κατά το οποίο η Εκκλησία τον αποστέλλει σε συγκεκριμένο αποστολικό έργο με επίθεση των χειρών.

Το αποφασιστικό χωρίο είναι το Πράξεις 13:1-3. Εκεί αναφέρεται ότι στην Αντιόχεια υπήρχαν «προφῆται καὶ διδάσκαλοι», μεταξύ των οποίων ο Βαρνάβας και ο Σαύλος. Ενώ αυτοί λειτουργούσαν στον Κύριο και νήστευαν, «εἶπε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· ἀφορίσατε δή μοι τὸν Βαρνάβαν καὶ τὸν Σαῦλον εἰς τὸ ἔργον ὃ προσκέκλημαι αὐτούς». Κατόπιν, αφού νήστευσαν και προσευχήθηκαν, επέθηκαν επ’ αυτούς τας χείρας και τους απέλυσαν. Το κείμενο είναι εξαιρετικά ακριβές. Το Άγιο Πνεύμα δεν λέγει ότι τότε για πρώτη φορά τους καλεί, αλλά ότι τους ξεχωρίζει «εἰς τὸ ἔργον ὃ προσκέκλημαι αὐτούς». Άρα η κλήση προϋπάρχει· όμως τώρα λαμβάνει χώρα μία νέα εκκλησιαστική πράξη, διά της οποίας η προϋπάρχουσα θεία κλήση γίνεται νέα δημόσια αποστολή μέσα στο σώμα της Εκκλησίας.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το χωρίο αυτό, του αποδίδει ιδιαίτερο βάρος. Στην ομιλία του στις Πράξεις σημειώνει για το «ἀφορίσατε δή μοι τὸν Βαρνάβαν καὶ τὸν Σαῦλον»: «Τί ἐστιν, Ἀφορίσατέ μοι; Εἰς τὸ ἔργον, εἰς τὴν ἀποστολήν». Και αμέσως προσθέτει: «Ὁρᾷς πάλιν ὑφ’ οἵων χειροτονείται; … μᾶλλον δὲ ὑπὸ τοῦ Πνεύματος». Ακόμη σαφέστερα, ο Χρυσόστομος λέγει: «Χειροτονεῖται τοίνυν ἐντεῦθεν εἰς ἀποστολήν, ἵνα μετ’ ἐξουσίας κηρύττῃ». Η φράση αυτή έχει κεντρική σημασία. Ο ιερός Πατήρ δεν βλέπει εδώ απλώς μία ευχή για ταξίδι ή μία γενική ευλογία για ιεραποστολική δράση, αλλά χειροτονία «εἰς ἀποστολήν», δηλαδή είσοδο του Παύλου σε νέο βαθμό διακονίας, με σαφή αναφορά στην (αποστολική) εξουσία του κηρύγματος.

Στο ίδιο πνεύμα, ο Χρυσόστομος εξηγεί και το πώς αυτή η χειροτονία δεν αναιρεί τον λόγο του Παύλου ότι είναι Απόστολος «οὐκ ἀπ’ ἀνθρώπων οὐδὲ δι’ ἀνθρώπου». Κατά τον Χρυσόστομο, αυτό σημαίνει ότι δεν ήταν άνθρωπος εκείνος που τον κάλεσε ή τον έκανε απόστολο· η πηγή της κλήσεως και της αποστολής του είναι το ίδιο το Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό και αμέσως μετά οι Πράξεις αναφέρουν: «Οὗτοι μὲν οὖν ἐκπεμφθέντες ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου…». Επομένως, η επίθεση των χειρών στην Αντιόχεια δεν είναι ανθρώπινη αντικατάσταση της θείας εκλογής, αλλά ο εκκλησιαστικός τρόπος με τον οποίο η θεία εκλογή φανερώνεται, επικυρώνεται και ενεργοποιείται για συγκεκριμένο έργο.

Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να προχωρήσουμε σε μία αναγκαία διάκριση. Η κλήση του Παύλου στο αποστολικό αξίωμα προέρχεται από τον ίδιο τον Χριστό. Η πρώτη ένταξή του στην εκκλησιαστική ζωή πραγματοποιείται διά του βαπτίσματος και της επιθέσεως των χειρών από τον Ανανία, τον οποίο η παράδοση της Εκκλησίας τιμά ως έναν εκ των Εβδομήκοντα και ως επικεφαλής της Εκκλησίας της Δαμασκού. Και τέλος, στο Πράξεις 13, η Εκκλησία της Αντιοχείας, υπακούοντας στο Άγιο Πνεύμα, προβαίνει σε χειροτονία και αποστολή του Παύλου και του Βαρνάβα εις το έργο στο οποίο είχαν ήδη κληθεί από τον Θεό.

Το αν η πράξη αυτή πρέπει να νοηθεί ως απλή ευλογία ή ως μετάδοση νέου χαρίσματος και εξουσίας, απαντάται σε σημαντικό βαθμό από την ίδια τη συνέχεια των Πράξεων. Στο Πράξεις 14:23 διαβάζουμε για τον Παύλο και τον Βαρνάβα: «χειροτονήσαντες δὲ αὐτοῖς πρεσβυτέρους κατ’ ἐκκλησίαν…». Το γεγονός ότι, μετά την επίθεση των χειρών στο κεφάλαιο 13, οι δύο Απόστολοι εμφανίζονται να χειροτονούν πρεσβυτέρους κατά πόλεις, επιβεβαιώνει ότι η προηγηθείσα πράξη δεν ήταν μία απλή ευλογία και επικύρωση, αλλά είσοδος σε πλήρες αποστολικό έργο, το οποίο περιλαμβάνει και τη συγκρότηση των τοπικών Εκκλησιών διά της αναδείξεως πρεσβυτέρων.

Γι’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι στην περίπτωση του Παύλου δεν υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στην άμεση κλήση από τον Χριστό και στην εκκλησιαστική χειροτονία. Αντιθέτως, υπάρχει μία θεολογική ακολουθία και τάξη. Πρώτον, ο Χριστός τον καλεί προσωπικά και τον εκλέγει ως σκεύος εκλογής. Δεύτερον, ο Παύλος βαπτίζεται, θεραπεύεται και πληρούται Πνεύματος Αγίου διά του Ανανία, μέσα στην ορατή κοινωνία της Εκκλησίας. Τρίτον, στην Αντιόχεια, το Άγιο Πνεύμα διατάσσει την καθιέρωση του Βαρνάβα και του Σαύλου εις το έργο στο οποίο τους είχε ήδη καλέσει, και η Εκκλησία επικυρώνει αυτή την εντολή διά νηστείας, προσευχής και επιθέσεως των χειρών. Τέταρτον, μετά από αυτή τη χειροτονία, ο Παύλος ασκεί πλέον εμπράκτως την αποστολική εξουσία, όχι μόνο με το κήρυγμα του Ευαγγελίου αλλά και με τη χειροτονία πρεσβυτέρων.

***

Paul, Who Ordained You?

The Apostle Paul occupies an exceptional place within the body of the Church. He belongs neither to the circle of the Twelve nor to the wider circle of the Seventy; yet his apostolic stature is so great that the consciousness of the Church places him, together with the Apostle Peter, as one of the two foremost figures of the apostolic age. The distinctiveness of his case lies in the fact that his call to the apostolic office did not arise from human election or from a merely ecclesiastical appointment, but from the risen Christ Himself on the road to Damascus. For this reason, Paul’s case requires an essential distinction to be made: one thing is the immediate divine call to the apostolic office, and another is ecclesiastical ordination or mission, through which the one who has been called is visibly incorporated into the hierarchical and liturgical life of the Church and receives authority to act publicly in her name.

The beginning of Paul’s apostolic course is found in Christ’s manifestation to him outside Damascus. There the former persecutor of the Church is personally called by the Lord and chosen for a special mission, namely, the preaching of the Gospel to the Gentiles. This call is immediate, personal, and transcendent; no human being stands as the source of his election. Nevertheless, this divine election does not leave Paul outside ecclesiastical order. On the contrary, immediately after the divine call there follows his entrance into the life and community of the Church through Ananias, who is sent to him by command of the Lord.

Acts presents Ananias as the one who lays hands upon Paul, restores his sight, and becomes the instrument of his being filled with the Holy Spirit. This fact is not secondary. What we have here is not only the healing of physical blindness, but also an ecclesial act connected with the transmission of grace. According to the tradition of the Church, Ananias was not simply an incidental member of the Damascus community, but is numbered among the Seventy Apostles and is regarded as the first bishop or head of the Church of Damascus. If we take this tradition into account, then his actions acquire even greater ecclesiological significance: the future great Apostle of the nations is neither baptized nor does he receive the laying on of hands (Chrismation) outside the apostolic succession of the Church, but within it. Thus, the one who was called directly by Christ is at the same time introduced into ecclesiastical life through a man whom tradition associates with the apostolic circle and with the presidency of the local Church.

It must be emphasized here that in Acts not all believers are presented as having authority to transmit the Holy Spirit through the laying on of hands or to appoint ministers in the local Churches. On the contrary, such acts are connected with particular persons who bear a special gift and ecclesiastical authority. For this reason, the presence of Ananias in Paul’s story should not be regarded as a mere practical detail, but as a clear witness that even the Apostle who was directly called by Christ does not bypass the ecclesiastical hierarchy. Just as Paul received baptism and the fullness of the Holy Spirit through the ministry of Ananias, so too his subsequent course shows that immediate divine calling does not abolish, but rather presupposes and calls for ecclesiastical confirmation and mission.

After his conversion, Paul preaches, associates with the faithful, teaches, and undertakes ecclesiastical missions, such as carrying relief to Jerusalem. Yet until the thirteenth chapter of Acts there is no explicit mention that he ordains presbyters or that he is yet exercising the full work of apostolic church-founding. This point is essential, because it allows us to distinguish between the first period of his calling and discipleship and a later stage, in which the Church sends him forth to a specific apostolic work through the laying on of hands.

The decisive passage is Acts 13:1–3. There it is said that in Antioch there were “prophets and teachers,” among whom were Barnabas and Saul. While they were ministering to the Lord and fasting, “the Holy Spirit said, ‘Set apart for Me Barnabas and Saul for the work to which I have called them.’” Then, after fasting and praying, they laid their hands on them and sent them away. The text is remarkably precise. The Holy Spirit does not say that He is then calling them for the first time, but that He is setting them apart “for the work to which I have called them.” Therefore, the calling already exists; but now a new ecclesiastical act takes place, through which the pre-existing divine calling becomes a new public mission within the body of the Church.

Saint John Chrysostom, interpreting this passage, gives it particular weight. In his homily on Acts, he comments on the phrase, “Set apart for Me Barnabas and Saul,” saying: “What does ‘Set apart for Me’ mean? For the work, for the apostleship.” And he immediately adds: “Do you see again by whom he is ordained? … rather, by the Spirit.” Even more clearly, Chrysostom says: “Thus he is ordained from this point to the apostleship, so that he may preach with authority.” This phrase is of central importance. The holy Father does not see here merely a prayer for a journey or a general blessing for missionary action, but an ordination “unto apostleship,” that is, Paul’s entrance into a new degree of ministry, with explicit reference to the apostolic authority of preaching.

In the same spirit, Chrysostom also explains how this ordination does not nullify Paul’s statement that he is an Apostle “not from men nor through man.” According to Chrysostom, this means that it was not a human being who called him or made him an apostle; the source of his calling and mission is the Holy Spirit Himself. That is why Acts immediately goes on to say: “So, being sent out by the Holy Spirit…” Therefore, the laying on of hands at Antioch is not a human replacement of divine election, but the ecclesiastical manner in which divine election is manifested, confirmed, and activated for a specific work.

On the basis of the above, we may proceed to a necessary distinction. Paul’s call to the apostolic office comes from Christ Himself. His first incorporation into ecclesiastical life takes place through baptism and the laying on of hands by Ananias, whom the tradition of the Church honors as one of the Seventy and as head of the Church of Damascus. Finally, in Acts 13, the Church of Antioch, obeying the Holy Spirit, proceeds to the ordination and mission of Paul and Barnabas for the work to which they had already been called by God.

Whether this act is to be understood as a simple blessing or as the transmission of a new gift and authority is answered to a significant degree by the very continuation of Acts. In Acts 14:23 we read concerning Paul and Barnabas: “and they appointed presbyters for them in every church...” The fact that, after the laying on of hands in chapter 13, the two Apostles appear ordaining presbyters in various cities confirms that the preceding act was not merely a simple blessing and confirmation, but an entrance into full apostolic work, which includes the structuring of the local Churches through the appointment of presbyters.

For this reason, we may say that in Paul’s case there is no contradiction between direct calling by Christ and ecclesiastical ordination. On the contrary, there is a theological sequence and order. First, Christ personally calls him and chooses him as a chosen vessel. Second, Paul is baptized, healed, and filled with the Holy Spirit through Ananias, within the visible communion of the Church. Third, at Antioch, the Holy Spirit commands the setting apart of Barnabas and Saul for the work to which He had already called them, and the Church confirms this command through fasting, prayer, and the laying on of hands. Fourth, after this ordination, Paul now exercises apostolic authority in practice, not only through the preaching of the Gospel but also through the ordination of presbyters.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου