Παύλε, ποιός σε χειροτόνησε;
Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Ο απόστολος Παύλος κατέχει εξαιρετική θέση μέσα
στο σώμα της Εκκλησίας. Δεν ανήκει ούτε στον κύκλο των Δώδεκα ούτε στον
ευρύτερο κύκλο των Εβδομήκοντα, όμως η αποστολική του αξία είναι τόσο μεγάλη,
ώστε η εκκλησιαστική συνείδηση τον τοποθετεί μαζί με τον απόστολο Πέτρο ως μία
από τις δύο κορυφαίες μορφές της αποστολικής εποχής. Η ιδιοτυπία της
περιπτώσεώς του έγκειται στο ότι η κλήση του στο αποστολικό αξίωμα δεν προήλθε
από ανθρώπινη εκλογή ή από απλή εκκλησιαστική ανάθεση, αλλά από τον ίδιο τον
αναστάντα Χριστό στον δρόμο προς τη Δαμασκό. Για τον λόγο αυτόν, η περίπτωση
του Παύλου απαιτεί να γίνει μία ουσιώδης διάκριση: άλλο είναι η άμεση θεία
κλήση στο αποστολικό αξίωμα και άλλο η εκκλησιαστική χειροτονία ή αποστολή, διά
της οποίας ο κληθείς εντάσσεται φανερά στην ιεραρχική και λειτουργική ζωή της
Εκκλησίας και λαμβάνει την εξουσία να ενεργεί δημοσίως στο όνομά της.
Η αρχή της αποστολικής πορείας του Παύλου βρίσκεται στη φανέρωση του Χριστού προς αυτόν έξω από τη Δαμασκό. Εκεί ο μέχρι τότε διώκτης της Εκκλησίας καλείται προσωπικά από τον Κύριο και εκλέγεται για ιδιαίτερη αποστολή (το κήρυγμα του Ευαγγελίου στα Έθνη). Η κλήση αυτή είναι άμεση, προσωπική και υπερβατική· δεν μεσολαβεί άνθρωπος ως πηγή της εκλογής του. Ωστόσο, η θεία αυτή εκλογή δεν αφήνει τον Παύλο έξω από την εκκλησιαστική τάξη. Αντιθέτως, αμέσως μετά τη θεία κλήση ακολουθεί η είσοδός του στην ζωή και την κοινότητα της Εκκλησίας διά του Ανανία, ο οποίος αποστέλλεται προς αυτόν με εντολή του Κυρίου.
Οι Πράξεις παρουσιάζουν τον Ανανία ως το πρόσωπο
εκείνο που επιθέτει τας χείρας στον Παύλο, αποκαθιστά την όρασή του και γίνεται
όργανο της πληρώσεώς του με το Άγιο Πνεύμα. Το γεγονός αυτό δεν είναι
δευτερεύον. Δεν έχουμε μόνο θεραπεία της σωματικής τυφλώσεως, αλλά και
εκκλησιαστική πράξη που συνδέεται με τη μετάδοση της χάριτος. Σύμφωνα μάλιστα
με την παράδοση της Εκκλησίας, ο Ανανίας δεν ήταν ένα τυχαίο μέλος της
κοινότητας της Δαμασκού, αλλά συγκαταλέγεται μεταξύ των Εβδομήκοντα Αποστόλων
και θεωρείται πρώτος επίσκοπος ή επικεφαλής της Εκκλησίας της Δαμασκού. Αν
λάβουμε υπόψη αυτή την παράδοση, τότε οι πράξεις του αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη
εκκλησιολογική σημασία: ο μελλοντικός μέγας Απόστολος των εθνών δεν βαπτίζεται
και δεν λαμβάνει την επίθεση των χειρών (Χρίσμα) έξω από την αποστολική διαδοχή
της Εκκλησίας, αλλά μέσα σε αυτήν. Έτσι, εκείνος που κλήθηκε άμεσα από τον
Χριστό, εισάγεται ταυτοχρόνως στην εκκλησιαστική ζωή μέσω ενός ανδρός που η
παράδοση συνδέει με τον αποστολικό κύκλο και με την προεδρία της τοπικής
Εκκλησίας.
Εδώ πρέπει να τονισθεί ότι στις Πράξεις δεν
εμφανίζονται όλοι οι πιστοί να έχουν την εξουσία να μεταδίδουν το Άγιο Πνεύμα
διά της επιθέσεως των χειρών ή να εγκαθιστούν λειτουργούς στις τοπικές
Εκκλησίες. Αντιθέτως, τέτοιες πράξεις συνδέονται με συγκεκριμένα πρόσωπα που
φέρουν ιδιαίτερο χάρισμα και εκκλησιαστική εξουσία. Για τον λόγο αυτόν, η
παρουσία του Ανανία στην ιστορία του Παύλου δεν πρέπει να θεωρηθεί μία απλή
πρακτική λεπτομέρεια, αλλά μία φανερή μαρτυρία ότι ακόμη και ο άμεσα κληθείς
από τον Χριστό Απόστολος δεν παρακάμπτει την εκκλησιαστική ιεραρχία. Όπως ο
Παύλος έλαβε το βάπτισμα και την πλήρωση του Αγίου Πνεύματος διά της διακονίας
του Ανανία, έτσι και η μετέπειτα πορεία του φανερώνει ότι η άμεση θεία κλήση
δεν καταργεί, αλλά προϋποθέτει και ζητεί την εκκλησιαστική επικύρωση και
αποστολή.
Μετά τη μεταστροφή του, ο Παύλος κηρύττει,
συναναστρέφεται τους πιστούς, διδάσκει και αναλαμβάνει εκκλησιαστικές
αποστολές, όπως η μεταφορά βοηθείας στα Ιεροσόλυμα. Όμως μέχρι το δέκατο τρίτο
κεφάλαιο των Πράξεων δεν υπάρχει σαφής μνεία ότι χειροτονεί πρεσβυτέρους ή ότι
ασκεί ακόμη το πλήρες έργο της αποστολικής ιδρύσεως Εκκλησιών. Το στοιχείο αυτό
είναι ουσιώδες, διότι μας επιτρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στην πρώτη περίοδο
της κλήσεως και μαθητείας του και σε ένα επόμενο στάδιο, κατά το οποίο η Εκκλησία
τον αποστέλλει σε συγκεκριμένο αποστολικό έργο με επίθεση των χειρών.
Το αποφασιστικό χωρίο είναι το Πράξεις 13:1-3.
Εκεί αναφέρεται ότι στην Αντιόχεια υπήρχαν «προφῆται καὶ διδάσκαλοι», μεταξύ
των οποίων ο Βαρνάβας και ο Σαύλος. Ενώ αυτοί λειτουργούσαν στον Κύριο και
νήστευαν, «εἶπε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· ἀφορίσατε δή μοι τὸν Βαρνάβαν καὶ τὸν Σαῦλον
εἰς τὸ ἔργον ὃ προσκέκλημαι αὐτούς». Κατόπιν, αφού νήστευσαν και προσευχήθηκαν,
επέθηκαν επ’ αυτούς τας χείρας και τους απέλυσαν. Το κείμενο είναι εξαιρετικά
ακριβές. Το Άγιο Πνεύμα δεν λέγει ότι τότε για πρώτη φορά τους καλεί, αλλά ότι
τους ξεχωρίζει «εἰς τὸ ἔργον ὃ προσκέκλημαι αὐτούς». Άρα η κλήση προϋπάρχει·
όμως τώρα λαμβάνει χώρα μία νέα εκκλησιαστική πράξη, διά της οποίας η
προϋπάρχουσα θεία κλήση γίνεται νέα δημόσια αποστολή μέσα στο σώμα της
Εκκλησίας.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το
χωρίο αυτό, του αποδίδει ιδιαίτερο βάρος. Στην ομιλία του στις Πράξεις
σημειώνει για το «ἀφορίσατε δή μοι τὸν Βαρνάβαν καὶ τὸν Σαῦλον»: «Τί ἐστιν, Ἀφορίσατέ
μοι; Εἰς τὸ ἔργον, εἰς τὴν ἀποστολήν». Και αμέσως προσθέτει: «Ὁρᾷς πάλιν ὑφ’ οἵων
χειροτονείται; … μᾶλλον δὲ ὑπὸ τοῦ Πνεύματος». Ακόμη σαφέστερα, ο Χρυσόστομος
λέγει: «Χειροτονεῖται τοίνυν ἐντεῦθεν εἰς ἀποστολήν, ἵνα μετ’ ἐξουσίας κηρύττῃ».
Η φράση αυτή έχει κεντρική σημασία. Ο ιερός Πατήρ δεν βλέπει εδώ απλώς μία ευχή
για ταξίδι ή μία γενική ευλογία για ιεραποστολική δράση, αλλά χειροτονία «εἰς ἀποστολήν»,
δηλαδή είσοδο του Παύλου σε νέο βαθμό διακονίας, με σαφή αναφορά στην
(αποστολική) εξουσία του κηρύγματος.
Στο ίδιο πνεύμα, ο Χρυσόστομος εξηγεί και το πώς
αυτή η χειροτονία δεν αναιρεί τον λόγο του Παύλου ότι είναι Απόστολος «οὐκ ἀπ’ ἀνθρώπων
οὐδὲ δι’ ἀνθρώπου». Κατά τον Χρυσόστομο, αυτό σημαίνει ότι δεν ήταν άνθρωπος
εκείνος που τον κάλεσε ή τον έκανε απόστολο· η πηγή της κλήσεως και της
αποστολής του είναι το ίδιο το Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό και αμέσως μετά οι Πράξεις
αναφέρουν: «Οὗτοι μὲν οὖν ἐκπεμφθέντες ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου…». Επομένως,
η επίθεση των χειρών στην Αντιόχεια δεν είναι ανθρώπινη αντικατάσταση της θείας
εκλογής, αλλά ο εκκλησιαστικός τρόπος με τον οποίο η θεία εκλογή φανερώνεται,
επικυρώνεται και ενεργοποιείται για συγκεκριμένο έργο.
Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να προχωρήσουμε σε
μία αναγκαία διάκριση. Η κλήση του Παύλου στο αποστολικό αξίωμα προέρχεται από
τον ίδιο τον Χριστό. Η πρώτη ένταξή του στην εκκλησιαστική ζωή πραγματοποιείται
διά του βαπτίσματος και της επιθέσεως των χειρών από τον Ανανία, τον οποίο η
παράδοση της Εκκλησίας τιμά ως έναν εκ των Εβδομήκοντα και ως επικεφαλής της
Εκκλησίας της Δαμασκού. Και τέλος, στο Πράξεις 13, η Εκκλησία της Αντιοχείας,
υπακούοντας στο Άγιο Πνεύμα, προβαίνει σε χειροτονία και αποστολή του Παύλου
και του Βαρνάβα εις το έργο στο οποίο είχαν ήδη κληθεί από τον Θεό.
Το αν η πράξη αυτή πρέπει να νοηθεί ως απλή
ευλογία ή ως μετάδοση νέου χαρίσματος και εξουσίας, απαντάται σε σημαντικό
βαθμό από την ίδια τη συνέχεια των Πράξεων. Στο Πράξεις 14:23 διαβάζουμε για
τον Παύλο και τον Βαρνάβα: «χειροτονήσαντες δὲ αὐτοῖς πρεσβυτέρους κατ’ ἐκκλησίαν…».
Το γεγονός ότι, μετά την επίθεση των χειρών στο κεφάλαιο 13, οι δύο Απόστολοι
εμφανίζονται να χειροτονούν πρεσβυτέρους κατά πόλεις, επιβεβαιώνει ότι η
προηγηθείσα πράξη δεν ήταν μία απλή ευλογία και επικύρωση, αλλά είσοδος σε
πλήρες αποστολικό έργο, το οποίο περιλαμβάνει και τη συγκρότηση των τοπικών
Εκκλησιών διά της αναδείξεως πρεσβυτέρων.
Γι’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι στην περίπτωση του
Παύλου δεν υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στην άμεση κλήση από τον Χριστό και στην
εκκλησιαστική χειροτονία. Αντιθέτως, υπάρχει μία θεολογική ακολουθία και τάξη.
Πρώτον, ο Χριστός τον καλεί προσωπικά και τον εκλέγει ως σκεύος εκλογής.
Δεύτερον, ο Παύλος βαπτίζεται, θεραπεύεται και πληρούται Πνεύματος Αγίου διά
του Ανανία, μέσα στην ορατή κοινωνία της Εκκλησίας. Τρίτον, στην Αντιόχεια, το
Άγιο Πνεύμα διατάσσει την καθιέρωση του Βαρνάβα και του Σαύλου εις το έργο στο
οποίο τους είχε ήδη καλέσει, και η Εκκλησία επικυρώνει αυτή την εντολή διά
νηστείας, προσευχής και επιθέσεως των χειρών. Τέταρτον, μετά από αυτή τη
χειροτονία, ο Παύλος ασκεί πλέον εμπράκτως την αποστολική εξουσία, όχι μόνο με
το κήρυγμα του Ευαγγελίου αλλά και με τη χειροτονία πρεσβυτέρων.
***
Paul, Who
Ordained You?
The Apostle
Paul occupies an exceptional place within the body of the Church. He belongs
neither to the circle of the Twelve nor to the wider circle of the Seventy; yet
his apostolic stature is so great that the consciousness of the Church places
him, together with the Apostle Peter, as one of the two foremost figures of the
apostolic age. The distinctiveness of his case lies in the fact that his call
to the apostolic office did not arise from human election or from a merely
ecclesiastical appointment, but from the risen Christ Himself on the road to
Damascus. For this reason, Paul’s case requires an essential distinction to be
made: one thing is the immediate divine call to the apostolic office, and
another is ecclesiastical ordination or mission, through which the one who has
been called is visibly incorporated into the hierarchical and liturgical life
of the Church and receives authority to act publicly in her name.
The beginning
of Paul’s apostolic course is found in Christ’s manifestation to him outside
Damascus. There the former persecutor of the Church is personally called by the
Lord and chosen for a special mission, namely, the preaching of the Gospel to
the Gentiles. This call is immediate, personal, and transcendent; no human
being stands as the source of his election. Nevertheless, this divine election
does not leave Paul outside ecclesiastical order. On the contrary, immediately
after the divine call there follows his entrance into the life and community of
the Church through Ananias, who is sent to him by command of the Lord.
Acts presents
Ananias as the one who lays hands upon Paul, restores his sight, and becomes
the instrument of his being filled with the Holy Spirit. This fact is not
secondary. What we have here is not only the healing of physical blindness, but
also an ecclesial act connected with the transmission of grace. According to
the tradition of the Church, Ananias was not simply an incidental member of the
Damascus community, but is numbered among the Seventy Apostles and is regarded
as the first bishop or head of the Church of Damascus. If we take this
tradition into account, then his actions acquire even greater ecclesiological
significance: the future great Apostle of the nations is neither baptized nor
does he receive the laying on of hands (Chrismation) outside the apostolic
succession of the Church, but within it. Thus, the one who was called directly
by Christ is at the same time introduced into ecclesiastical life through a man
whom tradition associates with the apostolic circle and with the presidency of
the local Church.
It must be
emphasized here that in Acts not all believers are presented as having
authority to transmit the Holy Spirit through the laying on of hands or to
appoint ministers in the local Churches. On the contrary, such acts are
connected with particular persons who bear a special gift and ecclesiastical
authority. For this reason, the presence of Ananias in Paul’s story should not
be regarded as a mere practical detail, but as a clear witness that even the
Apostle who was directly called by Christ does not bypass the ecclesiastical
hierarchy. Just as Paul received baptism and the fullness of the Holy Spirit
through the ministry of Ananias, so too his subsequent course shows that
immediate divine calling does not abolish, but rather presupposes and calls for
ecclesiastical confirmation and mission.
After his
conversion, Paul preaches, associates with the faithful, teaches, and
undertakes ecclesiastical missions, such as carrying relief to Jerusalem. Yet
until the thirteenth chapter of Acts there is no explicit mention that he
ordains presbyters or that he is yet exercising the full work of apostolic
church-founding. This point is essential, because it allows us to distinguish
between the first period of his calling and discipleship and a later stage, in
which the Church sends him forth to a specific apostolic work through the
laying on of hands.
The decisive
passage is Acts 13:1–3. There it is said that in Antioch there were “prophets
and teachers,” among whom were Barnabas and Saul. While they were ministering
to the Lord and fasting, “the Holy Spirit said, ‘Set apart for Me Barnabas and
Saul for the work to which I have called them.’” Then, after fasting and
praying, they laid their hands on them and sent them away. The text is
remarkably precise. The Holy Spirit does not say that He is then calling them
for the first time, but that He is setting them apart “for the work to which I
have called them.” Therefore, the calling already exists; but now a new
ecclesiastical act takes place, through which the pre-existing divine calling
becomes a new public mission within the body of the Church.
Saint John
Chrysostom, interpreting this passage, gives it particular weight. In his
homily on Acts, he comments on the phrase, “Set apart for Me Barnabas and
Saul,” saying: “What does ‘Set apart for Me’ mean? For the work, for the
apostleship.” And he immediately adds: “Do you see again by whom he is
ordained? … rather, by the Spirit.” Even more clearly, Chrysostom says: “Thus
he is ordained from this point to the apostleship, so that he may preach with
authority.” This phrase is of central importance. The holy Father does not see
here merely a prayer for a journey or a general blessing for missionary action,
but an ordination “unto apostleship,” that is, Paul’s entrance into a new
degree of ministry, with explicit reference to the apostolic authority of preaching.
In the same
spirit, Chrysostom also explains how this ordination does not nullify Paul’s
statement that he is an Apostle “not from men nor through man.” According to
Chrysostom, this means that it was not a human being who called him or made him
an apostle; the source of his calling and mission is the Holy Spirit Himself.
That is why Acts immediately goes on to say: “So, being sent out by the Holy
Spirit…” Therefore, the laying on of hands at Antioch is not a human
replacement of divine election, but the ecclesiastical manner in which divine
election is manifested, confirmed, and activated for a specific work.
On the basis of
the above, we may proceed to a necessary distinction. Paul’s call to the
apostolic office comes from Christ Himself. His first incorporation into
ecclesiastical life takes place through baptism and the laying on of hands by
Ananias, whom the tradition of the Church honors as one of the Seventy and as
head of the Church of Damascus. Finally, in Acts 13, the Church of Antioch,
obeying the Holy Spirit, proceeds to the ordination and mission of Paul and
Barnabas for the work to which they had already been called by God.
Whether this
act is to be understood as a simple blessing or as the transmission of a new
gift and authority is answered to a significant degree by the very continuation
of Acts. In Acts 14:23 we read concerning Paul and Barnabas: “and they
appointed presbyters for them in every church...” The fact that, after the
laying on of hands in chapter 13, the two Apostles appear ordaining presbyters
in various cities confirms that the preceding act was not merely a simple
blessing and confirmation, but an entrance into full apostolic work, which
includes the structuring of the local Churches through the appointment of
presbyters.
For this
reason, we may say that in Paul’s case there is no contradiction between direct
calling by Christ and ecclesiastical ordination. On the contrary, there is a
theological sequence and order. First, Christ personally calls him and chooses
him as a chosen vessel. Second, Paul is baptized, healed, and filled with the
Holy Spirit through Ananias, within the visible communion of the Church. Third,
at Antioch, the Holy Spirit commands the setting apart of Barnabas and Saul for
the work to which He had already called them, and the Church confirms this
command through fasting, prayer, and the laying on of hands. Fourth, after this
ordination, Paul now exercises apostolic authority in practice, not only
through the preaching of the Gospel but also through the ordination of
presbyters.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου