Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2019

ΓΑΒΡΙΗΛ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ Ιερομόναχος, «ΙΣΙΑ Η ΧΑΡΗ ΙΣΙΑ Η ΠΑΛΗ» - Αθανάσιος Κοτταδάκης


ΓΑΒΡΙΗΛ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ
Ιερομόναχος
1868-1943

«ΙΣΙΑ  Η ΧΑΡΗ  ΙΣΙΑ  Η  ΠΑΛΗ»

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ  ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ

       Η ορθόδοξη διδαχή της σωτηρίας σε τρεις λέξεις:  «Ίσια η χάρη, ίσια η πάλη» ! Από παπά-Γαβριήλ Φραγκούλη, Φίλιππο Δεύτερης Δημοτικού, ένα από τα εφτά παιδιά πάμφτωχης οικογένειας από τη Λευκάδα. Έφτανε ως την Πάτρα και τον Πύργο πεζή με τσάπα και κλαδευτήρι, οικονομούσε τα της ζωής ως γεωργικός, εργάτης και όχι μόνο.  Από τα «μωρά του κόσμου και τα ασθενή», κλητός Λειτουργός της Αγάπης του Θεού ! Έτσι ρίζωσε στην Πάτρα …
       Ακούσματα για την αγιοσύνη του αγαθά, από τους εκ Πατρών, μακαριστό Μητροπολίτη Ύδρας, Σπετσών … Ιερόθεο Τσαντίλη, και αείμνηστο Διευθυντή της «Ανάπλασης» θεολόγο Κωνσταντίνο Κούρκουλα. Δέσμη στοιχείων της ζωής του από τη γνωστή «μέλισσα», τον αιωνόβιο και πολύ π. Ηλία Μαστρογιαννόπουλο. Η επιτομή που ακολουθεί, από το 10ο «Συναξάρι του 20ου Αιώνα»*.
……………………………………………………………
     Η εργασιακή μετακίνηση στο κτήμα Ανδρικόπουλου, άφηνε στο Φίλιππο πιο πολύ χρόνο για αναστροφή με τα αγαπημένα του θρησκευτικά έντυπα και τον εκκλησιασμό στην Παναγία Αλεξιώτισσα  … Εδώ η γνωριμία, οι συζητήσεις, οι συμβουλές του ευλαβούς κι ενάρετου εφημέριου, εδώ το πέρασμα στον π. Ευσέβιο Ματθόπουλο, ιεροκήρυκα τότε και πνευματικό, στενό συνεργάτη Ιερόθεου Μητρόπουλου, λαμπρού Μητροπολίτη Πατρών και Ηλείας, τα μυστικά μονοπάτια που τον πέρασε ο Θεός, και τον έβγαλε ταπεινό εργάτη στον «αγρό του θερισμού» του ... 
Από αυτή την ατραπό έφτασε  κάποια στιγμή καλός λόγος για το πρόσωπό του στις ακοές του Δεσπότη που πάσχιζε να βρει πρόσωπα με πίστη και αρετή, κι αν ήξεραν γραφή κι ανάγνωση, καλό, να επανδρώσει κενές θέσεις ιερέων. Είχε οργανώσει γι αυτό σύστημα ταχύρυθμης εκπαίδευσης στα βασικά ιερατικά χρέη. Ευλάβεια, ήθος ζωής, σταθερή πίστη, οι προτεραιότητες του υποψηφίου …

     Έκπληκτος κάποια μέρα ο Φίλιππος παίρνει μια πρόσκληση να παρουσιαστεί στην Επισκοπή της Πάτρας. «Απίστευτη φάνηκε στο Φίλιππα η πρόσκληση αυτή. Δεν μπορούσε όμως να μη δεχτεί να πάει, ποτέ άλλοτε δεν του είχε γίνει τέτοια τιμή». Σηκώθηκε, πήγε, κι έπεσε από έκπληξη σε έκπληξη, τόσο που προς στιγμήν ίσως του πέρασε από το νου πως κάποιοι αποφάσισαν να του κάνουν πλάκα. Αλλά πάλι, τέτοια δε συνηθίζονται σ’ αυτούς τους χώρους.
     Έτσι ως είπε, ποιος ήταν, και πώς βρέθηκε εκεί, τον παίρνει κάποιος ευγενικά και τον παρουσιάζει στο Δεσπότη. Αυτός πάλι,  να το πει έτσι κανείς, του δίνει τη χαριστική βολή για τα ανεξήγητα, τα απροσδόκητα εντελώς εκείνης της ημέρας. Του ανακοινώνει ότι τον κάλεσε να του προτείνει να τον χειροτονήσει ιερέα. Μπερδεύονταν τα πόδια του από ντροπή, όταν ανέβαινε της Επισκοπής τα σκαλοπάτια, μα αυτό τώρα, η πρόταση του Δεσπότη τον άφησε αποσβολωμένο. «Είχε αποφασίσει να τον χειροτονήσει. Ο Φίλιππας αντιστάθηκε. «Δεν ξέρω ούτε την άλφα, Δεσπότη μου, είπε. Θα φρίξει ο κόσμος με μένα και θα ντροπιαστεί η αγιοσύνη σου». Αλλά ο Δεσπότης ήταν ανένδοτος, και ο Φίλιππας υποχώρησε»-Κ. Κούρκουλας,
Ανέλαβε ο π. Ευσέβιος ιερατικά να τον εκπαιδεύσει. Να τον εισαγάγει με τρόπο απλό στο νόημα και το πνεύμα της μοναχικής ζωής, της ιεροσύνης, τα τελετουργικά χρέη του να εξηγήσει. Κι όταν κρίθηκε στοιχειωδώς έτοιμος, ο Ιερόθεος τον χειροτόνησε Διάκονο ονομάζοντάς τον Γαβριήλ, σε όλη τη ζωή να θυμάται ότι καλείται να γίνει ταπεινός εξάγγελος της αλήθειας του Θεού με το λόγο και το παράδειγμά του. Μετά τον χειροτόνησε Πρεσβύτερο και τον τοποθέτησε  στο παρεκκλήσι της Επισκοπής, τον Άγιο Ιωάννη, 1901 …
     Έτσι ξαφνικά, εντελώς απροσδόκητα, ο χθεσινός γεωργικός εργάτης και κλαδευτής Φίλιππος Φραγκούλης, έγινε ο π. Γαβριήλ, εργάτης του καλού σε ψυχές και κλαδευτής του κακού εαυτού τους. Αυτό αν εκπλήττει εμάς, εκείνον θα τον είχε κερώσει. Πόσες φορές δε θα βασάνισε το μυαλό του, μα  εξήγηση δεν μπορεί να πήρε. «Ανεξερεύνητες οι βουλές του Θεού, κι ανεξιχνίαστες, εντελώς αλλιώτικοι απ’ τους δικούς μας, οι δικοί του δρόμοι. Διαλέγει αυτού του κόσμου τα μωρά τους σοφούς να ντροπιάζει», Όσους δε θέλουν να δουν την Αλήθεια του, να ζήσουν στο φως, στη χαρά της δικής του παρουσίας. Να βλέπουν καθαρά ότι η Αγάπη του είναι απέραντη κι ανερμήνευτη, και μπορεί να ενεργεί αποφασιστικά, δυνατά λυτρωτικά κι από ανθρώπους που το μάτι σου δεν τους πιάνει …
*****   ****   *****
     Από δυο χώρους ο παπά-Γαβριήλ θα αφήσει να εκχυθούν οι ιλαρές ανταύγειες του μικρού καντηλιού του σε ψυχές δεκτικές της θείας Αλήθειας. Από μικρό χωριό, τον Άγιο Ηλία, μεταξύ Πύργου και Αμαλιάδας, κι ύστερα, τα πιο πολλά χρόνια, από τη Μονή Γηροκομείου στην Πάτρα.
      Εφημέριος στο φερώνυμο ναό του προφήτη, στο χωριό Άγιος Ηλίας, πρέπει να τοποθετήθηκε, μετά το θάνατο του Μητροπολίτη Ιερόθεου Μητρόπουλου-1903-ενώ στη Μονή Γηροκομείου, κατά πληροφορία του Πρωτοπρεσβύτερου Ιωάννη Αδαμόπουλου ήρθε το 1916.
      Τα χρόνια των Βαλκανικών πολέμων, λοιπόν, τον βρίσκουν εφημέριο στο χωριό Άγιος Ηλίας. Όπου, ενθουσιασμένος, συνεπαρμένος από την πανελλήνια έξαρση για την επιτελούμενη εθνική αποκατάσταση, έτρεχε στο σιδηροδρομικό σταθμό της Μυρτιάς να αγοράσει εφημερίδα. Και ρουφώντας κυριολεκτικά τις ειδήσεις για τη νικηφόρα προέλαση του στρατού μας στη Μακεδονία και την Ήπειρο ένιωθε να ριγεί το κορμί του από εθνική περηφάνια. Κι όταν διάβασε για τη Βουλγαρική προέλαση προς Θεσσαλονίκη και την απειλή που διέτρεξε η πόλη, άναψε μέσα του και φούντωσε ο Φίλιππος, «Ε, ε… και να ’μουν τώρα εκεί, να λιανίσω μερικούς από δαύτους». Συνειδητοποιώντας όμως παρευθύς το λόγο, ένιωσε ταραχή, δυνατή φωνή να τον ελέγχει. «Ντροπής πράματα, Γαβριήλ ! Τι είναι αυτά που λες, παπάς άνθρωπος ! Το λοιπόν, απ’ εδώ και μπρος, δε θα ξαναδιαβάσεις εφημερίδα» …
     Και τήρησε αυστηρά την απαγόρευση που επέβαλε εις εαυτόν ως Κανόνα. «Τον Αύγουστο του 1939, διαβάζω, τον πέρασα στο Μοναστήρι του Γηροκομείου… Βρισκόμαστε στις παραμονές του πολέμου. Οι λόγοι του Χίτλερ και το όνομά του είχαν κατακλύσει το στερέωμα. Είχαμε αποσπερίσει εκείνο το δειλινό, όταν ο π. Γαβριήλ με κάλεσε στο κελί του… «Αυτός ο Χίντλερ, με ποιους είναι, παιδάκι μου; Με τους Εγγλέζους;», με ρώτησε. «Όχι, Γέροντα, με τους Γερμανούς», του απάντησα. «Ο Θεός να τον φωτίσει κι αυτόν», είπε κι αναστέναξε. «Γιατί παππούλη, δεν τα ξέρετε αυτά; Πώς, δε γνωρίζετε, ότι ο Χίτλερ είναι Γερμανός; Δε διαβάζετε εφημερίδα;», τον ρώτησα. «Χμ… Είμαι τιμωρημένος», μου απάντησε γελαστά. Πήρε ένα βαθύ αναστεναγμό και μου διηγήθηκε την αιτία της τιμωρίας του… Τελειώνοντας, ένας κόμπος έπνιξε τη φωνή στο λαιμό του. «Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί δια παντός», ψιθύρισε. Τα μάτια του βούρκωσαν και βιάστηκε να τελειώσει. «Από τότε έβαλα ποινή, Κανόνα στον εαυτό μου να μην ξαναδιαβάσω ποτέ εφημερίδα. Και ούτε που την ξανάπιασα στα χέρια μου… Από τότε κάνω την ποινή μου»-Κ. Κούρκουλας
     Ταπεινός, εργατικός, δραστήριος, ο πάτερ Γαβριήλ φροντίζει για όλα και για όλους στο χωριό. Προσέχει τη μικρή εκκλησιά, την περιποιείται μέσα κι έξω με τα ίδια του τα χέρια. Στη γύρω μεγάλη έκταση φυτεύει πενήντα ρίζες ελιές, και τις φροντίζει μέχρι να ξεπεταχτούν σαν μικρά παιδιά. Δεν κουραζόταν, λέγεται,  να κουβαλάει νερό από ένα τέταρτο μακριά να τις ποτίσει, ώσπου να κινηθεί να τραβηχτεί γραμμή νερού απ’ τους σωλήνες που ύδρευαν το Κατάκολο, και να κατασκευάσει στη βορειοδυτική πλευρά του ναού όμορφη μικρή κρήνη. Αργότερα παρακίνησε τους κατοίκους, κι εργάστηκε και ο ίδιος χειρωνακτικά να κατασκευαστεί στο χωριό μικρό υδραγωγείο. Το ίδιο ενδιαφέρον, ζήλο, και όχι λιγότερη φιλοπονία έδειξε για την κατασκευή του μικρού κτίσματος του Δημοτικού Σχολείου του χωριού στα 1913.
     Η καμπάνα της Εκκλησίας χτυπούσε στην ώρα πάντα όρθρο κι εσπερινό. Ο γλυκός ήχος της μηνούσε με αρχή Θεού και τέλος την ημέρα. Τελούσε ανελλιπώς με την ευλάβεια που του είχε εμπνεύσει ο π. Ευσέβιος όλες τις Ακολουθίες. Οι χωρικοί με τις γυναίκες πρώτες, όπως συμβαίνει παντού, έσπευδαν Κυριακή και σχόλη να προσευχηθούν, ν’ αγιαστούν, ν’ ακροαστούν τα λόγια του απλοϊκού παπά. Ποιος ξέρει τι χάρη κατέβαζε ο Θεός στην ψυχή τους  και από τις ίσως αφελείς σκέψεις που ξεπηδούσαν από την ευλαβική καρδιά του. «Για κείνο τον άγιο άνθρωπο, τον παπά που είχαμε τότε θέτε να σας ειπώ;», άρχισε μια γερόντισσα, σαν ρωτήθηκε πριν κάμποσα χρόνια. Και είναι διακριβωμένο ότι ανάλογη ήταν η αίσθηση όλων των χωρικών του Αγίου Ηλία. «Παράξενος παπάς, καλός άνθρωπος», θα συμπληρώσει ένας γεροντάκος. «Τις Μεγάλες Γιορτές θα να πάμε ούλοι και θα να κοινωνήσουμε». Ο παππούλης δε λειτουργούσε μόνο, άνοιγε την καρδιά και τους έδινε ορμήνιες για τη μετάνοια, την ομόνοια, την αγάπη. που χρωστούσαν να έχουν αναμεταξύ τους. Να εκκλησιάζονται τακτικά, να φωτίζονται με φως Χριστού, να κοινωνούν, να τιμούν την Ορθοδοξία.
     Τις άλλες ώρες στο καφενεδάκι, τη μικρή τοπική Βουλή, ο παπάς ήταν εκεί, κοντά κι ανάμεσά τους. Άκουγε, στοχαζόταν, έλεγε κι αυτός κάτι, πάντα να ωφελήσει, να βοηθήσει να γαληνέψουν οι ψυχές, να ειρηνέψουν, να καταλαγιάσουν πνεύματα που έπαιρναν φωτιά απ’ τα πολιτικά πάθη. Και να μην επιβαρύνει κανέναν για τον επιούσιο της ημέρας. Τα χρόνια εκείνα οι ιερείς δεν πληρώνονταν από το κράτος, συντηρούνταν από προσφορές πιστών και τα λεγόμενα τυχερά. Αλλά στο μικρό χωριό αυτά τι μπορούσαν να είναι. Όμως από μικρός Φίλιππος ήταν ζυμωμένος με τη φτώχεια, και τώρα πάτερ Γαβριήλ το είχε βάλει μέσα του καλά, το ράσο το ντύθηκε να σταυρωθεί, όπως ο Χριστός για τους άλλους, όχι να το εμπορευτεί, ή να γίνει σταυρωτής τους !
     Η αφιλοκέρδεια και η αφιλοχρηματία δεν κρύβονται, ιδιαίτερα σε μικρά μέρη, όπως και οι αντίποδες αυτών, η παραδοπιστία, το κυνήγι πλουτισμού. Ο λαός έχει μεγάλη ευαισθησία εδώ, κεραίες που κάνουν εκπληκτικές λήψεις. Οι ενορίτες και όλοι στο χωριό δεν άργησαν να καταλάβουν, ο παπάς δεν είχε την παραμικρή σχέση με το χρήμα. Κι έπιασαν και τον φίλευαν με το παραπάνω, κι αυτοί που είχαν εισοδήματα λίγα και μετρημένα. «Για μνημόσυνο κράτα τα, έλεγαν κι επέμεναν, να συγχωρεθούν τα πεθαμένα των δικών μας». Μη μας διαφεύγει, η ιστορία αυτή εξελίσσεται αρχές εικοστού αιώνα σε κάποιο απ’ τα μικρά χωριά της χώρας, και ποια είναι η τότε οικονομική κατάστασή τους. Κι αυτός όμως, παπάς, πατέρας αληθινός, τα κρατούσε και με την αύριο, αθόρυβα, διακριτικά, σε κατάλληλη ώρα τα μοίραζε όπου ήταν ανάγκη. «Δεν είναι δικά μου, άλλοι μου τα έφεραν, και είναι για σας προσφορές  δικές τους», έλεγε με τη σειρά του. Ενορία μικρή, κοινωνία αδελφική, αυτό είναι Εκκλησία !
     Με όλα αυτά ο πάτερ Γαβριήλ δεν άργησε να γίνει το πρώτο πρόσωπο του χωριού, ο αληθινός ποιμένας του μικρού ποιμνίου. Αυτός ο αγράμματος πριν λίγο γεωργικός εργάτης. Η αγάπη δε μετριέται με τα γράμματα που γνωρίζει κάποιος, ούτε έχει μεγάλη  αξία να κατατίθεται σε χαρτί με πομπώδεις εκφράσεις, αλλά να φανερώνεται ως τρόπος ζωής, ως το όλο της Εκκλησίας. «Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον». Καιρός πια κάτι ν’ αλλάξει, να αναλογιστούμε πόσο έχει αλλοτριώσει το χριστιανικό ήθος η αντιστροφή των πραγμάτων, αυτό το καταχώνιασμα της μείζονος και από την  πίστη και την ελπίδα αγάπης που έχουν προκαλέσει οι βυζαντινές γραφικότητες, η όχι δυσδιάκριτη παραλλαγή του, «μη άψη, μηδέ γεύση, μηδέ θίγη» ! Αυτός ο απλοϊκός παπάς δείχνει ότι το προέχον είναι η αγάπη, αυτή είναι ο απαραίτητος καρπός του τελετουργικού και της ευλαβείας. Αυτήν ανέβασε στο χωριό σε πρώτη θέση, αυτή έκανε να τον σέβονται, να τον τιμούν, ο λόγος του πέραση να ‘χει σε δύσκολες, και ίσως όχι τόσο σχετικές με το Λειτούργημα υποθέσεις … που τις αντιμετώπιζε θαρρετά με οδηγό τον Αποστολικό λόγο. «Ου γαρ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας»!
*****  ***  *****
     Στον Άγιο Ηλία ο π. Γαβριήλ είχε και μια ιδιότυπη περιπέτεια, δυσάρεστη, αλλά καλή για τον ίδιο και την αποστολή του,  το αντίθετο για πολλούς τε και άλλους. Από κοινού με άλλους δυο αγόρασαν ένα κτήμα. Να μην ξεχνά την παλιά τέχνη, το φύτεψε ελιές και κλήματα, και μαθημένος σε δουλειά και κόπο,  αυτός μόνος ουσιαστικά το φρόντιζε, το περιποιόταν, χωρίς να διεκδικεί τίποτα παραπάνω στα έσοδα από τους άλλους δυο. Η συμφωνία ήταν να παίρνει καθένας τους μερίδιο ίσο, κι όποιος πεθαίνει πρώτος, το μερίδιο του να γυρίζει στους άλλους δύο.
      Όσο ήταν οι τρεις μαζί, ήταν φανερό πως οι άλλοι δυο με τον τρόπο τους τον αδικούσαν. Το έβλεπε, μα δεν έλεγε κάτι. Έπαιρνε όσα γεννήματα συμφωνούσαν πως του αναλογούν και παρευθύς τα έκανε έλεος αγάπης σε όσους ήξερε πως είναι σε ανάγκη … ή δίνοντας δανεικά χωρίς τόκο, κάποτε και χωρίς επιστροφή. Έκανε έτσι κι από δικά του «μνημόσυνο» αγάπης, όχι μόνο από τις προσφορές των ενοριτών του. Και, καθώς είδαν οι χωρικοί, πως ο παπάς δίνει γι αυτούς και την ψυχή του, αύξησαν τις προσφορές αγάπης τους με το παραπάνω. Κι έγινε η ενορία και κοινότητα του ΆηΛια κοινωνία αγάπης από παπά στα γράμματα μόλις πάνω από την άλφα-βήτα !

     Αυτής της ιστορίας η συνέχεια δε βγήκε σε καλό για τους άλλους δυο, μαθημένους στην «τέχνη» της αδικίας. Και ιδού. Συνέβη να πεθάνει ο ένας απ’ αυτούς, και ως είχε συμφωνηθεί, θα μοιράζονταν τα εισοδήματα αυτός που απόμεινε με τον παπά μας … ο οποίος στο μεταξύ είχε γυρίσει στην Πάτρα, στη Μονή Γηροκομείου … Ο  άλλος όμως δεν είναι μόνο ότι συνέχισε να τον αδικεί στη μοιρασιά, μα έφτασε να πουλήσει εν αγνοία του το κτήμα. Παραπείστηκε από τους αδερφούς του σ’ αυτό, με την υπόσχεση ότι τα χρήματα που θα εισπραχθούν, θα κρατηθούν για τα γηρατειά του, Επειδή όμως «εν αμίλλαις πονηραίς, «νικητής» ο πονηρότερος», οι αδερφοί ιδιοποιήθηκαν τα χρήματα, τα σκόρπισαν, «Κύριος οίδε» πώς, κι άφησαν το αδερφό σε βαθιά γηρατειά στους πέντε δρόμους.
     Ο π. Γαβριήλ δεν κινήθηκε δικαστικά, ούτε για την πρώτη, ούτε για τη δεύτερη και χειρότερη αδικία. Μόνο κάθονταν στο παραθύρι του μικρού κελιού, στη Μονή Γηροκομείου, έφερνε στο νου αυτά κι αυτά, πονούσε μέσα του πολύ, για το άδικο, για τη φιλοχρηματία που καταδυναστεύει συχνά τους ανθρώπους, και τους οδηγεί σε τόσο δυσάρεστες καταστάσεις. Κι εκεί που αγνάντευε την πεδιάδα που απλωνόταν κάτω του, τη μεγάλη πολιτεία, κι αν τύχαινε κάποιος να διαβεί, μπορούσε ν’ ακούσει τον αναστεναγμό του. «Κόσμε μου, κόσμε συ, μεγάλε απατημένε». Κι απ’ όσα είχε μάθει εκκλησιαστικά, ένιωθε να πηγαίνει ο νους στον πρωταίτιο  της ανθρώπινης κακίας, το φίδι το πονηρό να προσθέτει. «Διάβολε, πονηρέ και κακούργε» !
     Ευσεβή λόγια όμορφα, εύκολα στην γλώσσα, γοητευτικά προφορικά και γραπτά. Όμως ο π. Γαβριήλ ήταν για τα αθλήματα αγάπης που θέλει ο Χριστός, κι επισημαίνει ο Απ. Παύλος πώς οφείλουν οι χριστιανοί να είναι πρωτοστάτες-«μανθανέτωσαν δε και οι ημέτεροι καλών έργων προϊστασθαι εις τας αναγκαίας χρείας, ίνα μη ώσι άκαρποι». Πρώτιστα και κύρια αυτά, για τα οποία πολλοί μιλούμε, θαυμάσια, μα δυστυχώς δεν πάμε παραπέρα ! Αντίθετα ο π. Γαβριήλ ως έμαθε τι έπαθε, και σε ποια ηλικία εκείνος ο άνθρωπος, ξέχασε τα παλιά του αδικήματα, πήγε, τον βρήκε, τον έφερε στο κελί, στο Μοναστήρι, τον φρόντιζε με στοργή, τον περιποιόταν με τα ίδια του τα χέρια.
     Και θα έλεγα εδώ, όσοι έχουν μια πείρα από γεροντικές καταστάσεις, τυχόν έχουν καλύψει, όχι με «αποκλειστική», αλλά με φροντίδα προσωπική ανάλογες περιπτώσεις γονιών ή συγγενών, όπου συμπαρομαρτούντα, φυσική κόπωση, ίσως και να τους έκαναν ν’ αγανακτήσουν, να αναλογιστούν του π. Γαβριήλ το, «τον περιποιόταν με τα ίδια του τα χέρια». Και ποιον; Αυτόν που τον είχε αδικήσει. Κι από πάνω είχε τα πικρόχολα σχόλια άλλων καλογέρων, που εξαντλούσαν το όλο των καθηκόντων τους στο κομποσκοίνι. «Δεν είναι για σένα αυτή η δουλειά. Να πας να τον αφήσεις σε κανένα νοσοκομείο». Κι εκείνος ήρεμα, ανθρώπινα, χριστιανικά, αποκρινόταν. «Σωπάστε. Μην τα λέτε αυτά. Μπορεί αύριο κι εμείς να γίνουμε έτσι. Και τότε να δούμε ποιος θα βρεθεί να μας φροντίσει». Και έμεινε πιστός σ’ αυτό δύσκολο έργο, μα ιερό όντως χρέος, σ’ αυτό το σταυρό συγχώρεσης συν αγάπης πέντε ολόκληρα χρόνια, ως την ώρα που τον παρέδωσε στην κατάπαυση του Κυρίου.
     Να επαναλάβω εδώ κάτι που σημείωσα κι αλλού ότι, αυτό είναι ουσιαστικά το μέγα θαύμα της αγάπης. Και πως μονάχη της η πράξη αυτή δείχνει πολύ καθαρά με ποιας αγιοσύνης τη χάρη ο Θεός τον είχε επισκιάσει. Ας βάλει καθένας εαυτόν  στη θέση του κι από τις αντιστάσεις που θα ορθωθούν μέσα του θα καταλάβει, σε πόση απόσταση βρίσκεται από το θαύμα της αγάπης. Γιατί μαθημένοι τελευταία να προσέχουμε και να προβάλουμε αγιοσύνες με ευδιάκριτο τον πόντο του εντυπωσιασμού ασκητικών-μοναστικών αναβάσεων, αυτές που είναι οι ουσιαστικές υποτιμούμε, ή προσπερνάμε, όπως φαίνεται έκαναν άλλοι μοναχοί αδελφοί του. Και για να μην υπάρξει παρανόηση, κάθε χάρισμα έχει τη δική του χάρη του, και είναι υπόθεση του Θεού, τι χάρισμα και σε ποιον χαρίζει. Αλλά, μια πεντάχρονη, σε βάση εικοσιτετράωρη φροντίδα σε ένα γέρο κλπ., είναι μέγιστο άθλημα υπέρβασης εαυτού, και δεν προσπερνιέται. Είναι θαυμαστό μαρτύριο, αυταπόδεικτη μαρτυρία παρουσίας Θεού, είναι άλλου τύπου θαύμα ! Είναι αυτό που περιμένει ο Χριστός από τους Χριστιανούς, και λυπάται που μάλλον σπάνια το βρίσκει. Περιπτώσεις σαν του π. Γαβριήλ είναι μεγάλε διδαχές, τρανή απόδειξη ότι τον παραστέκει ο Θεός κι ας μην είναι στα γράμματα πιο πάνω από την Άλφα-Βήτα !
*****  ***   *****
     Συνέχεια τώρα ευτυχής κι ευλογημένη της εξ-καταβίωσης π. Γαβριήλ στη Μονή Γηροκομείου.  «Σημείο» λαμπρό παρουσίας στη μεγάλη πόλη στα χρόνια της Μικρασιατικής καταστροφής, τότε που οι μυρμηγκιές κατατρεγμένων Ελλήνων προσφύγων κατέκλυζαν τη χώρα. Βγήκε στην Πάτρα, χτύπησε πόρτες σπιτιών που τον ήξεραν και τον σέβονταν, κι απ’ αυτές άλλων. Κι έπιασε να συγκεντρώνει λεφτά, ρούχα, τρόφιμα και ό,τι απαραίτητο και χρήσιμο για ανακούφισή τους. Σε συνεννόηση με τον Ηγούμενο έφερε και στέγασε στο Μοναστήρι όσες πιο πολλές οικογένειες μπορούσε να χωρέσει. Κι εκεί να δεις φροντίδα σε βάση προσωπική, να δεις στοργή κι αγάπη. Πλάι τους άφοβα κι όταν αρρώσταιναν βαριά, κι από αρρώστια που κινδύνευε άμεσα να τον στείλει στον τάφο, όπως ο τύφος της προσφυγοπούλας που χρειάστηκε να απομονωθεί. Αυτός, ο πάτερ και  Γέροντας κι εξομολόγος έσπαζε το φράγμα της απομόνωσης και στεκόταν πλάι της ως την έσχατη στιγμή της. Αυτός τη σήκωσε με τα χέρια του, την τύλιξε σε μια κουβέρτα, της έψαλλε τα εξόδια, πήγε και την παρέδωσε στη γη του Κυρίου !!
     Έκανε ό,τι παλιά οι χριστιανοί στην Αλεξάνδρεια. Τότε που η πόλη είχε χτυπηθεί από φοβερή επιδημία πανούκλας. Και πέθαιναν ο ένας κατόπιν του άλλου, κι είχαν γεμίσει σπίτια και δρόμοι της πόλης άρρωστους ή νεκρούς. Κι οι ειδωλολάτρες φεύγοντας να σωθούν, παρατούσαν και τους πιο στενούς συγγενείς μισοπεθαμένους ή νεκρούς άταφους σε κάθε χώρο. Μα οι χριστιανοί εντελώς αντίθετα περιποιούνταν ως την τελευταία στιγμή αδιάκριτα δικούς και ειδωλολάτρες, τελούσαν τα απαραίτητα για την ταφή τους. Και υπήρξαν περιπτώσεις που απ’ την αυτοθυσία έπαιρναν το δρόμο για τον τάφο αυτοί, κι έμεναν πίσω εκείνοι απ’ των οποίων την αρρώστια είχαν κολλήσει. Τέτοιες πράξεις αυτοθυσίας χριστιανών έγιναν πολλές, το θέμα πήρε έκταση, συζητήθηκε και ο Αλεξανδρείας Διονύσιος είπε ισότιμη με το μαρτύριο αυτή την πράξη. «Ως και του θανάτου τούτου το είδος δια πολλήν ευσέβειαν και πίστιν ισχυράν γινόμενον, μηδέν αποδείν μαρτυρίου δοκείν». Καθένας μπορεί να εννοήσει, αν ή πόσο ακουμπούν τον παπά μας αυτά τα λόγια.
     Από τότε οι δρόμοι της Πάτρας θα γνωρίσουν πολύ καλά τη  μορφή του. Η σιλουέτα εκείνη που χαράματα έβγαινε στους δρόμους, δεν ήταν άλλη από τη δική του. Θα πήγαινε στην Αγία Αικατερίνη, όπου προτιμούσε να λειτουργεί και να κηρύττει. Αρπαζόταν από κάποιο λόγο του Ευαγγελίου και το γύριζε συνήθως στους δυο αγαπημένους πόλους, τη μετάνοια και την αγάπη. Σ’ αυτά ήταν πλούσιο το περίσσευμα της καρδιάς του, όσο και η προσωπική του πείρα. Και δεν έχει σημασία, ούτε και είναι ντροπή ή υποτιμητικό να πούμε ότι ο λόγος του ήταν άτεχνος, αδύνατος γραμματικά και συντακτικά, γενικά στην έκφραση . Φυσικά δεν είχε την παραμικρή σχέση με την όχι σπάνια πομπώδη λογοκοπία. Ήταν λίγα λόγια που έλεγαν πιο πολλά για το όντως χριστιανικό ήθος απ’ την ταπεινή του παρουσία, απ’ τη φλόγα της πίστης του, απ’ την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Αυτά έκαναν να γεμίζει η εκκλησιά από πολλούς απλοϊκούς σαν κι αυτόν, όχι και από λίγους μορφωμένους, που τους έφτανε μόνο τη φωνή του ν’ ακούν, να βλέπουν τη μορφή του. Αυτά γράφονται μετά λόγου γνώσεως, η γραφίδα έχει υπόψη της θερμές και τιμητικές καταθέσεις Επισκόπων, άλλων  κληρικών, επιστημόνων για τα ίχνη που άφησε στην ψυχή τους το πέρασμα του απλοϊκού λευίτη.

    Γιατί δε λειτουργούσε μόνο στο Καθολικό της Μονής Γηροκομείου ή στην εκκλησιά της Αγίας Αικατερίνης, ανοιγόταν στα χωριά, ανέβαινε στις πλαγιές των γύρω βουνών, όπου μηνούσε το δικό του απλό και λιτό λόγο. «Παιδιά μου, να προσέχετε πολύ γιατί ο διάβολος δεν κοιμάται»,  «προσευχή, αλλά και προσοχή», «να προσεύχομαι, που λες, μα και να προσέχω». Και πιο πρακτικά, «να τρως μια κουταλιά πιο λίγο από όσο νομίζεις πως έχεις ανάγκη». Κατανοητό κι από τον πιο απλοϊκό  σήμα αυτοκυριαρχίας κι εγκράτειας που εξέπεμπε για όλους … Ανέβαινε πρόθυμα και πιο ψηλά, οπόταν τον καλούσαν, έφτανε στις στάνες με τα πρόβατα και τους τσοπαναραίους. Όπου λειτουργούσε ή άγιαζε πρόσωπα και ζωντανά μέσα σε μια παρθένα τότε ακόμα φύση, πλάι στα πρόβατα και τα αρνιά, της αθωότητας σύμβολα, που με βελάσματα κάθε τόσο έδιναν το στίγμα του δικού τους ψαλμού στον Πλάστη. Δραχμή δεν πήρε ποτέ από το χέρι τους, και το γάλα, το γιαούρτι ή το τυρί που επέμεναν να τον φιλέψουν τα πήγαινε στο Μοναστήρι ή σε κάποιους της ανάγκης.
     Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Νικόλαος Ξένος διασώζει μια τέτοια Λειτουργία σε μια από τις πολλές στάνες στις πλαγιές του Παναχαϊκού που υψώνεται επιβλητικό πάνω από την Πάτρα. «Στις 26 Ιουνίου του 1929, γράφει, προσεκλήθη από τους ποιμένες του όρους Παναχαϊκού ν’ ανέβει στο βουνό και να τους λειτουργήσει εις την εορτήν των Αγίων Αποστόλων. Εδέχθη ευχαρίστως παρά τα γεράματά του. Σηκώθηκε αφ’ εσπέρας και πήγε στο χωριό Μπάλα μαζί με τον υποταχτικό του. Και το πρωί, δυο ώρες πριν ξημερώσει, σηκωνόμαστε, εκείνος πεζή, παρ’ ότι διέθετε άλογο, και μετά πορεία πέντε ωρών φθάνομεν εις τις στάνες των βοσκών. Αμέσως συγκεντρώνεται ολίγος κόσμος και αρχίζει την Λειτουργίαν. Μετά το πέρας της συνεχίζει την πορεία του προκειμένου να επισκεφθεί όλες τις στάνες και να κάνει αγιασμόν. Ετελείωσε κατά τις δύο και μισή το απόγευμα. Από όλην αυτήν την εξαντλητικήν πορείαν και την θρησκευτικήν εξυπηρέτησιν των ποιμένων δεν εδέχθη να πάρει απολύτως τίποτε. Έφαγε μόνον ολίγον φαγητόν που τον φίλεψαν, μετά από φορτική πίεση παρέλαβε τρία ως τέσσερα κεφαλάκια μυζήθρα, και τα παρέδωσε στον οικονόμο της Μονής».
     Στους δρόμους της Πάτρας δεν τον συναντούσες «λίαν πρωί» μόνο όταν πήγαινε για Λειτουργία. Μπορούσε να είχε πάει να τελέσει ολονυχτία σε κάποιο σπίτι-συνηθιζόταν αυτό τότε-και να ανηφόριζε μετά για το Μοναστήρι. Αν μάθαινε ότι κλονίζεται κάποια οικογένεια, που έχει μάλιστα και παιδιά, μπορούσε να ξενυχτήσει κοντά της. Θα πήγαινε και μια και δυο και πολλές φορές, ώσπου να πετύχει την πιο καλή λύση. Κάποιες φορές έκπληκτοι τον έβλεπαν να γονατίζει μπροστά τους, να παρακαλεί, να φτάνει να κλαίει ζητώντας να το ξανασκεφτούν, να μη χαλάσουν το σπιτικό τους. Οι αγωνίες των ανθρώπων, τα προβλήματα που τους ταλάνιζαν γίνονταν αμέσως και προβλήματα δικά του. Τότε ήταν που θα έλεγε κανείς ότι δεν τον έβλεπε το Μοναστήρι. Σ’ όλο το δρόμο τον βασάνιζε που «η κοινωνία βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση από άποψη ηθική» και αναλυόταν σε δάκρυα. Κάτι καταλάβαιναν όσοι συνέβαινε να τον συναντήσουν ύστερα από τέτοιες ιερές ολονυχτίες, καθώς τους χαιρετούσε βιαστικά, και πολύ σκεφτικός συνέχιζε το δρόμο σιγοψιθυρίζοντας αδιάκοπα με την καρδιά απ’ τη φωνή του πιο πολύ την καλύτερη για την περίπτωση προσευχή. «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Κι ως έφτανε κι έμπαινε στο κελί, έκλεινε την πόρτα, γονάτιζε και συνέχιζε την προσευχή να ελεήσει ο Θεός το ζευγάρι που περνούσε μεγάλη τρικυμία.
     Και άρρωστος, και μ’ οποιοδήποτε καιρό, θα σηκωνόταν να τρέξει, όπου η ανάγκη τον καλούσε. Ιδιαίτερα αν ήταν να εξομολογήσει άνθρωπο εγγύς του θανάτου. Όπως εκείνο το καταχείμωνο, νύχτα προχωρημένη, που ο υψηλός πυρετός τον κρατούσε, και σηκώθηκε κι ανηφόρισε στην Αρόη για τέτοιο χρέος. Κι όταν ο υποτακτικός μη έχοντας άλλο τρόπο να τον εμποδίσει να εκθέσει την υγεία του σε κίνδυνο μεγάλο στήθηκε μπρος να του κλείσει το δρόμο. «Φύγε από τη μέση, Αμφιλόχιε. Ψυχή φεύγει για τον ουρανό, κι εσύ λογαριάζεις του Γαβριήλ το τομάρι»; Αυτά του φώναξε αυστηρά, επιβλητικά, κι ως παραμέρισε αυτός κάνοντας υπακοή, άνοιξε, βγήκε να πάει. Όμως εκατό βήματα πιο κει ζάλη από τον υψηλό πυρετό τον έριξε φαρδύ πλατύ κάτω. Ευτυχώς που αφήνοντας τον να περάσει ο υποτακτικός με την ψυχή του ανοιχτή στην αγωνία για την κατάστασή του, και τον είχε πάρει στο κατόπιν. Αργότερα έφερναν στο νου το περιστατικό και τα λόγια που είπαν. «Αν Γέροντα εκείνη τη βραδιά δε σ’ είχα πάρει στο κατόπιν, θα είχες πει πριν τον άρρωστο το, «νυν απολύεις», έλεγε ο υποτακτικός. «Όμως τώρα είμαι ήσυχος. Και έτσι ακόμα επιτέλεσα το καθήκον μου. Και ο Θεός έκανε το θέλημά του», αποκρινόταν εκείνος και δεν παρέλειπε να του ζητήσει συγγνώμη για το απότομο φέρσιμο.
     Μια άλλη βαρυχειμωνιά έτρεχαν κι οι δυο σε ανάλογο χρέος. Στο δρόμο έπεσαν πάνω σε σκυλιά που άρχισαν να γαβγίζουν και να τους ορμούν με άγριες διαθέσεις. Σταμάτησαν, κι ο π. Γαβριήλ, χωρίς την παραμικρή ταραχή βγάζει απ’ τον κόρφο τον ξύλινο σταυρό του, σταυρώνει τα σκυλιά και λέει. «Εμείς τώρα πάμε για δουλειά του Χριστού. Εσείς τι φωνάζετε και μας κόβετε το δρόμο» ! Κι εκείνα ευθύς ησύχασαν, ηρέμησαν, έπαψαν να γαβγίζουν. Κι ο Γέροντας συνέχισε και πήγε στην αποστολή του. Συχνά γινόταν και το αντίστροφο, η χάρη του Θεού έστελνε στο κελί του ανθρώπους κουρασμένους από τη ζωή, ψυχικά τραυματισμένους. Είχε μαθευτεί τι καλοσυνάτος παπάς ήταν, κι ανέβαιναν κατά το Μοναστήρι του Γηροκομείου να τον συναντήσουν. Δεν είχε να πει λόγια σπουδαία, ούτε σοφά, δεν το μπορούσε. Ανάλογα τη στιγμή, μια «καλημέρα» ή «καλησπέρα» στην αρχή, συζήτηση για τα καθημερινά ώσπου να βγει στο φως ο πόνος, να ξεπροβάλει αχτίδα  ελπίδας. Κανέναν ποτέ δεν εξανάγκασε να μπει «εκών άκων» κάτω από το πετραχήλι.
     Αυτό έγινε με το στρατιώτη-Απρίλης 1941-που αργά, μοναχικά βημάτιζε πάνω κάτω στον αυλόγυρο της Μονής κι έδειχνε να κρύβει μέσα του μεγάλο πόνο. «Θέλεις ο πόλεμος, θέλεις κάτι νεανικό θα γονάτισαν το παλικάρι», σκέφτηκε σαν τον είδε, και δεν έπεσε έξω, μαύρη κατάμαυρη σκοτεινιά, απελπισία μελανή στην ψυχή του. «Ευχόμουνα μια σφαίρα να είχε βρει, όπως άλλους κι εμένα, μια και καλή να γλιτώσω», θυμόταν αργότερα ότι έλεγε μέσα του εκείνη την ώρα. Ξάφνου αισθάνεται κάποιος να τον πλησιάζει, κι ακούει μέσα στο βύθισμα φωνή πίσω του ακριβώς να λέει. «Ο Θεός είναι μεγάλος παλικάρι μου», ήταν ο πάτερ Γαβριήλ, που δεν τον πείραξε, δεν τον απογοήτευσε, ούτε απελπίστηκε, όταν τον αποπήρε. «Δε με παρατάς στο χάλι μου, κι εσύ παππούλη», του πέταξε εκείνος απότομα και πήγε παραπέρα. Εκεί όμως στάθηκε, τι παράξενο, κάτι τον κίνησε να τον ξανακοιτάξει. «Τον κοίταζα σαν χαμένος, είχα μετανιώσει την ίδια στιγμή για τα λόγια που του είπα, ένιωθα μέσα μου αλλιώτικα, βαθιά συγκινημένος», σημειώνει. Ύστερα πήγε στον Ηγούμενο ζήτησε, έμαθε ποιος ήταν αυτός που του είχε μιλήσει. «Ο Εξομολόγος της Μονής», του είπε. Πήγε, τον βρήκε μια και δυο και τρεις φορές, και την τέταρτη, Μεγάλη Τετάρτη 1941» κάτω από το πετραχήλι του Γέροντα γινόταν το θαύμα. «Την Μεγάλην Πέμπτην μου επέτρεψε να κοινωνήσω το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου» ! Ξεχνιούνται ποτέ τέτοιες στιγμές, τέτοιες μεγάλες ώρες ! Πόσοι δε θα υπέγραφαν την τελευταία γραμμή, δε θα είχαν να κάνουν παρόμοια ομολογία !
*****  ***  *****
     Στην ησυχία του Μοναστηριού από καιρό σε καιρό έφερνε στο νου το χωριό, το φτωχικό σπιτικό τους, τη μάνα, τον πατέρα, τα αδέλφια του, τους συγχωριανούς του. Η καρδιά του μοναχού είναι αποκομμένη απ’ του κόσμου το κακό, όχι από τους πάροικους και παρεπίδημους αυτού του κόσμου. Όλοι αυτοί μέσα της χωρούν, πρέπει να χωρούν, να βρίσκουν κάποια θέση αγάπης. Ένιωθε σαν κάτι να τον τρώει, άκουγε μια φωνή να του λέει, πως δεν αρκεί μόνο να κάνει προσευχή γι αυτούς, όφειλε κάτι να τους διαμηνύσει. Έπαιρνε τότε μελάνι και χαρτί και έγραφε γράμμα συμβουλευτικό, να μην καπνίζουν, να μην κάθονται με τις ώρες στο καφενείο, να μην πίνουν, να μην αρπάζονται για μικροδιαφορές, να μην βλαστημούν τα θεία. Στ’ αδέλφια του ιδιαίτερα θύμιζε να ελεούν τους φτωχούς, τους «φιλόχριστους», όπως έλεγε τους φίλους του Χριστού στη δική του γλώσσα. Άλλοτε πάλι αγόραζε διάφορα χριστιανικά βιβλία και τους έστελνε να διαβάσουν.
     Εκεί όμως που αναδείχτηκε αληθινός μάστορας και τα χρόνια που εγκαταβίωνε στη Μονή Γηροκομείου, θα έλεγα, πιο πολύ από όσο τότε στον Άγιο Ηλία ήταν οι ελεημοσύνες και οι αγαθοεργίες. Κυριολεκτικά είχε κατακτήσει την καρδιά των Πατρινών, του έτρεφαν μεγάλη αγάπη κι εκτίμηση, του είχαν απεριόριστη εμπιστοσύνη. Το ήξεραν, δεν επρόκειτο όχι να κατακρατήσει, αλλά ούτε να το διανοηθεί πως μπορεί να ιδιοποιηθεί έστω και μια δραχμή, πως όσα  του έδιναν αμέσως θα τα έκανε μνημόσυνο αγάπης για τις ψυχές τους. Τέτοια ήταν η εμπιστοσύνη τους πως αυτό θα κάνει, που κάποιοι ήθελαν να γράψουν μεγάλα ποσά ή και σπίτια στο όνομά του, όντας απόλυτα βέβαιοι ότι κάτι καλό θα κάνει. Είδε κι έπαθε ορισμένες φορές να τους πείσει να γράψουν τη δωρεά που ήθελαν σε κάποιο ίδρυμα, έστω σε κάποιο πρόσωπο που ήταν σε μεγάλη ανάγκη. Παρ’ όλα αυτά συχνά τον ανάγκαζαν και του έβαζαν κάποιο φακελάκι στο χέρι ή έστελναν διάφορα ποσά στη Μονή για τον πάτερ Γαβριήλ. Ήξεραν πως είχε κατάλογο με ανήμπορους, και άλλον με κοπέλες φτωχές, που μόλις άνοιγαν το σπιτικό τους.
     Για τον εαυτό του δεν κρατούσε τίποτα, απολύτως τίποτα. Ούτε κι αυτά τα άμφια που ήταν να τον κηδέψουν. «Έφτασε πολλές φορές σε πλήρη έλλειψη και των πιο στοιχειωδών πραγμάτων, γιατί δεν πρόφταινε να … μοιράζει. Θυμάμαι, όταν έπεσε άρρωστος, του θανάτου πια στο κρεβάτι, τον επισκέφτηκε ένας φτωχόπαπας από χωριό της Ρούμελης. Του μίλησε για τη συμφορά που τον βρήκε με την καταστροφή του χωριού απ’ τον πόλεμο, για τη μεγάλη του φτώχεια. Αλλά ο πάτερ Γαβριήλ δεν είχε τίποτα να του δώσει. Να έφευγε πάλι έτσι ο παπάς, δεν το βαστούσε η ψυχή του. Άνοιξε το μπαούλο που είχε πλάι στο κρεβάτι, έβγαλε τα ωραία λευκά άμφια, τα μόνα που είχε και τα έδωσε του παπά. «Γέροντα, τι έκαμες», ρώτησε ο Ηγούμενος Αρτέμιος, σαν το έμαθε. «Με τι θα λειτουργείς τώρα»; «Α ! Δε θα ξανασηκωθώ πια», απάντησε ήρεμα εκείνος. «Δε θα ξαναλειτουργήσω πια. Μην ανησυχείς, Ηγούμενε». «Μα καλά, κι αν πεθάνεις, με τι θα σε σαβανώσουμε»;  Κάρφωσε τα μάτια του συγχυσμένος ο Γέροντας. Δεν το είχε σκεφτεί αυτό. Είχε ξεχάσει πως τα άμφια αυτά θα ήταν η μοναδική περιουσία που θα έπαιρνε μαζί στο τελευταίο ταξίδι. Μα να, τώρα είχε κι απ’ αυτήν αποχωριστεί. Σάστισε, περιήλθε σε αμηχανία, μα έπειτα από λίγο είπε σταθερά. «Λες να μη με γνωρίσει ο Θεός, Ηγούμενε, πως είμαι παπάς, αν δε φορώ τα άμφιά μου; Εγώ σου λέω θα με γνωρίσει. Ας πάω λοιπόν, έτσι με το μαυρόρασο» ! Κι έφυγε για τις… σκηνές των αγίων με το τριμμένο μαυρόρασο. Το μοναδικό του κτήμα εδώ στη γη»-Κ. Κούρκουλας.
*****   ***   *****
     «Είναι ο Εξομολόγος της Μονής», είχε πει ο Ηγούμενος στο στρατιώτη που ζήτησε να μάθει ποιος ήταν ο καλόγερος που του είχε μιλήσει. Η συνέχεια είναι γνωστή, δεν άργησε να βρεθεί κάτω από το άγιο πετραχήλι του, και με την αύριο στην κοινωνία του Σώματος και Αίματος του Κυρίου. Στο ίδιο αυτό πετραχήλι του πάτερ Γαβριήλ είναι τώρα σκυμμένος, γονατιστός, κληρικός που έχει εκλεγεί Επίσκοπος, εξομολογείται πριν τη μεγάλη ώρα της χειροτονίας στον κορυφαίο βαθμό της Ιεροσύνης. Αγράμματος ο Γέροντας, γραμματισμένος, σοφός μπροστά του εκείνος. Απ’ τη χάρη του Θεού που τον καθοδηγεί, πιάνει το σφυγμό των πραγμάτων. Μπροστά στην Αγία Τράπεζα, που δέχεται αυτή την εξομολόγηση κλαίει αναλογιζόμενος με ταπείνωση την αγάπη και την τιμή που του κάνει ο Θεός, νιώθει την κρισιμότητα της στιγμής και ύστερα από κάποια δευτερόλεπτα σιγής, βγαίνουν απ’ τα χείλη του αργά μα σταθερά τούτα τα λόγια. «Άκουσε τι θα σου πω, πρόσεξε καλά, άνοιξε καλά τα αυτιά σου. Ακούς»; «Ακούω άγιε Γέροντα» αποκρίνεται με βαθιά συγκίνηση εκείνος. «Άκουσε με πολλή προσοχή τι θα σου πω. Το λοιπόν, όλες τις αμαρτίες σου θα στις σχωρέσει ο Θεός, τις χειροτονίες όμως που δε θα είναι καλές δε θα στις σχωρέσει ! Μ’ ακούς», επανέλαβε ακόμα μια φορά και τέλειωσε. Είχε πάει ίσια στην καρδιά, στο κέντρο του προβλήματος, την επισκοπική ευθύνη για την επιλογή αληθινών ποιμένων των λογικών προβάτων της Εκκλησίας.
     Ο Κ. Κούρκουλας διασώζει εδώ και μια προσωπική εμπειρία απ’ τα παιδικά του χρόνια, τότε που η ευσεβής, αγράμματη όμως μητέρα του τον έβαζε να της διαβάζει κάθε βράδυ ένα κεφάλαιο από τον «Προορισμό του Ανθρώπου», το βασικό έργο του π. Ευσέβιου Ματθόπουλου, τον «περιορισμό», όπως τον έλεγε στη δική της γλώσσα. Κάποια στιγμή κουράστηκε φαίνεται, βαρέθηκε αυτή την καθημερινή μονοτονία κι άρχισε να… κλέβει τη μάνα του, πηδούσε ολόκληρα κομμάτια για να τελειώνει και με κάποιο ψεματάκι διασκέδαζε τις υποψίες της πως κάτι λείπει ή κάτι ανώμαλο γίνεται εδώ, απ’ την ασυνέχεια του νοήματος. Μεγάλη γυναίκα εκείνη, καταλάβαινε, μικρό παιδί αυτός νόμιζε πως την ξεγελάει. Φαίνεται όμως ότι εκείνον που δεν μπορούσε να ξεγελάσει ήταν ο εαυτός του. Κάτι τον έτρωγε μέσα του πως δεν είναι σωστό αυτό που κάνει.
     Κάποια στιγμή, καθώς γράφει, δεν το άντεξε άλλο. «Δεν άντεξα κι ανέβηκα κάποια εσπέρα στο λόφο του μοναστηριού για το εξομολογητήρι του πάτερ Γαβριήλ. Άκουσε το κρίμα μου, αλλά μου έκαμε εντύπωση ότι η συνήθως αυστηρή μορφή του δεν συννέφιασε. Τουναντίον. Σαν να διέκρινα πως κάποια ιδέα του πέρασε και του φώτισε το πρόσωπό του. Σαν να διέκρινα κάποιο αχνό χαμόγελο στα χείλη του κάτω από τα πυκνά άταχτα μουστάκια του. «Θυμάσαι τα μέρη που απέλειπες», με ρώτησε. Που «ξεπέζευες», μου είπε για την ακρίβεια. Και πήρε ένα ύφος που μου ’δειχνε πόσο πεζή και ανάξια πράξη ήταν αυτή που έκανα… «Θυμάμαι», του απάντησα, με κατεβασμένο το κεφάλι. «Δεν θα κοινωνήσεις, αν δεν μου τα γράψεις αυτά που παρέλειπες». Το έκανα με μεγάλη χαρά για την τόσο φτηνή τιμωρία. Τα ’γραψα καλλιγραφικά μάλιστα και του τα πήγα». Και συνεχίζει σχολιάζοντας θετικά το και παιδαγωγικά άψογο επιτίμιο που του είχε επιβάλει. «Μου έκανε εντύπωση ότι το βάρος δεν το έριξε στο να μην το ξανακάνω, όσο στο να μην ξεχάσω τα μέρη που παρέλειπα-τους τόπους του εγκλήματος-για να του τα γράψω προκειμένου να πάρω άφεση. Μου έκανε εντύπωση… Έπρεπε να περάσουν χρόνια για να καταλάβω την ιερή παγίδα που μου είχε στήσει ο άγιος άνθρωπος. Αν η μάνα του, σκέφτηκε, χάσει μερικές παραγράφους, λίγο το κακό. Αν όμως ο νεαρός αυτός υποχρεωθεί να γράψει τα κεφάλαια αυτά, το κέρδος θα είναι μεγάλο».
…………………………………………………………………………………………………………………….
     Δεν είναι λίγο συμβολικό ότι Σάββατο, 13 Ιουνίου 1943, παραμονή Πεντηκοστής τον κάλεσε ο Θεός στην κατάπαυσή του. Να λειτουργεί με τον Κύριο στη χαρά της ουράνιας Αγάπης τη μεγάλη μέρα του Αγίου Πνεύματος, που «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας». Ήταν κι αυτός από τους «αγραμμάτους» που «σοφίαν εδίδαξεν» το Άγιο Πνεύμα, κι εργάτη δόκιμο έστησε σε επάξια  σαραντάχρονη διακονία. Αρκετά, μα επιτυχώς σε τούτη τη ζωή τον είχε δοκιμάσει. Τρεις το απόγευμα ο υποταχτικός κατάλαβε, ο Γέροντας δεν ήταν καλά. Τον βοήθησε να ξαπλώσει στο κρεβάτι. Τον πήρε ο ύπνος, αποκοιμήθηκε. Σαν ξύπνησε, δεν αισθανόταν καλά πάλι, ένιωθε γενική ατονία, ο κόσμος γύρω του χανόταν.
      Μετά τον εσπερινό βάρυνε ακόμα πιο πολύ. Ο Αμφιλόχιος ρώτησε, αν ήθελε να κοινωνήσει. «Ναι», μπόρεσε να ψελλίσει μονολεκτικά. Σε λίγο ο άγιος Ηγούμενος με τα Άχραντα Μυστήρια ήταν εκεί. Ο π. Γαβριήλ, βαλε όλη του τη δύναμη, σηκώθηκε όρθιος, έκανε τρεις εδαφιαίες μετάνοιες και δέχτηκε με άφατη αγαλλίαση, έλαμπαν τα μάτια του, στη Θεία Κοινωνία την επίσκεψη του Κυρίου. Τώρα ήταν ολότελα έτοιμος να κάνει μαζί Του από το γεφύρι του θανάτου το ταξίδι στην αιώνια ανάσταση, στην ουράνια Βασιλεία. Ανταποκρίθηκε στην πρόταση του Ηγούμενου να τελέσει το τελευταίο χρέος του στη γη. Ευλόγησε Αμφιλόχιο, ως συνεχιστή της ασκητικής του πορείας. Δεν άντεχε να σταθεί άλλο στα πόδια, ξανάπεσε στο κρεβάτι.
     Γύρισε κατά τη μεριά του τοίχου, όπου η εικόνα του Εσταυρωμένου. Δείγμα ότι ένιωθε πως του απομένουν λίγα λεπτά κι ήθελε να τα περάσει μόνος με τον Κύριό του. Κάποια στιγμή έβγαλε τα δυο του χέρια απ’ τα σκεπάσματα, τα άπλωσε όσο πιο πολύ μπορούσε, ν’ αγγίξει, θαρρείς, ήθελε εκείνα του Κυρίου που ανοιχτά πάνω στο σταυρό, «ήνωσαν τα το πριν διεστώτα». Άκρα σιγή στο κελί, ρίγος στο κορμί, δάκρυ στα βλέφαρα Ηγούμενου και υποταχτικού. «Κύριέ μου. Κύριέ μου», πέντε ως έξι φορές άκουσαν τη δέηση. Η μεγάλη στιγμή του μακάριου τέλους είχε έλθει, η τελευτή και κοίμηση του αγαθού ασκητή, απλοϊκού λευίτη, τίμιου λειτουργού, αγωνιστή κληρικού είχε λάβει τέλος. Η ψυχή του ταξίδευε κιόλας στην αιώνια αγάπη του Κυρίου και Θεού του.
     Ατέλειωτο το ποτάμι στην κηδεία του, Πατρινοί, κι από τα γύρω χωριά και από αλλού  άλλοι. Ο Μητροπολίτης Γυθείου-αργότερα- Δημήτριος, ο δυνατός σε λόγο και πνευματική ζωή, αρχιμανδρίτης Γερβάσιος Παρασκευόπουλος, και άλλοι στον τελευταίο χαιρετισμό, στο κατευόδιο σεβασμού του ταπεινού δούλου του Θεού ιερομόναχου ξαγορευτή ψυχών και ψυχών, και της θυσιαστικής αγάπης π. Γαβριήλ Φραγκούλη. Σιωπηλοί, με βουβό ευχαριστίας για την αγάπη του  οι ευεργετημένοι. Όλοι ακολουθούν, όλοι υπόσχονται, «εις μνημόσυνον αιώνιον», θα τον έχουν στο καλύτερο μέρος της καρδιάς τους ! Τέτοιοι άνθρωποι «ζώσι και τεθνεώτες» ! …
Με «την αγάπην την πρώτην, ην ουκ αφήκα …»
Αθανάσιος Κοτταδάκης


·        Εκδόσεις «Τήνος», 1989
«ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ»-10Ο
1.   Διονύσιος Φαραζουλής
2.   Γαβριήλ Φραγκούλης
3.   Αναστάσιος Δραπανιώτης

11 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Τοιαύτη ήταν η φήμη της οσιότητος του πατρός Γαβριήλ Φραγκούλη που πολλάς φοράς ενθυμούμαι τον μέγιστο πνευματικό και ιεροκήρυκα των Πατρών π. Γαβριήλ Αθανασιάδη στα κηρύγματά του να χρησιμοποιεί περιστατικά από την οσία βιωτή του π. Γαβριήλ Φραγκούλη της Μονής Γηροκομείου τα οποία και αναφέρει εδώ ο κ. Κοτταδάκης που μας έχει προσφέρει πολλά για τους συγχρόνους εναρέτους κληρικούς με τις βιογραφίες που έχει συγγράψει στα πολύτιμα βιβλία του.
Ανδρέας Ασημακόπουλος

Ανώνυμος είπε...

Υπάρχουν άγιοι που δεν είναι πολυδιαφημισμένοι σας αυτόν τον μοναχό και υπάρχουν και άλλοι ……
Ας μεσιτεύει ο γέροντας Γαβριήλ για τους Πατρινούς, τους Λευκαδίτες και του εξ Ηλείας.

Ανώνυμος είπε...

Και πόσοι άλλοι άγνωστοι κληρικοί και λαϊκοί υπάρχουν στην Ελλάδα. Ευλογημένη η απλή αυτή μορφή του π. Γαβριήλ. Πήρα μαθήματα και ελέγχθηκα από όσα διάβασα.

Ανώνυμος είπε...

Ένας Πειραιώτης αναδεικνύει έναν μοναχό που έδρασε στην περιοχή της Πάτρας. Κα να ψάξω δεν νομίζω να βρω Πατρινούς –εκτός του Κούρκουλα- που να έχει γράψει για τον ιερομόναχο αυτό. Οι σημερινοί πατρινοί δεν κοιτάζουν να διδαχθούν από τις παραδοσιακές ορθόδοξες φυσιογνωμίες του τόπους τους αλλά γράφουν διάφορα ή και οι περισσότεροι τίποτα. Τα γράφω αυτά γιατί ως φοιτητής πέρασα από την Πάτρα και έζησα κοντά σε όλα τα ρεύματα τα εκκλησιαστικά.

Ανώνυμος είπε...

Έστω και τώρα ας μαζευτούν οι Αρχιεπίσκοποι, οι Μητροπολίτες, οι Ιερείς, οι Θεολόγοι, οι Ακαδημαϊκοί επιστήμονες να τιμήσουν τον Μέγα και Σοφό που ο ίδιος παρέμεινε διακριτικά στην αφάνεια για να προωθήσει τους άλλους. Μιλάω για το μεγάλο κεφάλαιο της Εκκλησίας που τονλένε Ηλία Μαστρογιαννόπουλο.

Ανώνυμος είπε...

Λες και διαβάζεις την ζωή και τις διδαχές των αββάδων του Γεροντικού είναι του π. Γαβριήλ.

Ανώνυμος είπε...

Μας διδάσκει ο απλός και αγράμματος αυτός ιερέας π. Γαβριήλ Φραγκούλης το Ευαγγέλιο στην πράξη.
Εντύπωση προκαλεί το πώς έψαχναν για καλούς χριστιανούς να κάνουν τότε ιερείς οι τότε αρχιερείς. Σήμερα ψάχνουν οι μητροπολίτες πτυχιούχους με μάστερ και διδακτορικά αλλά αλιβάνιστους. Από την άλλη βλέπεις πως ο π. Ευσέβιος τον εισήγαγε με την ποιμαντική του στην ιερωσύνη. Το συμπέρασμα επιστροφή στις ρίζες της παράδοσης και την αγιότητας.

Ανώνυμος είπε...

Άγιοι Γέροντες που ζούσαν τον Χριστό και τα αιώνια λόγια Του στην ζωή τους. Πρέπει να καταγραφούν και άλλοι γέροντες για να υπάρχουν παραδείγματα προς μίμηση σε μια εποχή που όλοι μας αμφισβητούν κάθε αξία.

Ανώνυμος είπε...

Είμαι 45 ετών και πρώτη φορά διάβασα για αυτή την σύγχρονη ασκητική προσωπικότητα που έζησε στην Πάτρα και στο Μοναστήρι του Γηροκομείου. Η Εκκλησία έχει την υποχρέωση να μνημονεύει αυτούς τους ιερείς για να τους γνωρίσει η νεότερη γενιά. Δεν νομίζω να είχα διαβάσει στον Εκκλησιολόγο κάτι για τον π. Γαβριήλ αλλά ούτε στα ελάχιστα ενοριακά έντυπα της Πάτρας. Καιρός να επιστρέψει η Πάτρα στις Πηγές της.

Ανώνυμος είπε...

Αυτών των οσίων μορφών οι αναμνήσεις μας δίδουν παρηγοριά ότι και σήμερα στην Εκκλησία υπάρχουν αφανείς απλοϊκοί και γνήσιοι στην βιωματική ζωή κληρικοί και λαϊκοί. Πρέπει πράγματι φωτισμένοι και παραδοσιακοί θεολόγοι όπως ο καλός μας κ. Κοτταδάκης που μας κρατούσε συντροφιά παλαιότερα στο ραδιόφωνο να μας τους προβάλουν προς ενίσχυσή μας. Τους έχει προβάλει στα βιβλία του αλλά και η εδώ επικαιροποίηση μας βοηθά γιατί η μνήμη μας δεν κρατάει πολλά.

Ανώνυμος είπε...

Οι απλοί κληρικοί που δεν έχουν γνώσεις πολλές από εκπαιδευτική μόρφωση είναι σπουδαίοι πνευματικοί διδάσκαλοι γιατί μιλάει το βίωμα και όχι η γνώση. Ένας τέτοιος όταν και η οσιακή μορφή του π. Γαβριήλ. Να έχουμε την ευχή του.