Στὴν πυρκαγιὰ τοῦ πειρασμοῦ
Πιάσανε αἰχμάλωτο τὸν ἅγιο Παΐσιο σὰν ἦταν νεαρὸ
παλληκαράκι καὶ τὸν φυλάκισαν. Δὲν εἶχε κάνει κάτι. Εἶχαν ἁπλῶς τὴν ὑποψία ὅτι
δὲν ἦταν δικός τους. Τὸν καιρὸ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου ἦταν πολὺ πιθανὸ νὰ
συλληφθεῖ κάποιος –ἀκόμα καὶ νὰ ἐκτελεστεῖ– μόνο μὲ μιὰ ὑποψία. Τὸν ρίξανε σ’ ἕνα
δωμάτιο μαζὶ μὲ ἄλλους, σὲ συνθῆκες ἄθλιες. Ἦταν τόσοι πολλοί, ποὺ δὲν χω ροῦσαν
νὰ ξαπλώσουν. Ἄσε τὶς ψεῖρες ποὺ ἔστηναν χορὸ στὰ κεφάλια τους!
Ἡ ταλαιπωρία κορυφώθηκε ὅταν τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ κεῖ καὶ τὸν ἔκλεισαν σ’ ἕνα ἄλλο, πολὺ μικρὸ δωματιάκι, καὶ μετὰ ἔφεραν δύο γυναῖκες ἀπὸ τὸ δικό τους ἰδεολογικὸ στρατόπεδο, σχεδὸν γυμνές, καὶ τὶς ἔβαλαν μέσα. «Παναγία μου!» προσευχήθηκε μὲ θέρμη τὸ νεαρὸ παλληκάρι, «φύλαξέ με καὶ σκέπασέ μέ». Ἦταν τόσο ἔντονο τὸ αἴτημά του, ποὺ ἡ Παναγία τὸν ἐνίσχυσε τόσο, ποὺ τὶς ἔβλεπε μὲ ἀπάθεια, σὰν νὰ ἦταν ἀδελφές του. Ὕστερα τοὺς μίλησε μὲ πόνο ψυχῆς, μὲ ἀγάπη. Καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε: ἦρθαν σὲ συναίσθηση καὶ μὲ δάκρυα βγῆκαν ἀπὸ τὸ δωματιάκι.


















.png)







.jpg)












