Ὑπό Ἀρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη
Ἄκουσα (1981) ἰδίοις ὠσίν τόν ἀοίδιμο Μητροπολίτη Ἱ.Μ.
Κίτρους Βαρνάβα νά διηγεῖται: Μιά Κυριακή πρωί πῆγε περπατώντας ἀπό τό Ἐπισκοπεῖο
σέ μιά ἐκκλησία τῆς πόλεως, πρός Θεία Λειτουργία.
Κάποια καφενεῖα εἶχαν ἤδη ἀνοίξει, ἐνῶ ἔπρεπε νά ἀνοίξουν
μετά τή Λειτουργία. Ὁ Δεσπότης εἰσῆλθε στό πρῶτο καφενεῖο πού βρῆκε καθ’ ὁδόν.
Οἱ θαμῶνες, μόλις τόν εἶδαν, ἔπεσαν στά πόδια του ζητώντας συγγνώμη· κάποιοι, ὅμως,
ἔτρεξαν νά κρυφθοῦν, ἄλλοι βγῆκαν ἔξω ἀπό τά παράθυρα καί εἰδοποίησαν καί τά ἄλλα
καφενεῖα: «Περνάει ὁ Δεσπότης!». Καί τά καφενεῖα ἔκλεισαν.
Ἦταν τό κῦρος τῆς Ἀρχιερωσύνης (τότε…). Τό πρόσωπο
«λειτούργησε» ὡς φορέας τοῦ κύρους, ὅπως συμβαίνει μέ κάθε φορέα ἀξιώματος,
προπαντός ὑψηλοῦ ἀξιώματος. Ὅμως, αὐτό δέν εἶναι τόσο σημαντικό. Τό σημαντικό εἶναι, νά ἔχει ὁ ἄνθρωπος ἀξία, κῦρος ἀφ’ ἑαυτοῦ· (ἄλλωστε, ἀξίωμα χωρίς ἀξία, σημαίνει εὐτελισμός
τοῦ ἀξιώματος).
Δηλαδή, ἔχουμε δύο εἴδη «κύρους». Τό δοτό, πού προκύπτει ἀπό τό ἀξίωμα, καί αὐτό πού ταυτίζεται μέ τήν προσωπική ἀξία τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ καθ’ἑαυτοῦ.

.jpg)



































.jpg)










