Η ταυτότητα της Εκκλησίας
και οι μισθοί των αρχιερέων
Του Χάρη Ανδρεόπουλου*
Η συζήτηση που αναπτύχθηκε το τελευταίο διάστημα
γύρω από το νέο μισθολογικό καθεστώς των Αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος
ανέδειξε εύλογους προβληματισμούς και κριτικές προσεγγίσεις. Επειδή, ωστόσο,
προβλήθηκαν και αρκετές ανακρίβειες που προκάλεσαν σύγχυση τόσο της “εικόνας”
που έχει ο κόσμος για την Εκκλησία, όσο – και, κυρίως - για την ουσία, την αληθινή της ταυτότητα, γι’ αυτό και επιβάλλεται μια νηφάλια
αποσαφήνιση των όρων και των δεδομένων που αφορούν στο όλο θέμα. Ιδίως δε μετά
τη δημοσίευση του Φ.Ε.Κ. (102/Α/25.06.2026, αρθ. 56, Ν. 5313) για τις νέες
αποδοχές των αρχιερέων υπό τη θεσμική
ιδιότητά τους ως θρησκευτικών λειτουργών και ειδικότερα ως «οργάνων
διοικήσεως ΝΠΔΔ» (τουτέστιν των Ιερών Μητροπόλεων), ως η νομοθεσία και η
νομολογία ορίζουν.
Ας τα πάρουμε λοιπόν, ένα-ένα, αφού προηγουμένως
προσπαθήσουμε να διασαφηνίσουμε το διφυές του χαρακτήρος της Εκκλησίας μας, αφ΄
ενός μεν ως θείου καθιδρύματος (κυρίως και πρωτίστως), αφ΄ ετέρου δε ως «ΝΠΠΔ»
(νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου - δευτερευόντως και μόνο ως προς τις νομικές
της σχέσεις με την Πολιτεία). Έχουμε, λοιπόν, δύο έννοιες της «Εκκλησίας» με
διάφορο περιεχόμενο:
Πρώτον (και εξ επόψεως θεολογίας και
εκκλησιολογίας), την θείας προελεύσεως – την ποιμαίνουσα – Εκκλησία, η οποία
κατά τον ευαγγελιστή Ιωάννη «οὐκ ἔστι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» (Ιωαν.18,36)
και την ιερωσύνη (και αρχιερωσύνη), ως λειτούργημα που τελείται μεν στη γη
έχει, όμως, «τάξιν... ἐπουρανίων..ταγμάτων» (Ιωάννου Χρυσοστόμου, «Περί
Ιερωσύνης», Λόγος Γ’, PG
48,642). Αποτελεί επομένως ενιαίο θεανθρώπινο οργανισμό, κεφαλή του οποίου
είναι ο ιδρυτής της, ο Χριστός, της Βασιλείας του οποίου «οὐκ ἔστaι τέλος» (Λουκ. 1,33).