Νέα Υόρκη, 1952. Η αίθουσα
τοκετού ήταν ένα πεδίο μάχης, γεμάτο με την αδρεναλίνη και την αγωνία. Μόλις
είχε γεννηθεί ένα μωρό, αλλά η κραυγή που όλοι περίμεναν δεν ακούστηκε ποτέ. Το
νεογέννητο ήταν μπλε, άσφυγμο, μια τρομακτική σιωπή. Ο πανικός άρχιζε να
σκεπάζει σαν ομίχλη τα μάτια του ιατρικού προσωπικού. Κοιτάχτηκαν, με την
αποτυχία να κρέμεται στον αέρα. Ήδη, κάποιοι είχαν αρχίσει να εγκαταλείπουν.
Και τότε, μια φωνή, σταθερή σαν βράχος μέσα στο
χαοτικό ωκεανό, έκοψε την αμηχανία:
«Ας βαθμολογήσουμε το μωρό».
Η γυναίκα που μίλησε ήταν η Δρ. Βιρτζίνια Άπγκαρ.
Εκείνη η απλή, σχεδόν καθημερινή φράση, ήταν η σπίθα που θα άλλαζε για πάντα
την ιατρική και θα χάριζε ζωή σε εκατομμύρια πλάσματα.
Η πορεία της Βιρτζίνια ως εκείνη τη στιγμή δεν
ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Το όνειρό της ήταν να γίνει χειρουργός. Μα η
δεκαετία του ’40 ήταν σκληρή για τις γυναίκες που τολμούσαν να ονειρεύονται
νυστέρι. Οι πόρτες των χειρουργείων ήταν ερμητικά κλειστές, σφραγισμένες με την
προκατάληψη. Της το είπαν ωμά: κανένα νοσοκομείο δεν θα προσλάμβανε γυναίκα
χειρουργό. Άλλοι θα είχαν παραιτηθεί, θα είχαν μαραζώσει. Εκείνη, όμως, απλά
προσάρμοσε την πυξίδα της. Στράφηκε στην αναισθησιολογία. Μια στροφή που δεν ήταν
υποχώρηση, αλλά μια νέα αφετηρία για ένα ταξίδι που θα έσωζε εκατομμύρια ψυχές.