Ἦταν βράδυ, περασμένη ὥρα. Ὁ νεωκόρος τῆς
Νερατζιώτισσας ἦταν ἕτοιμος νὰ κλειδώσει τὴν ἐκκλησία, σὰν εἶδε κάτι ποὺ τοῦ
τράβηξε τὴν προσοχή. Λίγα μέτρα πιὸ κεῖ μιὰ σκιὰ κινοῦνταν ἀργὰ πάνω στὶς γραμμὲς
τοῦ τρένου. «Ἕνας ἄνθρωπος!» φώναξε τρομαγμένος κι ἔτρεξε εὐθὺς πρὸς τὸ μέρος
του.
«Εἶσαι καλά;» τὸν ρώτησε μὲ ἐνδιαφέρον. Ἕνα
παλληκάρι ἴσαμε τριάντα χρονῶν γύρισε ἀργὰ τὸ πρόσωπο πρὸς τὸ μέρος του. Τὸν
κοίταξε μ’ ἕνα βλέμμα ἀπόγνωσης καὶ δὲν μίλησε. «Παναγιά μου, σῶσε!» ψιθύρισε ἔντρομος,
καθὼς ἀντιλήφθηκε πὼς τὸ νέο παιδὶ δὲν ἦταν καλὰ καὶ πώς –ἀλίμονο– ἂν περάσει
τρένο, τὰ πράγματα θὰ γίνουν τραγικά.
«Παπούλη, παπούλη» φώναξε κι ἔσπρωξε τὴν πόρτα τοῦ
κελλιοῦ τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου, δίχως νὰ περιμένει νὰ πάρει ἀπόκριση. «Ἕνα
παλληκάρι εἶναι στὶς γραμμὲς τοῦ τρένου. Δὲν εἶναι καλά!»
«Φέρε τον γρήγορα ἐδῶ!» τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος.










.png)

















.jpg)
.png)





