Η μορφή της
Ελένης έχει συντεθεί από πολλές ποιμαντικές συναντήσεις, ώστε να μην
αναγνωρίζεται κανένα πραγματικό πρόσωπο. Όσοι διακονούν το ιερό μυστήριο της
μετανοίας και εξομολογήσεως γνωρίζουν ότι ανθρώπους σαν αυτήν τους συναντούν
συχνά, και ότι η φράση της, «δεν έκανα αρκετή υπακοή», ακούγεται στο
εξομολογητήριο πολύ συχνότερα απ' όσο θα περίμενε κανείς. Με τον όρο
«γεροντισμό» δεν εννοούμε τη γνήσια γεροντική πατρότητα, η οποία χάρισε στην
Εκκλησία τους αγίους της, αλλά την παραμόρφωσή της που οδηγεί στον εκφυλισμό
της. Ο πνευματικός, κληρικός ή μοναχός, παύει να οδηγεί τον άνθρωπο προς τον
Χριστό και τον δένει με τον εαυτό του, ενώ ο πιστός μεταθέτει σε εκείνον
αποφάσεις που ανήκουν στη δική του ευθύνη. Η υπακοή, την οποία η ασκητική
παράδοση τοποθετεί κοντά στην κορυφή της πνευματικής ζωής, γίνεται τότε
μηχανισμός ελέγχου. Η σύγχρονη έρευνα, που άκουσε με προσοχή τις μαρτυρίες όσων
πληγώθηκαν, περιγράφει την πνευματική κακοποίηση ως εξαναγκασμό και έλεγχο ενός
προσώπου από ένα άλλο μέσα σε πνευματικό πλαίσιο, και στις μορφές της
συγκαταλέγει την απαίτηση υπακοής προς τον καθοδηγητή και την απομόνωση του
πιστού από όσους βρίσκονται έξω από τη σχέση.[1]






.jpg)



























.jpg)




