Θρησκευτικότητα και θρησκοληψία
Απόστολος Νικολαΐδης,
Ομ. Καθηγητής Πανεπιστημίου
Αθηνών,
Πρόεδρος Ινστιτούτου «Άγιος Μάξιμος ο Γραικός»
1.Η έννοια της θρησκευτικότητας
Θρησκευτικότητα είναι ταυτόχρονα προϋπόθεση και
αποτέλεσμα του θρησκεύειν που συνδέεται με τον όρο θρησκεία. Προϋπόθεση, με την
έννοια ότι ο άνθρωπος είναι φύσει θρησκευτικός. Η θρησκευτική του φύση
οφείλεται στο ότι εκ της κατασκευής διαθέτει τη θεία πνοή, επομένως μέσα του
ένοικος είναι ο Θεός, καθώς γράφει ο Απόστολος Παύλος. Αποτέλεσμα, με την
έννοια ότι αποτελεί απαύγασμα αφενός αυτής της εσωτερικής σχέσης με το Θεό και
αφετέρου της ένταξης και μετοχής σε μια συγκεκριμένη θρησκεία.
Θρησκεύω σημαίνει εκτελώ θρησκευτικές πράξεις:
Προσεύχομαι, μετέχω σε τελετές, λατρεύω, τηρώ τις θρησκευτικές διατάξεις και
εφαρμόζω προδιαγεγραμμένους κανόνες, αποδέχομαι τις κυρώσεις παράβασης, κάνω τα
πάντα για να κερδίσω την εύνοια του Θεού και τον παράδεισο, εν γένει υπηρετώ το
Θεό. Σ΄ αυτό το πλαίσιο όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από το πού ανήκουν
θρησκειακά, θρησκεύουν. Με αυτή την έννοια το θρησκεύειν προϋπήρχε του
Χριστιανισμού χωρίς αυτό να σημαίνει τη μετοχή κάποιου σε μια συγκεκριμένη θρησκεία.
Και επειδή η έμφαση βρίσκεται στο «λατρεύω»,ας μην εντυπωσιαζόμαστε όταντο
θρησκεύειν εκφράζεται και μέσα από όργια και άλλου τύπου θρησκευτικές
τελετουργίες, των σατανιστικών μη εξαιρουμένων.
Ωστόσο, «θρησκεύω» δεν σημαίνει και πιστεύω. Απλά
δείχνω στον εαυτό μου και στους άλλους ότι είμαι ευσεβής και συνεπής οπαδός
μιας θρησκείας. Πιστεύω όμως σημαίνει ότι έχω μια προσωπική σχέση με το Θεό και
η θεοσέβειά μου έχει περισσότερο εσωτερικό παρά εξωτερικό χαρακτήρα. Με αυτήν
την έννοια θρησκεύουν και οι δαίμονες, που κάνουν ό,τι μπορούν για να
παραπλανήσουν τους ανθρώπους και να τους απομακρύνουν από την πίστη, ενώ
αρνούνται να προσκυνήσουν την Αγία Τριάδα. Αυτός άλλωστε είναι ο λόγος που οι
Πατέρες διακρίνουν το Ευαγγέλιο του Χριστού από τη θρησκεία του Μωσαϊκού Νόμου.