«Παναγιώτη, πεινάω! Δὲν ἀντέχω σοῦ λέω.»
Ἂν κάποιος στεκόταν καὶ ἄκουγε τὸν διάλογο δύο
μικροπωλητῶν στὶς πρῶτες δεκαετίες τοῦ 20οῦ αἰώνα σὲ κάποιον μεγάλο δρόμο τῆς
Πάτρας, σίγουρα θὰ ἀποροῦσε. Κι ὅμως, ὁ μικρὸς Κοσμὰς δὲν πεινοῦσε γιὰ φαγητό. Ἢ
μάλλον, δὲν πεινοῦσε τόσο γιὰ φαγητό. Γιατὶ καὶ τὸ λιγοστὸ φαγητὸ ποὺ σέρβιρε ἡ
μάνα του σὲ πέντε στόματα ποὺ περίμεναν μὲ ἀγωνία καὶ σὲ πέντε ζευγάρια μάτια
ποὺ ἀδημονοῦσαν, ἦταν ἀδύνατον νὰ τοὺς χορτάσει. Ἀναγκάστηκε ὁ Κοσμὰς νὰ βγεῖ
στὴ βιοπάλη.
Κάθε πρωὶ ἔπαιρνε τὸν μεγάλο δίσκο μὲ λογῆς-λογῆς
μικροπράγματα καὶ διαλαλοῦσε τὴν πραμάτεια του στὸν μεγάλο δρόμο. «Τσατσάρες,
κουβαρίστρες, καρφίτσες, παραμάνες, ξυράφια, πάρε κόσμε!» φώναζε μὲ τὴν ἀδύναμη
φωνούλα του καὶ πάσχιζε θαρρεῖς νὰ διαπεράσει τὶς σκληρὲς καρδιὲς τῶν περαστικῶν
ποὺ τὸν προσπερνοῦσαν ἀδιάφορα.
Τότε ἦταν ποὺ γνώρισε τὸν Παναγιώτη, ἕνα παιδὶ στὴν ἡλικία του. Εἶχε κι αὐτὸς πονεμένη ἱστορία. Μάζεψαν καὶ οἱ δύο τοὺς καημούς τους μαζὶ μὲ τὴν πραμάτεια τους. Μῆνες ὁλόκληρους, μὲ ζέστη καὶ κρύο, μὲ ἀνεμόβροχα καὶ ἀέρηδες πάλευαν γιὰ νὰ βγεῖ τὸ πενιχρὸ μεροκάματο. Νά ’ρθει τὸ ἀπόγιομα καὶ νὰ τρέξει ὁ καθεὶς στὴ μανούλα του νὰ τὸ ἀπιθώσει στὴν ποδιά της. Νὰ ξεχωρίσουν ἐκεῖνες τὸ κέρδος ἀπὸ τὸ κεφάλαιο ποὺ χρειαζόταν γιὰ νὰ ἀγοράσουν νέα πραμάτεια καὶ νὰ τρέξουν νὰ ξοφλήσουν: τὴ μιὰ μέρα τὸν μπακάλη, τὴν ἄλλη τὸν μανάβη, τὴν ἄλλη τὸν φούρναρη. Ποτὲ δὲν εἶχαν καταφέρει νὰ τοὺς ξοφλήσουν ὅλους.





.jpg)




.png)

.jpg)


.jpg)
_Crop.jpg)





















.png)


