Μιὰ παρέα φοιτητῶν εἶχε κυκλώσει τὸν ἅγιο Σωφρόνιο
καὶ συζητοῦσαν ζωηρά. Τὰ θέματα ἦταν ἐνδιαφέροντα, ὁ Γέροντας ἦταν φωτισμένος
καὶ ὅλοι κρέμονταν ἀπὸ τὰ χείλη του. Ἡ Ζωὴ καθόταν ἀκριβῶς στὰ ἀριστερά του.
Πόσο εὐλογημένοι εἴμαστε, σκεφτόταν, ποὺ τὸν ἔχουμε πνευματικὸ πατέρα! Τὰ λόγια
του εἶναι μετρημένα. Ἡ ματιά του καθαρή. Κι ἐκεῖ ποὺ τὸν κοιτοῦσε, ἡ ματιά της ἔπεσε
στὸ ράσο του. Στὸ πίσω μέρος μιὰ μεγαλούτσικη τρίχα εἶχε ἀποσπαστεῖ ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα
μαλλιά του καὶ στεκόταν κολλημένη πάνω στὸ ὕφασμα τοῦ ἐξώρασου.
Ὦ! Μιὰ τρίχα ἀπὸ τὰ μαλλιά του! Νά, τί ἐνθύμιο θὰ πάρω, γυρνώντας στὴν πατρίδα μου, σκέφτηκε ἡ Ζωὴ μὲ χαρά. Θὰ τὴ βάλω σ’ ἕνα φακελάκι καὶ θὰ τὴν ἔχω πάνω στὸ γραφεῖο μου. Θὰ εἶναι σὰν νὰ ἔχω τὸν Γέροντα κοντά μου! Τί εὐλογία! Τὴ στιγμὴ ἐκείνη ὁ ἅγιος Σωφρόνιος στράφηκε τώρα πρὸς τὰ δεξιὰ γιὰ ν’ ἀπαντήσει σὲ μιὰ ἀπορία τοῦ Φάνη. Ἡ Ζωὴ δὲν ἔχασε τὴν εὐκαιρία. Ἅπλωσε τὸ δεξί της χέρι, ἀκούμπησε τὴν ἄκρη τῆς τρίχας καὶ ἁπαλά, δίχως νὰ ἀγγίξει τὸ ράσο του, τὴν τράβηξε καὶ τὴν ἔκλεισε στὴ χούφτα της.












































.jpg)



