Τὸ πιὸ ἀποτελεσματικὸ γιατρικό
Ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ὁ Σιμωνοπετρίτης εἶχε μιὰ ἁγιασμένη
μάνα, τὴ Μαρία. Ἐκείνη ὁδήγησε τὰ βήματά του στὴν πίστη. Ἀπὸ τὸ στόμα της ἄκουγε
τὰ βράδια –ἀντὶ γιὰ παραμύθια– βίους ἁγίων. Μαζί της πήγαινε στὸν Ἅγιο Δημήτρη,
τὴ μεγαλόπρεπη ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του Ρεΐζ-Δερέ, ποὺ ἦταν κοντὰ στὰ Ἀλάτσατα τῆς
Μικρᾶς Ἀσίας, γιὰ νὰ ἀνάψουν τὰ καντήλια καὶ νὰ προσευχηθοῦν.
Ἔτσι κι ἐκείνη τὴ φορά. Κίνησαν 4-5 ὧρες δρόμο γιὰ
νὰ πάνε, ὁ μικρὸς Γιάννης, ὅπως ἦταν τὸ κοσμικό του ὄνομα, ἡ μητέρα του καὶ οἱ
θεῖες του σ’ ἕνα μοναστήρι. Στὸν δρόμο τοῦ γυρισμοῦ ὁ ἑπτάχρονος Γιάννης ἔτρεχε
μὲ ἐνθουσιασμό. Σὰν ἔφτασαν στὸ χωριὸ τὸν εἶδε μιὰ γειτόνισσα καὶ τοῦ φώναξε:
«Δὲν κουράστηκες ἀπὸ τὸ τρέξιμο;». «Ὄχι, καθόλου» τὴ διαβεβαίωσε ἐκεῖνος.
Τὴν ἄλλη μέρα, ὅμως, ὁ Γιάννης δὲν μποροῦσε νὰ περπατήσει ἀπὸ τοὺς πόνους. Τὰ πέλματά του εἶχαν γεμίσει μπλαβὰ σημάδια καὶ ἦταν πρησμένα. Ὁ δάσκαλος, ποὺ ἀντιλήφθηκε πὼς τὸ παιδὶ εἶχε πρόβλημα, ἀνέθεσε σὲ δύο μεγαλύτερα παιδιὰ νὰ τὸν πάρουν ἀγκαλιὰ καὶ νὰ τὸν πᾶνε στὸ σπίτι του. Ἕνας ξάδελφός του ἔφυγε μὲ βιάση στὸ διπλανὸ χωριὸ γιὰ νὰ φέρει ἕναν γιατρό.







































.jpg)
