«Ἂν εἶναι δυνατόν! Οὔτε οἱ χειρότεροι ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας
δὲν τὸ κάνουν! Αὐτὸ εἶναι ἀνήκουστο!». Ὁ κυρ Παναγὴς εἶχε αναψοκοκκινίσει. Τὰ
μάτια του εἶχαν πεταχτεῖ ἀπὸ τὶς κόγχες. Οἱ φλέβες στὸν λαιμό του φαίνονταν ἔντονα.
Ἡ φωνή του ἔτρεμε ἀπὸ «ἱερὴ» ἀγανάκτηση. Τὸν εἶχε καλέσει στὸ μοναστήρι τῆς
Κλεισούρας ὁ πρόεδρος καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, γιατὶ ἐκεῖνος, λέει, εἶχε
σαφεῖς ἐνδείξεις γιὰ τὸ ποιός ἄδειασε τὸ παγκάρι τῆς Παναγίας.
Ἦταν σίγουρος ὁ κυρ Παναγὴς πὼς ὁ δράστης ἦταν ὁ
Κυριάκος, αὐτὸ τὸ σιγανὸ ποταμάκι, ποὺ ὅλο μετάνοιες κάνει μπρὸς τὸ εἰκόνισμα τῆς
Παναγίας. Τὸν εἶδε σὰν ἔφευγε ἀπὸ τὸ μοναστήρι ἐκείνη τὴ βροχερὴ μέρα, ποὺ τὸν
εἶχαν φωνάξει γιὰ δουλειά. Τὴν ἴδια ἀκριβῶς μέρα ἀνακαλύψανε πὼς στὸ παγκάρι δὲν
ὑπῆρχε οὔτε δεκάρα! Στὴν εἴδηση τῆς κλοπῆς ἀναστατώθηκαν ὅλοι στὴν ἐπιτροπὴ τοῦ
μοναστηριοῦ. Ἔπρεπε πάσῃ θυσίᾳ νὰ βρεθεῖ ὁ δράστης καὶ νὰ τιμωρηθεῖ.
Κι ἐνῶ ὁ κυρ Παναγὴς ἦταν ἕτοιμος νὰ ἐκθέσει τὰ γεγονότα –μαζὶ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ δράστη– ἄξαφνα ἐμφανίστηκε μπροστά τους ἀκάλεστη ἡ γερόντισσα Σοφία. Σηκώθηκαν ὅλοι ὄρθιοι ἀπὸ σεβασμὸ καὶ πρὶν προλάβουν νὰ καθίσουν, ἐκείνη ἀπευθύνθηκε στὸν κυρ Παναγή: «Χάσ’ον ἀπ’ ἀδακά![1] Τὸν φτωχὸ τὸν ἄνθρωπο κυνηγᾶς; Δὲν φοβᾶσαι τὸν Θεὸ καὶ τὴν Παναγία; Πάψε! Ξέρει ἡ Παναγία τί ἔγινε! Πάψε! Νὰ σηκωθεῖς νὰ φύγεις».








.jpg)

















.jpg)












.jpg)








