Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρ. Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρ. Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2021

Η σημαία που μπήκε ανάποδα στο μπαλκόνι - Κρ.Π.

Η σημαία που μπήκε ανάποδα στο μπαλκόνι

Μικρές ιστορίες του χθες και του σήμερα

Παρασκευή 22 Οκτωβρίου, κάπου στα Βόρεια Προάστεια. Μισοξαπλωμένη νωχελικά σε μια καρέκλα σκηνοθέτη με τα πόδια ακουμπισμένα σ’ ένα σκαμνί, χαζεύω στο κινητό μου. Λογής-λογής ειδήσεις παρελαύνουν μπροστά στα μάτια μου, άλλες πραγματικές κι άλλες με μεγάλη δόση υπερβολής. Ο καθένας προσπαθεί να ψαρέψει αναγνωστικό κοινό με όποια μέθοδο ξέρει ή μπορεί. Κι από κάτω ποικίλα σχόλια αναγνωστών: άλλα επιδοκιμαστικά, άλλα «ψαγμένα», άλλα δηκτικά ή ειρωνικά κι άλλα επιθετικά. Ο κάθε σχολιαστής απολαμβάνει τα νανοσεκόντ της δημοσιότητας που του αναλογούν. τόσος είναι ο μέσος όρος ανάγνωσης των δεκάδων σχολίων που συνοδεύουν τις αναρτήσεις.

Ο κορωνοϊός πια δεν πουλάει και τόσο. Ψυχολογική κούραση, αδυναμία πειθούς ή και τα δύο; Ποιος ξέρει! Κι οι προκλήσεις των Τούρκων μοιάζουν πλέον σαν το παραμύθι με τον ψεύτη λύκο. Ειπώθηκαν τόσες φορές που πλέον δεν εγείρουν το ενδιαφέρον των πολλών, κι ας είναι τόσο τρομακτικό το ενδεχόμενο ενός θερμού επεισοδίου με τους γείτονες και ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

Ο «γάμος» της Γιαννούλας στην Πάτρα - Κρ. Π.


 Ο «γάμος» της Γιαννούλας στην Πάτρα

Η Γιαννούλα ζούσε μόνη της σ’ ένα χαμόσπιτο στην Άνω Πόλη της Πάτρας, πίσω από την Καζάρμα[1], όχι μακριά από το κέντρο. Ποιο κέντρο, αφού όλη η Πάτρα μια σταλιά πόλη ήτανε, τότε που η Ελλάδα μόλις είχε βγει από την ταλαιπωρία των Βαλκανικών πολέμων. Οι άνθρωποι μετρούσαν τις πληγές του πολέμου που είχε τελειώσει και πάσχιζαν μ’ όλες τους τις δυνάμεις να ρουφήξουν τη ζωή μέχρι το μεδούλι της. 

Το ίδιο ήθελε κι η Γιαννούλα. Κι ας ζούσε ολομόναχη. Κι ας μην είχε άνθρωπο να πει μια καλησπέρα, όταν κατάκοπη γυρνούσε στη χαμοκέλα της. Μόνη και κουρασμένη. Μάζευε τα κομμάτια της, ακουμπούσε στο τραπέζι το τετράγωνο ταψί και καθόταν στο χαμηλό ντιβάνι να πάρει μια ανάσα. 

Κάθε μέρα είχε το ίδιο κι απαράλλαχτο πρόγραμμα. Σηκωνόταν αξημέρωτα και πήγαινε στο φούρνο του μπαρμπα Γιάννη. Είχε μαζί ένα άδειο ταψί. Το άφηνε στην άκρη και φορτωνόταν ένα γεμάτο με κουλούρια. Έπρεπε ως τη δύση του ήλιου να το έχει πουλήσει. Άλλες φορές ήταν τυχερή και τα ξεπουλούσε ως το μεσημέρι. Μα δεν γινόταν αυτό κάθε μέρα.