Στεκόταν στην άκρη της λαϊκής, μόνος κι αμίλητος.
Δεν είχε άδεια πωλητή. Είχε όμως ανάγκη πολλή, γι'
αυτό έβαλε στην άκρη τους φόβους και τις ανασφάλειες.
Ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό κι εκείνος δεν είχε πουλήσει ούτε ένα.
Μετά από κάμποση ώρα μια κυρία κοντοστάθηκε.
«Είναι φρέσκα» της μουρμούρισε.
«Πόσο τα έχεις;» ρώτησε εκείνη.
«40 λεπτά κυρία» απάντησε με συστολή.
«Θα πάρω έξι, αλλά θα μου τα αφήσεις 25 λεπτά» είπε εκείνη, χωρίς να περιμένει απάντηση.
«Όπως επιθυμείτε κυρία. Θα μου κάνετε και σεφτέ» αποκρίθηκε εκείνος.
Της τα έβαλε σε μια χάρτινη σακούλα, πήρε τα χρήματα και την ευχαρίστησε.
Εκείνη έκανε μερικά ψώνια ακόμα και μπήκε στο τζιπ για να φύγει.
Κοίταξε το ρολόι της.
Η ώρα είχε περάσει.
Δεν προλάβαινε να μαγειρέψει.
Πετάχτηκε σε ένα εστιατόριο που είχε ανοίξει πρόσφατα στη γειτονιά της και είχε ακούσει ότι είχε νόστιμα φαγητά.
Πήρε μια καρμπονάρα χωρίς γλουτένη, μία σαλάτα του chef, μία Coca Cola light και στο τέλος μια σοκολατόπιτα.
Απόλαυσε το φαγητό της χαζεύοντας δυο πιτσιρίκια
να κάνουν skateboard στην
απέναντι πλατεία.
Έκανε νόημα στο σερβιτόρο για να πληρώσει.
«17,30€» της είπε εκείνος, προτείνοντας το χαρτί με το λογαριασμό.
Του άφησε ένα εικοσάευρο στο τραπέζι και σηκώθηκε.
«Τα ρέστα σας» είπε εκείνος.
Γύρισε, του χαμογέλασε και είπε ευγενικά «Καλό σας απόγευμα».
«Σας ευχαριστώ πολύ» απάντησε εκείνος, κάνοντας ελαφρά υπόκλιση.
Ο πατέρας μου αγόραζε απλά αγαθά από φτωχούς σε υψηλές τιμές, παρόλο που δεν τα χρειαζόταν. Κάποιες φορές τα πλήρωνε πιο ακριβά.
«Γιατί το κάνεις;» τον ρώτησα μια μέρα.
Με κοίταξε στα μάτια και είπε
«Είναι φιλανθρωπία τυλιγμένη με αξιοπρέπεια, παιδί μου».
Πηγή: άγνωστη
Ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό κι εκείνος δεν είχε πουλήσει ούτε ένα.
Μετά από κάμποση ώρα μια κυρία κοντοστάθηκε.
«Είναι φρέσκα» της μουρμούρισε.
«Πόσο τα έχεις;» ρώτησε εκείνη.
«40 λεπτά κυρία» απάντησε με συστολή.
«Θα πάρω έξι, αλλά θα μου τα αφήσεις 25 λεπτά» είπε εκείνη, χωρίς να περιμένει απάντηση.
«Όπως επιθυμείτε κυρία. Θα μου κάνετε και σεφτέ» αποκρίθηκε εκείνος.
Της τα έβαλε σε μια χάρτινη σακούλα, πήρε τα χρήματα και την ευχαρίστησε.
Εκείνη έκανε μερικά ψώνια ακόμα και μπήκε στο τζιπ για να φύγει.
Κοίταξε το ρολόι της.
Η ώρα είχε περάσει.
Δεν προλάβαινε να μαγειρέψει.
Πετάχτηκε σε ένα εστιατόριο που είχε ανοίξει πρόσφατα στη γειτονιά της και είχε ακούσει ότι είχε νόστιμα φαγητά.
Πήρε μια καρμπονάρα χωρίς γλουτένη, μία σαλάτα του chef, μία Coca Cola light και στο τέλος μια σοκολατόπιτα.
«17,30€» της είπε εκείνος, προτείνοντας το χαρτί με το λογαριασμό.
Του άφησε ένα εικοσάευρο στο τραπέζι και σηκώθηκε.
«Τα ρέστα σας» είπε εκείνος.
Γύρισε, του χαμογέλασε και είπε ευγενικά «Καλό σας απόγευμα».
«Σας ευχαριστώ πολύ» απάντησε εκείνος, κάνοντας ελαφρά υπόκλιση.
***
Κάποτε διάβασα κάπου:Ο πατέρας μου αγόραζε απλά αγαθά από φτωχούς σε υψηλές τιμές, παρόλο που δεν τα χρειαζόταν. Κάποιες φορές τα πλήρωνε πιο ακριβά.
«Γιατί το κάνεις;» τον ρώτησα μια μέρα.
Με κοίταξε στα μάτια και είπε
«Είναι φιλανθρωπία τυλιγμένη με αξιοπρέπεια, παιδί μου».
Διασκευή: Υπ.

1 σχόλιο:
Ωραίο!
Δημοσίευση σχολίου