Κήρυγμα στὴν Κυριακὴ Ε΄ Λουκᾶ
Ex Grege
Ὑπάρχει ἕνας τύπος πελάτη ποὺ κάθε σερβιτόρος τὸν ξέρει. Δὲν εἶναι ὁ
κακός. Εἶναι ὁ συνηθισμένος. Ἐκεῖνος ποὺ μπαίνει στὸ μαγαζὶ καὶ ὅλα γύρω του —τὸ τραπέζι, τὸ νερό, ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὸ
φέρνει— ὑπάρχουν γιὰ νὰ τὸν ἐξυπηρετήσουν. Δὲν τὸ σκέφτεται κἂν· εἶναι
βαθιὰ πεποίθηση. Σηκώνει τὸ χέρι χωρὶς νὰ κοιτάξῃ, καὶ
περιμένει. Καὶ τὸ πιὸ ἐνδιαφέρον:
ἂν κάποια στιγμὴ σβήσουν τὰ φῶτα καὶ κλείσῃ τὸ μαγαζί, αὐτὸς ὁ τύπος θὰ ἐξακολουθῇ, γιὰ ὥρα, νὰ σηκώνῃ τὸ χέρι. Γιατὶ ἡ
συνήθεια νὰ σὲ ὑπηρετοῦν εἶναι τὸ τελευταῖο πρᾶγμα ποὺ πεθαίνει μέσα σου. Πρώτα βγαίνει ἡ ψυχὴ καὶ μετὰ τὸ χούι.Ἴσως καὶ νὰ μὴν πεθαίνῃ καθόλου.
Αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν πελάτη περιγράφει ἡ σημερινὴ παραβολή — μόνο ποὺ τὸν παρακολουθεῖ καὶ μετὰ τὸν θάνατο. Καὶ ἐκεῖ εἶναι ὅλο τὸ ζουμί
της.
Στὴ γῆ, τὰ πράγματα εἶναι ὅπως τὰ περιμένουμε. Ὁ πλούσιος «ἐνεδιδύσκετο πορφύραν», εὐφραινόταν «καθ' ἡμέραν λαμπρῶς». Στὴν πύλη του, πεταμένος σὰν σκουπίδι, ὁ Λάζαρος, μὲ τὰ σκυλιὰ νὰ γλείφουν τὶς πληγές του. Μιὰ φυσιολογικὴ εἰκόνα τοῦ κόσμου: ὁ ἕνας μέσα, ὁ ἄλλος ἔξω, καὶ μιὰ πόρτα ἀνάμεσά τους ποὺ κανεὶς δὲν τὴν ἀνοίγει. Ὣς ἐδῶ, τίποτε τὸ παράδοξο. Ὁ πλούσιος δὲν βασανίζει τὸν Λάζαρο· ἁπλῶς δὲν τὸν βλέπει. Τὸν προσπερνάει ὅπως προσπερνᾶς στὶς ταβέρνες τὸ τραπέζι ποὺ δὲν εἶναι τὸ δικό σου.




