Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2020

«Το Φιλανθρωπικό Έργο της Εκκλησίας διά μέσου των Αιώνων» - Του κ. Ηλία Γ. Σκόνδρα


ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΑΠΟ ΗΜΕΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
«Το Φιλανθρωπικό Έργο της Εκκλησίας διά μέσου των Αιώνων»

Του κ. Ηλία Γ. Σκόνδρα

Ο ιδρυτής και κύριος εμπνευστής του φιλανθρωπικού έργου ή (με άλλες λέξεις) της Κοινωνικής Προνοίας είναι ο  Κύριος Ιησούς Χριστός, γιατί η ουσία και το βάθος του κηρύγματός Του είναι η καινή εντολή της αγάπης.
Από το ευαγγέλιο του Καλού Σαμαρείτη συμπεραίνουμε ότι η αληθινή αγάπη του ενός προς τον άλλο άνθρωπο (άλλως  η αλληλεγγύη, η φιλανθρωπία, η φιλαλληλία, η ευσπλαχνία, ο ανθρωπισμός) παρουσιάζει τα εξής χαρακτηριστικά:

Αγάπη Έμπρακτη ( όταν δεν μένει στην θεωρία), Αγάπη Αυθόρμητη   (όταν εκδηλώνεται χωρίς εντολές και χωρίς εξαναγκασμούς), Αγάπη Ανιδιοτελής (όταν δεν περιμένει ανταπόδοση), Αγάπη ΟικουμενικήΑπροϋπόθετη ( όταν δεν βλέπει ποιος είναι ο πονεμένος, αλλά τι πληγές έχει), Αγάπη Ηρωική – Θυσιαστική ( ότανδεν φοβάται τον θάνατο).
Αυτά τα χαρακτηριστικά γίνονται και κριτήριο αγάπης.

Όλη η χριστιανική φιλολογία αναρριπίζει συνεχώς τον πυρσό της χριστιανικής αγάπης. Ο Μ. Βασίλειος, διακηρύττοντας ότι οι εύποροι είναι οικονόμοι των δωρεών του Θεού, επιτίθεται κατά των ασπλάγχνων εξ αυτών, τους οποίους δεν διστάζει να χαρακτηρίσει ως «λωποδύτας και σφετεριστάς των όσων προς οικονομίαν εδέξαντο».
Ο Ιερός Χρυσόστομος ετόνιζεν, ότι ο χρυσός δεν ευρέθη, ίνα δεσμώμεθα δια των χρυσών αλύσεων ως κοσμημάτων, αλλ΄ ίνα δι΄  αυτού λύωμεν  τους δεδεμένους.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έλεγε με αυστηρότητα: «Δεν μπορείς να υψώνεις τα χέρια σου στον ουρανό και να μην τα απλώνεις δίπλα σου στον φτωχό».
Η ιστορία του φιλανθρωπικού έργου της Εκκλησίας έχει την αφετηρία της στον Καλό Σαμαρείτη και ειδικά στον επίλογο της Παραβολής που λέγει: «Πορεύου και συ ποίει ομοίως». Δηλ. Πήγαινε να κάνεις και συ το ίδιο. Πήγαινε και διώξε τη σκληροκαρδία σου! Πήγαινε και δείξε την ευσπλαχνία σου!
Η Εκκλησία επιτελεί διπλό ή παράλληλο έργο: Και την αλήθεια, που σώζει, μεταδίδει και την αγάπη, που αναπαύει, μεταγγίζει.
Α) Ποιο το έργο Της στους τρεις πρώτους αιώνες
Τα μέλη της πρώτης Εκκλησίας έδειξαν με τον τρόπο της ζωής τους ότι η πίστη στο Χριστό μπορούσε να αλλάξει τους ανθρώπους και την κοινωνία. Διαβάζουμε στις Πράξεις (2,42-47 – 4,32-37) ότι ήταν όλοι αφοσιωμένοι στη διδασκαλία των Αποστόλων, στην μεταξύ τους ενότητα, στην τέλεση της Θείας Ευχαριστίας και στην προσευχή. Είχαν όλοι μια καρδιά και μια ψυχή.
Ήταν τόσο δυνατή η αγάπη μεταξύ τους, ώστε κανείς δε θεωρούσε ότι κάποιο από τα υπάρχοντά του ήταν δικό του, αλλά όλα τα είχαν κοινά (κοινοχρησία, κοινή χρήση των αγαθών). Δεν υπήρχε κανείς ανάμεσά τους που να στερείται τα αναγκαία. Κάθε μέρα μαζεύονταν στο ναό των Ιεροσολύμων για να ακούσουν το κήρυγμα των Αποστόλων και για να προσευχηθούν. Κάθε βράδυ συγκεντρώνονταν σε σπίτια, έτρωγαν με απλότητα το δείπνο τους («Αγάπες») και τελούσαν τη Θεία Ευχαριστία. Η χάρη του Θεού και η έμπρακτη μεταξύ τους αγάπη γινόταν η αφορμή, ώστε όλο και περισσότεροι να γίνονται μέλη αυτής της νέας κοινωνίας.
Όταν αυξήθηκαν οι πιστοί και πολλαπλασιάσθηκαν οι ανάγκες της Εκκλησίας εξέλεξε επτά διακόνους και οι Απόστολοι τους χορήγησαν το Άγιο Πνεύμα. Έργο τους; Η προσφορά υπηρεσιών υλικών και πνευματικών στην Εκκλησία.
Γι΄ αυτό η Εκκλησία δεν κηρύττει μόνον θεωρητικά  την καινή εντολή  της αγάπης, αλλά και εφαρμόζει αυτήν κατά τον πλέον άριστο και υποδειγματικό τρόπο. Έτσι η Εκκλησία δεν είναι μόνον ιδεώδης για την υποδειγματική  διάπλαση των ατόμων και των οικογενειών, αλλ΄ επί πλέον είναι θαυμαστή και απαράμιλλη κοινωνία αγάπης και ελέους.
Απαράμιλλο επί του προκειμένου είναι το παράδειγμα της πρώτης Εκκλησίας. Ο Λουκιανός περί τα τέλη του β΄ αιώνος ομολογεί περί των μελών της Εκκλησίας: «Ο πρώτος αυτών νομοθέτης Ιησούς μετέδωκεν εις αυτούς την πεποίθησιν, ότι είναι αδελφοί προς αλλήλους.
Εκτός της ιδιωτικής ελεημοσύνης, η οποία εθεωρείτο «ως μετάνοια αμαρτίας», η αρχαία Εκκλησία είχε καθιερώσει και διοργανώσει αξιοθαύμαστο  σύστημα συλλογής και διαθέσεως ελεημοσυνών.
Κάθε  Κυριακή ή άπαξ του μηνός, έφεραν κατά την ώρα της λατρείας  στον ναό δώρα (χρήματα και φυσικά προϊόντα) και παρέδιδαν  αυτά στον Προεστώτα, ο οποίος έθετε αυτά επί της αγίας Τραπέζης, για να αφιερωθούν   στον  Θεόν και  έτσι οι  /εχοντες ανάγκη πιστοί να τα λαμβάνουν « εκ της χειρός του Θεού».
Εξ αρχής η Εκκλησία έλαβε πρόνοιαν υπέρ των χηρών (Πραξ.ς΄, 1 εξ.) και των ορφανών (Ιακ. Α΄, 27). «Η ρωμαϊκή Εκκλησία», γράφει το 250 ο Επίσκοπος Ρώμης Κορνήλιος, «διατρέφει 15000χήρας και ενδεείς».
Θαυμασία ήτο και η υπέρ των πτωχών μέριμνα της αρχαίας Εκκλησίας. Ο επίσκοπος έπρεπε κατά τας Απ. Διαταγάς να είναι «φιλόπτωχος».
Επίσης ό,τι κατείχε η Εκκλησία εθεωρείτο ως περιουσία των πτωχών. Χαρακτηριστικά ο παραβάτης Ιουλιανός, γράφοντας  προς τον Αρσάκιον ομολογεί: «Οι άθεοι Γαλιλαίοι εκτός των ιδικών των πτωχών διατρέφουν επίσης και τους ιδικούς μας, οι οποίοι όμως στερούνται της ιδικής μας προνοίας».
Η αρχαία Εκκλησία έδειχνε ιδιαίτερη στοργή προς τους ασθενείς (πρβλ. Α’ Θεσσ. Ε΄, 14). Η εξακρίβωση Μέρος των ελεημοσυνών μεταφερόταν  προς τους ασθενείς. Παράλληλα  υπήρχαν και κληρικοί ιατροί, οι οποίοι περιέθαλπαν ιατρικώς τους των ασθενών ήταν έργο των διακόνων. Οι χριστιανές γυναίκες έπαιζαν τον ρόλο της επισκέπτριας αδελφής, επισκεπτόμενες  συστηματικά  κατ΄ οίκον τους –πτωχούς ιδίως – ασθενείς.
Συγκινητική έπειτα ήταν η μέριμνα της αρχαίας Εκκλησίας υπέρ των εν ταις φυλακαίς (Ματθ. κε΄, 36), υπέρ των «δεσμίων» (Εβρ. ι΄34), υπέρ των «δεδεμένων». Όταν οι Χριστιανοί πληροφορούνται ότι εις εξ αυτών εφυλακίσθη ή βασανίζεται ένεκα του ονόματος του Χριστού,  όλοι φροντίζουν για τις ανάγκες του· και όταν είναι δυνατόν να τον απελευθερώσουν, τον απελευθερώνουν . Με τις επισκέψεις των οι Χριστιανοί παρηγορούσαν  τους εν ταις φυλακαίς ευρισκομένους και μετέφεραν σ’ αυτούς τροφή, τη θεία Κοινωνία και γενικώς κάθε τι που θα  τους ανακούφιζε  πνευματικά και υλικά.
Όταν οι Νουμιδοί ληστές( στη Βόρεια Αφρική) είχαν απαγάγει Χριστιανούς, η εν καρχηδόνι Εκκλησία  με  έρανο  συνέλεξε τα προς εξαγοράν  λύτρα. Έγραψε τότε ο Κυπριανός προς τους νομιδούς επισκόπους: «Θεωρούμεν ως ιδικήν μας αιχμαλωσίαν την αιχμαλωσίαν των αδελφών μας και τον πόνον των κινδυνευόντων ως ιδικόν μας πόνον. Οφείλομεν εν τω προσώπω των αιχμαλωτισθέντων αδελφών μας να βλέπωμεν τον Χριστόν και να λυτρώσωμεν ημάς εκ του κινδύνου του θανάτου». Όλοι ταχέως, ευχαρίστως και πλουσίως έδωκαν εισφοράς δια τους αδελφούς.
Αλλ΄ η αρχαία Εκκλησία δεν εγνώρισε μόνο την ατομική εξάσκηση της αγάπης. Έχει συγχρόνως να μας δείξει και υπέροχα παραδείγματα οργανωμένης προνοίας εν τω καιρώ των μεγάλων θεομηνιών. Καθ΄ ην στιγμήν στις μεγάλες θεομηνίες «ουδείς εφρόντιζε δια το κοινόν καλόν, η παρεγνωρισμένη Εκκλησία των Χριστιανών ενεφανίζετο ως ο μόνος κοινωνικός εργάτης και εθνικός σωτήρ. Ώστε κατά τας εποχάς λοιμών, λιμών και λοιπων μεγάλων θεομηνιών, η χριστιανική αγάπη εξεδηλούτο εν όλω αυτής τω μεγαλείω». Οι Χριστιανοί με υποδειγματική αυταπάρνηση και αυτοθυσία περιέθαλπαν  κάθε πάσχοντα, ακόμη και τους εχθρούς διώκτες των. Όταν το 250 εμαίνετο  στην Αλεξάνδρεια η πανώλης και δεν υπήρχεν «οικία εν η ουκ έστιν εν αυτή τεθνηκώς», οι Χριστιανοί, όπως γράφει ο επίσκοπος Διονύσιος, περιέθαλπαν άνευ προφυλάξεως τους ασθενείς.
Οι ειδωλολάτρες όμως έπρατταν εντελώς τα αντίθετα. Εκδίωκαν εκείνους, οι οποίοι μόλις είχαν α αρχίσει να είναι ασθενείς, απέφευγαν και τους πιο στενούς των συγγενείς και τους έρριχναν ημιθανείς στους δρόμους, τους δε νεκρούς τούς έρριχναν  στα σκουπίδια  άταφους.
Και όλοι εδόξαζαν τον Θεό των Χριστιανών και ομολογούσαν, ότι μόνοι αυτοί (δηλ. οι Χριστιανοί) αποδείχθηκαν από τα πράγματα ευσεβείς και αληθινά θεοσεβείς.
Ο Ιουλιανός έλεγεν, ότι «ως επί το πλείστον η αθεΐα (ο Χριστιανισμός) προώδευσε δια της προς τους ξένους φιλανθρωπίας και δια της φροντίδος προς ταφήν των νεκρών».
Κάθε φορά που μια Εκκλησία μαστιζόταν από τη φτώχεια, τις ασθένειες και τους διωγμούς ή  είχε να αντιμετωπίσει εσωτερικούς κινδύνους, έσπευδαν και άλλες Εκκλησίες για ενίσχυση και αρωγή. Ήδη κατά τους αποστολικούς χρόνους έχουμε δείγματα τέτοιας προνοίας. Αξιοθαύμαστη υπήρξεν η  ενίσχυση της  Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, με την καθοδήγηση   του Απ. Παύλου, όταν οι εκκλησίες της Μακεδονίας, της Αχαΐας και της Γαλατίας παρέδωσε η κάθε μία την «λογίαν» της (Ρωμ. ιε΄, 26. Β΄ Κορ. η΄,4, 7-14 θ΄, 1-2) και η αυθόρμητη εκείνη εκδήλωση των Χριστιανών της Αντιοχείας, οι οποίοι  «καθώς ηυπορείτο τις ώρισαν έκαστος αυτών εις διακονίαν πέμψαι τοις κατοικούσιν εν τη Ιουδαία αδελφοίς» (Πραξ. ια΄, 29).

ΜΕΡΟΣ Α΄ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ  

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Πρέπει να βρούμε τις ρίζες μας στην Εκκλησιαστική δράση και ιστορία. Μια ιστορία γεμάτη από χριστιανική αγάπη και αυτοθυσία για τον συνάνθρωπο. Σε εποχή αποχρωματισμένη από τις βάσεις του χριστιανισμού, ομιλίες και εργασίες όπως αυτή, μας ανακαλούν από τα λόγια στο βίωμα.
π. Νεόφυτος

Ανώνυμος είπε...

Η πίστις στον Χριστό δια των έργων της αγάπης.

Ανώνυμος είπε...

Επίκαιρο και διαχρονικό το θέμα. Απάντηση σε όσους ζητούν εξηγήσεις για την προσφορά της Εκκλησίας. Μια προσφορά που υπερβαίνει τις δυνάμεις των μελών της Εκκλησίας.