π. Δημητρίου
Τσουρού
Πριν λίγο καιρό, η Μινεάπολη βρέθηκε στο επίκεντρο
της επικαιρότητας λόγω της δραματικότητας των κοινωνικών της εντάσεων.
Ωστόσο, στο παρελθόν η πόλη αυτή αποτέλεσε το πεδίο μιας άλλης, λιγότερο
θορυβώδους αλλά εξαιρετικά καθοριστικής σύγκρουσης. Πριν από περίπου
135 χρόνια, στους ίδιους δρόμους και στις ίδιες συνοικίες, διακυβευόταν
όχι η δημόσια τάξη, αλλά η πνευματική ταυτότητα εκατοντάδων μεταναστών.
Εκεί γεννήθηκε ένα κίνημα επιστροφής στην Ορθοδοξία, το οποίο έμελλε,
τις επόμενες δεκαετίες, να σημαδέψει καθοριστικά την Ορθόδοξη
παρουσία στο «Νέο Κόσμο».
Η μαζική μετανάστευση των Καρπαθορώσων
Στα τέλη του 19ου αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποδέχθηκαν μαζικά εκατομμύρια μετανάστες από την Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονταν περισσότεροι από εκατό χιλιάδες Καρπαθορώσοι (Carpatho-Rusyns), σλαβικοί πληθυσμοί της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, προερχόμενοι από χωριά των Καρπαθίων Ορέων και τις γύρω περιοχές —εκτάσεις που σήμερα ανήκουν στην Τσεχία, τη Σλοβακία, την Ουγγαρία, την Πολωνία, την Ουκρανία και τη Ρουμανία. Οι Καρπαθορώσοι (γνωστοί επίσης ως Ρουθηνοί, Ρουσίνοι ή Γαλικιανοί) μιλούσαν μια σλαβική διάλεκτο με ισχυρά στοιχεία της παλαιοσλαβονικής γλώσσας και αρκετοί από αυτούς αντιλαμβάνονταν τους εαυτούς τους ως μέλη ενός ευρύτερου ρωσικού πολιτισμικού κόσμου, παρότι διαχρονικά βρίσκονταν εκτός των ορίων ρωσικών κρατικών σχηματισμών.
Η τραυματική κληρονομιά της Ουνίας
Οι Καρπαθορώσοι, προερχόμενοι από περιοχές
με συνθήκες διαβίωσης στα όρια της ανέχειας, κατευθύνθηκαν κυρίως
στις Ανατολικές Πολιτείες των ΗΠΑ, στα ανθρακωρυχεία της Πενσυλβανίας
και στα εργοστάσια της Μινεσότα, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Μαζί
τους, ωστόσο, μετέφεραν και μια σύνθετη και τραυματική εκκλησιαστική
κληρονομιά: την Ουνία. Από τα τέλη του 16ου αιώνα, αρχικά με τη Σύνοδο
του Μπρεστ-Λιτόβσκ (1596) και στη συνέχεια μέσω άλλων ενωτικών συνόδων,
εκατομμύρια Ορθόδοξοι Καρπαθορώσοι βρέθηκαν κάτω από την εκκλησιαστική
δικαιοδοσία της Ρώμης.
«Νομίζαμε ότι ήμασταν Ορθόδοξοι»
Με εξαίρεση τον κλήρο, οι Καρπαθορώσοι —στην
πλειονότητά τους αναλφάβητοι και φορείς μιας προνεωτερικής θρησκευτικότητας—
δεν διέθεταν σαφή συνείδηση αυτής της εκκλησιαστικής υπαγωγής.
Στα χωριά τους διατηρούσαν ακέραιη την ανατολική λειτουργική παράδοση:
το βυζαντινό τυπικό, την παλαιά εκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα,
το Ιουλιανό ημερολόγιο και τον θεσμό του έγγαμου κλήρου. Οι δογματικές
και εκκλησιολογικές διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας και Ελληνοκαθολικισμού
(Ουνίας) είχαν γι’ αυτούς κυρίως ακαδημαϊκό χαρακτήρα. Οι περισσότεροι
πίστευαν ότι ανήκαν σε ένα ιδιαίτερο τμήμα του ορθόδοξου σλαβικού
κόσμου.
Η πραγματικότητα αποκαλύφθηκε με οδυνηρό
τρόπο στο «Νέο Κόσμο», όταν οι Καρπαθορώσοι μετανάστες ήρθαν αντιμέτωποι
με τη ρωμαιοκαθολική ιεραρχία. Οι ρωμαιοκαθολικοί επίσκοποι
αισθάνθηκαν, αφενός, αμηχανία απέναντι στη διαφορετική θρησκευτική
τους ταυτότητα και, αφετέρου, τους αντιμετώπισαν με καχυποψία, υποτίμηση
και απαξίωση. Απαγόρευσαν δε στους Καρπαθορώσους ουνίτες κληρικούς
να τελούν ιεροπραξίες, απαιτώντας την πλήρη υπαγωγή κλήρου και λαού
στις λατινικές ενορίες.
Ο Αλέξιος Τoθ και η αφύπνιση της εκκλησιαστικής
μνήμης
Στην κρίσιμη αυτή ιστορική καμπή αναδύθηκε
στο εκκλησιαστικό προσκήνιο μία από τις πλέον εμβληματικές μορφές
της Ορθοδοξίας στην Αμερική: ο π. Αλέξιος Τοθ. Γεννημένος το 1853
στο Kobylnice της σημερινής Ανατολικής Σλοβακίας, ο Τοθ υπήρξε άνθρωπος
υψηλής μόρφωσης και λιπαράς θεολογικής παιδείας. Ως ουνίτης κληρικός
δίδαξε Κανονικό Δίκαιο και διατέλεσε διευθυντής της ουνιτικής
εκκλησιαστικής σχολής του Πρεσόφ. Το 1889, χήρος πλέον, μετανάστευσε
στις Ηνωμένες Πολιτείες για να αναλάβει την καρπαθορωσική ουνιτική
ενορία της Αγίας Σκέπης (St. Mary’s) στη Μινεάπολη.
Η κρίσιμη στιγμή ήρθε με την επίσκεψή του
στον ρωμαιοκαθολικό επίσκοπο της περιοχής, Αρχιεπίσκοπο του Αγίου
Παύλου, Ιωάννη Ireland. Ο Ireland, ένθερμος υποστηρικτής του λεγόμενου
«αμερικανισμού», επεδίωκε την ταχεία ενσωμάτωση στοιχείων του αμερικανικού
πολιτισμού στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία των ΗΠΑ, προκειμένου αυτή
να προσαρμοστεί ποιμαντικά στις απαιτήσεις της αμερικανικής κοινωνίας.
Στο πλαίσιο αυτής της ανανεωτικής προοπτικής —όπου το αμερικανικό
στοιχείο θα είχε τον πρωτεύοντα ρόλο— η παράλληλη παρουσία μιας
βυζαντινοκαθολικής (ουνιτικής) εκκλησιαστικής οντότητας θεωρήθηκε
αποπροσανατολιστική.
Κατά τη θυελλώδη συνάντησή του με τον Τοθ, ο Ireland αρνήθηκε να τον αναγνωρίσει ως ιερέα και αμφισβήτησε το κύρος της χειροτονίας του. Η απαξιωτική του δήλωση —«δεν σε θεωρώ καθολικό ιερέα»— δεν αποτέλεσε απλώς προσωπική προσβολή, αλλά συμπύκνωνε τον πυρήνα αυτής της νέας ποιμαντικής νοοτροπίας.
Το κίνημα Τοθ
Η στάση του Ireland, σε συνδυασμό με τη γενικότερη
πολιτική της Ρώμης, η οποία απαιτούσε την αποχώρηση των εγγάμων
ουνιτών ιερέων από τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και ο φόβος της πλήρους
αφομοίωσης των ουνιτών στις ενορίες του λατινικού τυπικού, όξυναν
περαιτέρω το αδιέξοδο της καρπαθορωσικής ουνιτικής παρουσίας στην
Αμερική και λειτούργησαν ως θρυαλλίδα, που θα πυροδοτούσε ραγδαίες εξελίξεις.
Τότε, ενώπιον των εκκλησιαστικών αδιεξόδων,
άρχισε να κερδίζει έδαφος η ιδέα επιστροφής στην Ορθοδοξία. Ο Αλέξιος
Τοθ αναζήτησε τον μοναδικό Ορθόδοξο επίσκοπο στις Ηνωμένες Πολιτείες,
τον ρωσικής καταγωγής Επίσκοπο Αλεουτίων Νήσων και Αλάσκας Βλαδίμηρο,
ο οποίος έδρευε στην πόλη του Αγίου Φραγκίσκου. Λίγους μήνες αργότερα,
στις 25 Μαρτίου 1891, (Α΄ Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής
για εκείνη τη χρονιά), η ενορία της Αγίας Σκέπης στη Μινεάπολη
γινόταν επισήμως δεκτή στην Ορθόδοξη Εκκλησία από τον Επίσκοπο
Βλαδίμηρο. Το κομβικό αυτό γεγονός αποτέλεσε την απαρχή ενός εκτεταμένου
κινήματος επανένωσης των Καρπαθορώσων ουνιτών μεταναστών με την
Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ο Αλέξιος Τοθ περιόδευσε σε δεκάδες καρπαθορωσικές
κοινότητες. Με κηρύγματα, κατηχήσεις και απλά αλλά ουσιαστικά
κείμενα, όπως το βιβλίο «Πού να βρείτε την Αλήθεια;», βοήθησε
χιλιάδες ουνίτες να επιστρέψουν στην πατρογονική τους πίστη. Το αποτέλεσμα
υπήρξε εντυπωσιακό: έως την κοίμησή του, τον Μάιο του 1909, δεκαεπτά
ουνιτικές κοινότητες είχαν ήδη ενταχθεί στην Ορθόδοξη Εκκλησία,
ενώ έως τα μέσα της δεκαετίας του 1930 υπολογίζεται ότι περισσότεροι
από 200.000 ουνίτες επανενώθηκαν με αυτήν. Οι κοινότητες αυτές αποτέλεσαν
έναν από τους βασικούς πυλώνες της Ρωσικής Αρχιεπισκοπής Βορείου
Αμερικής —της μετέπειτα Ρωσικής «Metropolia» και αργότερα της
«Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αμερική» (Orthodox Church in America
– O.C.A.)— αιμοδοτώντας
την Ορθοδοξία στις Ηνωμένες Πολιτείες με χιλιάδες νέα μέλη. Η εκκλησιαστική
αυτή προσφορά του Αλεξίου Τοθ αναγνωρίστηκε επισήμως με την αγιοκατάταξή
του από την «Ορθόδοξη Εκκλησία στην Αμερική» (Ο.C.A.) στις 29 Μαΐου του 1994.
Από το «Cum Data Fuerit» στην ίδρυση
της «ACROD»
Εντωμεταξύ, οι τριβές με τη Ρώμη δεν παραμερίστηκαν.
Μετά από παλινωδίες και αμφίσημες νομοκανονικές οδηγίες, το Βατικανό
προχώρησε το 1929 —με το διάταγμα «Cum data fuerit»— στην οριστική απαγόρευση της χειροτονίας
εγγάμων κληρικών, περιορίζοντας ταυτόχρονα σε ασφυκτικό βαθμό την
ήδη περιορισμένη αυτονομία που είχε αναγνωρισθεί στους ουνίτες
με τη σύσταση δύο εξαρχιών το 1924. Η εξέλιξη αυτή στάθηκε αφορμή
και για την πρόκληση ενός δεύτερου μεγάλου κύματος αποχωρήσεων από
την Ουνία. Από αυτή τη νέα «έξοδο» προέκυψε, το 1938, η Ορθόδοξη
Καρπαθορωσική Επισκοπή των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής («American
Carpatho-Russian Orthodox Diocese» – ACROD). Υπό την ηγεσία του π. Ορέστη
Chornock, ο οποίος χειροτονήθηκε στην Κωνσταντινούπολη επίσκοπος
Αγαθονικείας και ανέλαβε καθήκοντα βοηθού επισκόπου του Αρχιεπισκόπου
Αμερικής, περίπου 20.000 Καρπαθορώσοι, πρώην ουνίτες, τέθηκαν υπό
την πνευματική προστασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
Η πράξη αυτή διασφάλισε αφενός την εκκλησιαστική τους αυτονομία
και, αφετέρου, την ακόμη μεγαλύτερη διατήρηση των ιδιαίτερων
καρπαθορωσικών τους παραδόσεων, οι οποίες είχαν αρχίσει σταδιακά
να ευθυγραμμίζονται με ένα πιο ενοποιημένο «μητροπολιτικό» ρωσικό
πρότυπο στις Καρπαθορωσικές ενορίες που είχαν ενταχθεί μέχρι τότε
στη Ρωσική «Metropolia».
Μνήμη, κρίση και εκκλησιαστική μαρτυρία
Η Μινεάπολη βρέθηκε πρόσφατα στο επίκεντρο
της επικαιρότητας ως τόπος δραματικών κοινωνικών αναταραχών και ζυμώσεων.
Ωστόσο, η ιστορική της μνήμη υπενθυμίζει ότι η πόλη αυτή υπήρξε
ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα το σημείο εκκίνησης ενός εντυπωσιακού
πνευματικού ανασχηματισμού, όπου η κρίση λειτούργησε ως αφορμή αφύπνισης.
Η θαυμαστή επιστροφή εκατοντάδων χιλιάδων Καρπαθορώσων —πρώην Ουνιτών—
στην Ορθοδοξία επιβεβαιώνει ότι
ο Θεός ενεργεί μέσα στην ιστορία με τρόπους θαυμαστούς και ανεξιχνίαστους,
αρκεί η ποιμαντική μας συνέργεια να είναι όντως «μαρτυρική».

5 σχόλια:
Το διάβασα το εξαιρετικό αυτό κείμενο και έμαθα πολλά τα οποία ούτε που είχα φανταστεί στο μυαλό μου και δεν γνώριζα για την Ορθοδοξία στην Αμερική και για την μεταστροφή των Ουνιτων στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Το να πω συγχαρητήρια στον π. Δημήτριο θα είναι το ελάχιστο. Πιστεύω ότι όσοι το διαβάσουμε δεν θα μορφωθούμε μόνο εγκυκλοπαιδικά αλλά θα μάθουμε και τμήμα της εκκλησιαστικής μας ιστορίας. Θερμές ευχαριστίες.
Και μία ερώτηση ο Τοθ έχει κάποια σχέση με τα βιβλία που διαβάζαμε στα δικά μας χρόνια;
Πολλά μπορεί να κάνει ΕΝΑΣ που το λέει η καρδιά του και επιθυμεί να βρουν τον δρόμο της Αλήθειας και άλλοι.
Καταπληκτικό!!!
Εκείνος ήταν ο Tihamer Toth και ο συχωρεμενος ο Γιανναράς έλεγε ότι ήταν προτεστάντης. Άρα είναι άλλος.
Σαν κείμενο είναι εξαιρετικά γραμμένο, δομημένο, κατανοητό και έχει μία πολύ καλή διαίρεση σε ενότητες. Ως πηγή γνώσης για την ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας στον Νέο Κόσμο της Αμερικής, είναι ένα αριστούργημα και από πλευράς έρευνας και από παρουσίασης της ιστορικής αλήθειας. Ταυτόχρονα είναι και μία υπενθύμιση ότι ο Άγιος Θεός μας, μπορεί να αναδείξει την Ορθοδοξία όσοι Ουνίτες, Ρωμαιοκαθολικοί (οι οποίοι θα επωφεληθούν και από την Ουνία), Προτεστάντες και κάθε είδους άλλη ομολογία μπορεί να κυριαρχεί προσωρινά.
Δημοσίευση σχολίου