Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

Ι. Ναός Παντοκράτορα: «η πρωτεύουσα των ενταύθα εκκλησιών» - Γεώργιος Ανδρουτσόπουλος


Ι. Ναός Παντοκράτορα:
«η πρωτεύουσα των ενταύθα εκκλησιών»*

Του Γεωργίου Ι. Ανδρουτσόπουλου
Λέκτορα του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Αθηνών – Δικηγόρου

«Κείμενος επί υψώματος κατά το μέσον της επάνω πόλεως καθίσταται περίβλεπτος πανταχόθεν. Η στέγη εις σχήμα Βυζαντινόν, ομοιάζουσα τον της Καπνικαρέας και του Αγίου Θεοδώρου Αθηνών, παριστά μαρμάρινον λόφον, ως να εκεντήθη με βελόνην δια τας λειτουργίας του. Θόλος περί το μέσον υψούται και φωτίζεται δια παραθύρων υαλοφράκτων πολυχρώμων. Φεγγίται ημικυκλικοί, εις τα πλάγια αυτού, δίδουσι φως εις άλλα μέρη της στέγης. Πυραμοειδή δε πυργώματα, ως μικροί θολίσκοι, επί στηλίδων στηριζόμενα, περικοσμούσι τα πλάγια. Αι γραμμαί των τοξοειδών κορωνίδων έχουσι οδοντώσεις και διάκοσμον μαιάνδρων ως κέντημα».

Με αυτόν τον γλαφυρό τρόπο περιγράφει ο ιστορικός της Ζακύνθου Π. Χιώτης, το 1884, τον ναό του Παντοκράτορα, ο οποίος είναι κτισμένος πάνω στην εμπορικότερη και μόνη πλατεία οδό επί τουρκοκρατίας, τη γνωστή οδό Μπολσοκάκ, που δεν είναι άλλη από τη σημερινή οδό Παντοκράτορος. Πάνω σε αυτόν τον δρόμο υπήρχαν καταστήματα, πολυτελείς κατοικίες τούρκων αξιωματούχων, καθώς και το πολυτελές Σεράι του Μπέη Κούνα, γνωστό ως το Σεράι της κυρά Κούνενας. Από τον Παντοκράτορα, μέχρι το Κάστρο των Πατρών, τη σημερινή οδό Γερμανού και περίπου μέχρι τα Ταμπάχανα, ήταν η συνοικία της Μουριάς, που είχε πάρει το όνομά της από ομώνυμο δένδρο που υπάρχει από το 1540 μέχρι και σήμερα, πίσω από το Ιερό του Ναού.


Ο ναός του Παντοκράτορα ανεγέρθηκε περί το έτος 900 μ. Χ. πάνω στα ερείπια του αρχαίου ναού του Ολυμπίου Διός. Κατά την ενετοκρατία μετατράπηκε σε Καθολική εκκλησία, αφιερωμένη στον Άγ. Ανδρέα, όπου εγκαταστάθηκε η λατινική μονή των Καρμηλιτών Ανυποδήτων μοναχών (1687), ενώ αργότερα, επί τουρκοκρατίας, μεταβλήθηκε σε τέμενος (τζαμί), με την ονομασία Koursoum cami, με μολυβδοσκέπαστο, δηλαδή, θόλο. Σύμφωνα με τον ιστορικό των Πατρών, Στ. Θωμόπουλο, (Ιστορία της πόλεως Πατρών, 1950), κατά την έναρξη της Επαναστάσεως 1821, οι πρώτες σφαίρες που ρίφθηκαν στην Πάτρα εναντίον των Τούρκων ήταν από το μολύβι του θόλου του τζαμιού.

Ένας Γάλλος περιηγητής, ο J. Mangeart, στo βιβλίο του "Souvenirs de la Morie" (1830) περιγράφει το τζαμί ως «ένα τέμενος πολύ καθαρό» και προσθέτει ότι πριν από την Επανάσταση «ίσως ήτανε η μητροπολιτική Εκκλησία των Ελλήνων που κατοικούσαν στας Πάτρας … Με μερικές επιδιορθώσεις που θα έπρεπε να γίνουν θα ήταν η πιο όμορφη και η πιο ευρύχωρη Εκκλησία αυτής της πολιτείας». Αυτή τη μεγαλοπρέπεια του Παντοκράτορα εκφράζει και το λαϊκό άσμα, σε στίχους Θοδωρή Γκόνη και μουσική Νίκου Ξυδάκη: «Στην Πάτρα ο Παντοκράτορας, Το λεν στην Πάνω Πόλη, Μοιάζει με αυτοκράτορα,
Που τον λατρεύουν όλοι». Σε αυτόν, μάλιστα, τελούνταν, μετά την ίδρυση του νεώτερου ελληνικού κράτους, όλες οι επίσημες τελετές, όπως τα «αποβατήρια» του βασιλέως Όθωνα (1836) ή η δοξολογία για την εγκατάσταση του α´ νομάρχη Αχαΐας και Ήλιδος Γ. Γλαράκη (1833), ο οποίος καταγόταν από χιώτικη, λευιτική οικογένεια.

Είναι, ίσως, γνωστό ότι ο ναός του Παντοκράτορα υπήρξε η πρώτη Μητρόπολη των Πατρών. Σε διαθήκη, που συντάχθηκε στις 29 Νοεμβρίου 1829 και διασώζεται στη Μονή του Γηροκομείου, μνημονεύεται, μεταξύ άλλων, και ο ναός του Παντοκράτορα, στον οποίον ο εν Πάτραις Δημ. Σαμαρτζής αφήνει κληροδότημα για να μνημονεύεται στις λειτουργίες, ενώ κατά την απογραφή των ιερών ναών, που έγινε το 1830 από τον Μητροπολίτη Θηβών, έκτακτο εκκλησιαστικό τοποτηρητή Π. Πατρών [1830-1832] και μετέπειτα Επίσκοπο Λοκρίδος [1833-1852] Αγαθάγγελο [Μυριανθούση] ο ναός του Παντοκράτορα αναφέρεται ως καθεδρικός. Μάλιστα, τον εν λόγω ναό πρότεινε για καθεδρικό και ο συντάκτης του σχεδίου της πόλεως Πατρών Στ. Βούλγαρης προς τον κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια (1829) «ένεκα του μεγέθους του και της ωραίας τοποθεσίας του»…   

Πέραν τούτων, απόκειται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και ειδικώς, στο αρχείο της Γραμματείας επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως και στον Φάκελο με αριθ. 90 υπό την ένδειξη «Επισκοπή Αχαΐας» (1833-1835) ένα, άγνωστο μέχρι σήμερα, έγγραφο· πρόκειται για την με ημερομηνία 5 Ιανουαρίου 1835 (αριθ. πρωτ. 4176) επιστολή του Νομάρχη Αχαΐας και Ηλίδος Γ. Γλαράκη προς την επί των Εκκλησιαστικών Γραμματείαν. Αφορμή η ανεύρεση στον προαύλιο χώρο του, μη υπάρχοντος πλέον, ναού του Αγ. Βασιλείου Πατρών ιερών αργυρών σκευών, τα οποία παρέλαβε, κατ´ εντολή της Διοικήσεως, η Νομαρχία. Κατά τη μαρτυρία, μάλιστα, ενοριτών του άνω ναού, τα εν λόγω σκεύη ανήκαν σε αυτόν, από τον οποίον τα είχαν αφαιρέσει οι Τούρκοι, οι οποίοι φόνευσαν τον τότε εφημέριο του ναού την ημέρα της Βαϊφόρου, «καθ` ην εξερράγη ο κατά των Τούρκων πόλεμος». Προέκυψε, τότε, το ζήτημα σε ποια εκκλησία θα έπρεπε να παραδοθούν προς χρήση τα εν λόγω σκεύη. Έτσι, ο Νομάρχης, με τη συγκατάθεση του Επισκόπου Αχαΐας και του Δημογέροντα της πόλεως, έκρινε δίκαιο να προτιμηθεί ο ναός του Παντοκράτορα, με το σκεπτικό ότι αυτός είναι «σήμερον η πρωτεύουσα των ενταύθα Εκκλησιών». Και καταλήγει ο Νομάρχης: «τούτο, νομίζω, θέλει ευχαριστήση, όχι μόνο τους τότε ενορίτας του Αγ. Βασιλείου, αλλά και τους πλειοτέρους των λοιπών πολιτών».

Μετά την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (1830) η τυπική οργάνωση της Ενορίας απασχόλησε επανειλημμένως την Πολιτεία. Το 1833 λ.χ. επί βασιλέως Όθωνος, η ευθύνη των Ενοριών ανατέθηκε στους Δήμους. Μάλιστα, η Ι. Σύνοδος του Βασιλείου της Ελλάδος, με εγκύκλιο της 2 Δεκεμβρίου 1833 ζήτησε από κάθε Επίσκοπο να καταγράψει τους πρεσβυτέρους και διακόνους της Επισκοπής του και να προσδιορίσει με «ενυπόγραφο αποδεικτικό του» την ενορία που θα αναλάμβανε κάθε ένας από αυτούς, η κάθε δε ενορία θα έπρεπε να απαρτίζεται από 50 τουλάχιστον οικογένειες. Στη συνέχεια, με τον Νόμο για τις ενορίες του 1910 (ν. 3596) ο ενοριακός Ναός αποκτά, πρώτος, νομική προσωπικότητα, η οποία προσδιορίζεται ως δημοσίου δικαίου το 1923. Αποτελεί, έτσι, αυτοτελές νομικό πρόσωπο «έχων ιδίαν περιουσίαν». Η διαίρεση των πόλεων και των χωρίων σε περισσότερες της μιας ενορίας, καθώς και η σύμπτυξη περισσοτέρων ενοριών κανονίζεται με Βασιλικό Διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από απόφαση του οικείου Δημοτικού Συμβουλίου και τη συμβουλευτική γνωμοδότηση του επιχώριου Επισκόπου. Μάλιστα, με νέο, τροποποιητικό νόμο της 21 Δεκεμβρίου 1911 (ν. 3967) ορίζεται ότι σε περίπτωση που τα Δημοτικά Συμβούλια αμελήσουν ή αρνηθούν να ασκήσουν τα εκ του νόμου δικαιώματά τους, καλείται στην ενάσκηση αυτών η οικεία Εκκλησιαστική Αρχή.

Τον κίνδυνο αυτόν επισημαίνει και ο τότε Δήμαρχος Πατρέων Δημ. Βότσης, έναν περίπου μήνα μετά την ψήφιση του ανωτέρω νόμου, κατά τη συνεδρία του Δημοτικού Συμβουλίου της 16 Ιανουαρίου 1912.
Πιο συγκεκριμένα, όπως σημειώνει ο «Νεολόγος Πατρών» στο φύλλο της Τρίτης 17 Ιανουαρίου 1912, αφού ο Δήμαρχος έλαβε τον λόγο, παρατήρησε πως «εξεδόθη νόμος όστις ορίζει, ότι αν το Συμβούλιον δεν ορίση τας ενορίας θα ορίση αυτάς η Επισκοπή. Δι´ αυτό προτείνω, όπως μείνουν ως έχουν αι ενορίαι και μόνον να μεταβληθή η της Αγ. Αλεξιωτίσσης και Αγ. Παρασκευής», όπως και έγινε. Κατά τη μαρτυρία του Χρ. Κορύλλου (Χωρογραφία της Ελλάδος), στην Πάτρα υπήρχαν, το 1903, 9 μεγάλοι ενοριακοί ναοί, εκ των οποίων 4 στην Άνω Πόλη και 7 παρεκκλήσια, με συνολικώς 30 εφημερίους, ενώ με βάση την καταγραφή του Ευάγ. Κοφινιώτη (Η εν Ελλάδι Εκκλησία), στην τότε Επισκοπή Πατρών και Ηλείας και συγκεκριμένα στον Δήμο Πατρέων λειτουργούσαν, το έτος 1897, συνολικώς 39 ενορίες με 78 εφημερίους.

Έτσι, μετά από πρόταση του επί των Εκκλησιαστικών Υπουργού Απ. Αλεξανδρή, εκδίδεται στις 17 Μαρτίου 1912 από τον Γεώργιο Α´ Βασιλικό Διάταγμα «περί ορισμού των ενοριών των χωρίων του δήμου Πατρέων», το οποίο δημοσιεύεται στις 10 Απριλίου στην «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βασιλείου» (φύλλο Α´/110). Μεταξύ των 8 ενοριών της πόλεως των Πατρών ορίζεται και αυτή του Παντοκράτορος «εις ην συμπτύσσεται και το παράρτημα του ναού Αγ. Αναργύρων», ο οποίος εγκαινιάστηκε στις 20 Ιουλίου 1927 και αποτελεί μέχρι και σήμερα παρεκκλήσιο του ναού του Παντοκτάτορα.

Ο ναός υπέστη, από της ανεγέρσεώς του, διάφορες, κατά καιρούς, επισκευές και ανακαινίσεις. Η πρώτη αποπερατώθηκε από τον αρχιτέκτονα Γ. Ψύλλα το 1864 «δημιουργηθέντων πολλών τρούλλων, κατά το πρότυπο της Αγίας Σοφίας». Εν συνεχεία, κατά τον «Νεολόγο Πατρών» της 26 Μαρτίου 1920, ο ναός ανακαινίζεται με τη φροντίδα του νέου εκκλησιαστικού συμβουλίου, του οποίου προεδρεύει ο ρέκτης Ι. Ζωγόπουλος. Πιο συγκεκριμένα, κατασκευάσθηκε ωραιότατο εικονοστάσιο βάσει σχεδίου του αρχιτέκτονα Γεωργ. Καραβέλα, ο οποίος είχε επιμεληθεί και άλλους ναούς των Πατρών, επισκευάστηκαν και χρωματίστηκαν οι τρούλοι και διαρρυθμίστηκε η πλατεία του ναού. Χαρακτηριστικό είναι ότι τουλάχιστον μέχρι το 1938 ο ναός δεν διέθετε εσωτερικό καλλωπισμό, «λόγω των εισδυόντων εκ των ρωγμών των τρούλλων ομβρίων υδάτων», τα οποία θα κατέστρεφαν, ως είναι ευνόητο, κάθε τέτοια εξωραϊστική προσπάθεια («Νεολόγος», 6 Ιουλίου 1938). Έτσι, σπουδαιότερη όλων των επισκευαστικών προσπαθειών υπήρξε του έτους 1951, όταν έλαβε χώρα η επικάλυψη με χαλκό όλων των τρούλων της στέγης, την οποία επέβαλε η εξασφάλιση από την υγρασία της αγιογραφήσεως και διακοσμήσεως του εσωτερικού του ναού. Είχε, μάλιστα, συσταθεί προς τούτο ειδική επιτροπή, η οποία από Φεβρουάριο μέχρι Δεκέμβριο 1950 διαχειρίστηκε από δωρεές και εράνους συνολικώς το ποσό των 47.25.311 δρχ, σύμφωνα με τη λογοδοσία που δημοσιεύθηκε στον Τύπο της εποχής («Νεολόγος», 17 Ιανουαρίου 1951).

Πλείστες όσες υπήρξαν και οι, κατά καιρούς, δωρεές ευσεβών κατοίκων της πόλεως προς τον ναό. Μεταξύ αυτών, η δωρεά ωραίας Πύλης από τη μητέρα του τότε Δημάρχου Πατρέων Ευρυδίκη Ανδρικοπούλου ή Μπουκαούρη, η οποία συντέλεσε στη διακόσμηση του Τέμπλου του ναού («Το Φως», 4 Αυγούστου 1919) και η ανώνυμη προσφορά χρυσοκέντητης αποκαθήλωσης μετά πολυτελούς θήκης και τραπέζης («Νεολόγος», 6 Απριλίου 1923). Μάλιστα, στο «Αρχείον των Βλαχοπαπαδόπουλων των Πατρών», που καταλογογράφησε, το 1983, ο ιστορικός Κ. Τριανταφύλλου, απόκειται το από 10 Απριλίου 1870 έγγραφο, με το οποίο οι επίτροποι και ιερείς του ναού Παντοκράτορος ευχαριστούν τον Γ. Βλαχοπαπαδόπουλο, ανιψιό του εκ Πατρών Αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοφίλου, που έζησε στην Πάτρα μέχρι το 1851, διαμένων σε οικία στη διασταύρωση των οδών Σωτηριάδου και Παντοκράτορος, για δωρηθέντα (στον ναό του Παντοκράτορος) επιτάφιο εις μνήμην του πατρός του.  

Οι εικόνες του τέμπλου είναι έργο του Ιωαννικίου [Καυσοκαλυβίτου] και η αγιογράφηση του Σπ. Ψαρρού. Με απόφαση του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως (αριθ. πρωτ. 15904), την οποία υπογράφει, εντολή Υπουργού, στις 24 Νοεμβρίου 1962, ο Γεν. Διευθυντής Ι. Παπαδημητρίου, η «Εκκλησία Παντοκράτορος εν Πάτραις» χαρακτηρίζεται ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο (Ε.τ.Κ. Β´ 473). Ενόψει τούτου, από και δια της θεσπίσεως του αρχαιολογικού Ν. 3028/2002, ο ναός του Παντοκράτορα κατέστη εκ του νόμου, ως θρησκευτικό πολιτιστικό αγαθό, αντικείμενο κρατικής μέριμνας, ήτοι υπήχθη πλέον στις προστατευτικές ρυθμίσεις του άνω νομοθετήματος.

Ο Ναός, στον οποίο διακονούν σήμερα 4 εφημέριοι, εκ των οποίων ο π. Περικλής Ρίπισης είναι υπεύθυνος της ιστοσελίδας του (www.inpp.gr), που περιέχει χρήσιμες, μεταξύ άλλων, πληροφορίες για την ιστορική και φωτογραφική παρουσία του ναού, πανηγυρίζει προεχόντως την 6η  Αυγούστου, εορτή της Μεταμορφώσεως, καθώς και την 15η Δεκεμβρίου, εορτή του Αγ. Ελευθερίου, Επισκόπου Ιλλυρικού, η δεξιά χειρ του οποίου βρίσκεται, εξ Αγίου Όρους, αποθησαυρισμένη, ήδη από το 1870, εντός του.
Ενδεικτική βιβλιογραφία:
Ι. Σιδερόπουλος, Ιεροί Ναοί των Πατρών, Πρωτοκλήτεια, 2010.
Α. Μάλλιαρης, Η Πάτρα κατά τη βενετική περίοδο, 2008.
Ι. Φ. Αθανασόπουλου, Ο θρησκευτικό βίος των Πατρών, 2006.
Α. Λαμπροπούλου-Α. Μουτζάλη, «Η πόλη των Πατρών κατά την παλαιοχριστιανική και τη Βυζαντινή Περίοδο» σε: Πάτρα: από την αρχαιότητα έως σήμερα, 2005.
Λ. Βρεττός, Πάτρα, 1998.
Κ. Τριανταφύλλου, Ιστορικόν λεξικόν των Πατρών, 1995.
Στ. Θωμόπουλου, Ιστορία της πόλεως Πατρών, 1950.    

* Δημοσιεύτηκε στο ένθετο της «Πελοποννήσου της Κυριακής» «Σελίδες της Αγάπης» της 11 Οκτωβρίου 2015 (σ. 4/24 – 5/25).

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

H Iστορια του Ναού ειναι μοναδική.Διάβαζα κάποια στοιχεία και σκεφτόμουνα ότι αυτό το μεγαλείο πρέπει να αναδειχθεί

Ανώνυμος είπε...

Είναι πράγματι ένα Βυζαντινό ΜΝΗΜΕΙΟ για την Πάτρα. Μάλλον και το μοναδικό.