Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΔΙΑ ΤΟΝ ΟΣΙΟ ΠΟΡΦΥΡΙΟΝ ΤΟΝ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΝ (1906-1991) - ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΝΟΝΣΗ


ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ κ. ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΝΟΝΣΗ, ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΤΗΝ  ΗΜΕΡΙΔΑ  [ 13.3.2017 ]
Με θέμα: ‘’Το μεγαλείο της μετανοίας στη ζωή του ανθρώπου’’

ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΔΙΑ ΤΟΝ ΟΣΙΟ ΠΟΡΦΥΡΙΟΝ
ΤΟΝ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΝ (1906-1991)

Είναι γνωστά, από διάφορα εκλεκτά βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει για τον Όσιον μας Γέροντα Πορφύριο αλλά, «υπακοής ένεκεν», θα μεταφέρω και εγώ, ελάχιστα πνευματικά βιώματα-αναμνήσεις, για τον ‘Οσιο μας Γέροντα.

Την εποχή που ήταν στα Καλλίσια, στο Μετόχι της Ι. Μονής Πεντέλης, σε ένα μικρό Μονύδριο, τον ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ και πηγαίναμε για τις όμορφες και κατανυκτικές Θ. Λειτουργίες και Αγρυπνίες, περί τα έτη 1974, (το έτος 1979, εγκαταστάθηκε στο Μήλεσι, σε ένα τροχόσπιτο, στην αρχή, μέχρι της θεμελιώσεως εις τον Χώρον αυτό, του Καθολικού της Ι. Μονής ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ, στις 26/2/1990), μου τηλεφώνησε ένας εξάδελφος μου, Καθηγητής Φυσικής, ότι είχε κάποια «προβλήματα» και επειδή είχε ακούσει για τον Γέροντα Πορφύριο, αν μπορούμε, να τον συναντήσουμε εκεί. Όντως, ήλθε στη Ν. Πεντέλη, στο σπίτι μου. Έτυχε εκείνη την ώρα να είναι κοντά μου και μία νεαρά γνωστή μου.

Δόξα τω Θεώ, βρήκαμε τον Γέροντα. Του μίλησα πρώτη αλλά, από ευγένεια, του είπα να περάση προηγουμένως ο εξάδελφος μου και μετά η νεαρά. Ο εξάδελφός μου που λίγο «αμφέβαλε» για το «χάρισμα» του Γέροντα είχε μπει στο Κελλάκι, με τον «ανάλογο» λογισμό. Ο Γέροντας το κατάλαβε. Το ρώτησε πως τον λένε και από που κατάγεται. Του απήντησε εκείνος, ότι από ένα χωριό έξω από τα Ιωάννινα. Και του λέει ο Γέροντας: «Τί όμορφα που είσθε εκεί! Τί όμορφα Εκκλησάκια έχετε!». «Ναι.», του απήντησε εκείνος, «Έχουμε μία μεγάλη Εκκλησία και δύο Παρεκκλήσια μικρά.
«Όχι!», του λέει ο Γέροντας, «ΤΡΙΑ Εκκλησάκια έχετε.». Και πάλι επιμένει ο εξάδελφος και του λέει: «Όχι, Γέροντα. Δύο.». «Και τότε», πάλι του λέει ο Γέροντας: «εκείνο το όμορφο Εκκλησάκι που είναι ψηλά από εκείνο το βουνό. Δεν το θυμάσαι;» Και τότε ο εξάδελφος του λέγει: «Ναι, Γέροντα, συγγνώμη, έχετε δίκηο. Έχετε πάει στο Χωριό μου;». Και του απαντά ο Γέροντας: «Όχι Μωρέ, δεν έχω πάει ποτέ αλλά, το βλέπω!». Αυτό λοιπόν ήταν αρκετό για να χάσει ο εξάδελφος και να του ανοίξη την καρδιά του και να βγη από το Κελλάκι, με μια «χαμένη» και εντυπωσιασμένη έκφρασι. Κάτι παρόμοιο, έγινε και με την Νεαρά. Τους κράτησε λίγο και μετά, τους είπε να περάσω εγώ.
. . . . . . . . . .

Μου μίλησε σα να με είχε πνευματικό του τέκνο και μάλιστα από χρόνια ενώ, πήγαινα μόνο για τις Θείες Λειτουργίες και αγρυπνίες.
Ήταν φοβερά όσα αποκαλυπτικά που μου είπε και πόση στοργή μού έδειξε. Από τότε τον είχα πάντα πνευματικό μου και «Γέροντα» ¨αγαπημένο».
Και όταν πλέον εγκαταστάθηκε στο Μήλεσι, εννοείται, με βοηθούσε ο Χριστός μας και πήγαινα και στις Θείες Λειτουργίες και για να τον βλέπω ιδιαιτέρως ή με κάποια «ξεχωριστά» πρόσωπα.

Μια φορά με παρακάλεσε ένας Αρχιερεύς (υπάρχει και σήμερα) και μου λέει: «Είναι ανάγκη για ένα σοβαρό θέμα να δω τον Γέροντα Πορφύριο αλλά, να μη το μάθουν οι άλλοι, δεν θέλω να έλθω με το αυτοκίνητό μου της Μητροπόλεως. Μπορούμε να πάμε;». «Ασφαλώς.», του απάντησα.
Την άλλη μέρα, με ένα γνωστό μου κύριο, Εκπαιδευτικό και αξιόλογο άνθρωπο και με ένα «ανάλογο» εντυπωσιακό αυτοκίνητο, πήγαμε με τον Σεβασμιώτατο. Παρενθετικώς δε σημειώνω, ότι κάποια φορά του είπα ότι σκέπτομαι να πάρω αυτοκίνητο και μου απάντησε έντονα ο Γέροντας: «Όχι! Αυτοκίνητο δε θα πάρης αλλά, ούτε και θα σου λείψη όταν το χρειάζεσαι!». Όντως δε, με τις Ευχές του, έτσι έγινε και γίνεται… Δόξα τω Θεώ.
Όταν πήγαμε στο Κελλάκι του Γέροντα, πήγε μόνος του ο Αρχιερεύς μέσα και για αρκετή ώρα «τα είπαν».
Όταν τελειώσανε «με φωνάζει ο Αρχιερεύς για να πάμε και εμείς στο Κελλάκι. Μείναμε λίγη ώρα, είπαμε δύο τρία τυπικά λογάκια και μετά, επειδή όπως τον είδα τον Γέροντα ξαπλωμένο στο κρεββατάκι του και με υπομονή τόση ώρα να τα λένε με τον Αρχιερέα, λυπήθηκα και λέω: «Πάμε μία βόλτα λίγο μέχρι την θάλασσα, να εισπνεύσουμε λίγο καθαρό και θαλασσινό αεράκι;». «Τί είπες;», μου λέει. Το επανέλαβα. Σκέφθηκε λίγο και μου λέει: «Ναι, έχεις δίκηο. Φώναξε να με ετοιμάσουν κα πάμε.». Έτσι και έγινε. Πήγαμε σε ένα όμορφο σημείο, δίπλα από τη θάλασσα και με ανοιχτές τις πόρτες του αυτοκινήτου, μείναμε αρκετή ώρα και είπαν αρκετά πλάι με τον Σεβασμιώτατο. Ήλθε η ώρα και επιστρέψαμε
Στην επιστροφή, σκέφθηκα: «Αρκετά είπαν με τον Αρχιερέα, εκκλησιαστικά και διάφορα, να τους δώσουμε και λίγη «χαρά»;». Και του λέει: «Γέροντα ο κ. Διονύσιος, έχει όμορφη φωνή και γνωρίζει σπάνια και όμορφα τραγούδια, πατριωτικά, Μωραΐτικα κ.λ.π. να μας τραγουδήση κάτι;». Και του απαντά ο Γέροντας: «Ναι, πες Διονύσιε.». Και τότε εκείνος, άρχισε με τη μελωδική και βροντερή φωνή του, να τραγουδά. Πήγαινε δε σιγά σιγά για να πη περισσότερα. Ο Γέροντας ενθουσιάστηκε: «ΜΠΡΑΒΟ Διονύσιε, πες κι άλλα.». Και όντως είπε. Είπε δε και το γνωστό: «ΣΠΙΝΕ μου, μου αρέσει το ψάλσιμό σου.». «Τα λέγεις όλα πολύ καλά. Πλην, πες μου ποιος είναι ο δάσκαλός σου που σου μαθαίνει τη μουσική;». « Διδάσκαλός μου που μου μαθαίνει τη μουσική, είναι ο Ψάλτης όλου του κόσμου η εύνοιά του η πατρική.». Είπε και άλλα αρκετά. Τελικά αφήσαμε τον Γέροντα και φύγαμε.
Στο δρόμο, λέει στον Σεβασμιώτατο: «Χίλια Συγγνώμη Σεβασμιώτατε, που μπροστά σε έναν Γέροντα και σε έναν Αρχιερέα, όχι μόνο έψαλλα αλλά και, τραγούδησα αλλά, σκέφθηκα για να λέη η Σωτηρία να τραγουδήσω, τραγούδα Διονύσιε. Επίσης, να δήτε και το θαύμα του Θεού: Όταν παρασύρθηκα και είπα και άλλα, είπα και το τραγουδάκι, «Στου Βοριά το μπαλκονάκι, στρώσε μου να κοιμηθώ. Βάλε στρώμα πουπουλένιο, πάπλωμα μεταξωτό και μαξιλάρι, τα χεράκια σου τα δυο.» και δόξα τω Θεώ Σεβασμιώτατε μου έφερε ο Θεός τα λογάκια στο νου μου και συνέχισα: «και για μαξιλάρι ΔΥΟΣΜΟ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΙΚΟ.».». Ο Σεβασμιώτατος έσκασε στα γέλια.
Όταν άλλη φορά είδα τον Γέροντα, μου λέει: «Μωρέ, χάρηκα εκείνη την ημέρα που πήγαμε κάτω στη θάλασσα με τον Δεσπότη αλλά, περισσότερο χάρηκα και με τα τραγούδια του Διονύση! Χάρηκα!». Του είπα: «Γέροντα να του πω όσα σας είπε εκείνη την ημέρα, να τα μαγνητοφωνήσει και να σας τα φέρη σε μια κασσέτα να τα ακούτε όταν θα είσθε μόνος;». Και μου απαντά: «Ναι, πες του αλλά, ένα λεπτό. Όταν τραγουδήσει για τον σπίνο, να του πης να μην πη: «ΣΠΙΝΕ» αλλά, «ΑΗΔΟΝΙ», γιατί ο σπίνος δεν τραγουδά όμορφα και γλυκά όπως το αηδόνι.»
Όντως έγινε και πήγαμε. Αλλά, όταν πήγαμε με τον Διονύσιο, ο διάδρομος πριν από το Κελλί του, ήταν γεμάτος από κόσμο και δεν ήταν εύκολο ο Διονύσιος και εγώ να περιμένουμε.
Λέγω, λοιπόν, με ένα σοβαρό ύφος στους αδελφούς μας: «Συγγνώμη αλλά πηγαίνουμε μία «Υπόθεση του Γέροντος και δεν είναι δυνατόν να περιμένουμε κ.λ.π.». «Όντως, με ευχαρίστηση δέχθηκαν.
Μόλις μπήκαμε, του λέω: «Γέροντα ο κ. Διονύσιος, έφερε την κασσέτα . Να σας πη ένα τραγουδάκι στο αυτί και μετά να φύγουμε;». «Ναι.», είπε, «Πες μου Διονύσιε.».
Έτσι κι έγινε. Χαρούμενος, μας σταύρωσε, μας έδωσε την Ευχή του και φύγαμε.
Και σήμερα ακόμη ο Σεβασμιώτατος, όταν έρθει η συζήτηση για τον Άγιο Γέροντα Πορφύριο, διηγείται πάλι όχι μόνο τα τότε που έζησε με το Γέροντα, τις άγιες στιγμές, αλλά και, σήμερα σε κάποια αδιέξοδα αναφέρει λόγια του Γέροντος.
Μία φίλη μού είπε: «Εσύ που γνωρίζεις καλά τον Γέροντα, να πάμε μαζί μια μέρα και να έχω και τον αδελφό μου μαζί για να τον σταυρώση, γιατί έχει πρόβλημα, με το στομάχι του, υγείας.». Φυσικά δέχθηκα και πήγαμε. Αφού μείναμε για λίγη ώρα και οι τρεις και του εξήγησα, μετά τον αφήσαμε μόνο του με τον νεαρό για να του μιλήση πιο ελεύθερα. Τελικά, φύγαμε. Στο δρόμο έβλεπα τον νεαρό σοβαρό και αμίλητο αλλά, για να μη φανώ αδιάκριτη, δεν το ρώτησα τι είπαν με τον Γέροντα.
Το βράδυ αργά, με παίρνει τηλέφωνο η αδελφή του, η φίλη μου, και μου λέει: «Ακούμπησε στο σημείο εκείνο και του είπε: «Δεν έχεις τίποτα από αυτό αλλά, πρόβλημα στα γεννητικά σου όργανα και αν δεν πας να το δης, δε θα μπορέσης να κάνεις παιδί όταν παντρευτής.». Γι’ αυτό και στο δρόμο ο αδελφός της ήταν σκεπτικός, γιατί τα είχε χαμένα. Όντως έγιναν, όπως είπε ο Γέροντας.
. . . . . . . . . .

Μία μέρα, η μακαριστή η μητέρα μου, πηγαίνοντας από το ένα δωμάτιο στο άλλο, έπεσε αλλά, δεν έσπασε τίποτα… Και ξανά περπάτησε μετά.
Το βράδυ αργά, μου τηλεφωνεί ο Γέροντας και η πρώτη του λέξις ήταν: «Η μητέρα σου τί κάνει;». Του απαντώ: «Καλά Γέροντα αλλά, τώρα πριν λίγο έπεσε, ευτυχώς δεν έπαθε τίποτα. «ΟΧΙ!», μου απαντά με έμφαση, «Έπαθε εγκεφαλικό. Αύριο να την πάτε στο γιατρό.». Το είπα στον αδελφό μου που έμενε δίπλα και όντως το πρωί την πήγαμε. Ασφαλώς περπατούσε. Την έβαλαν στο φορείο το ιατρικό για τις εξετάσεις. Εκείνη την ώρα, εκδηλώθηκε η παράλυση του αριστερού μέρους.
Έμεινε στο νοσοκομείο. Την άλλη ημέρα είδα τον ιατρό που την είχε αναλάβει. Ήταν γνωστός μου και μου λέει: « Δυστυχώς θα μείνει λίγες ημέρες ακόμη. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε αλλά, συμβαίνει και κάτι άλλο και πρέπει να γίνουν και άλλες εξετάσεις.
Την επόμενη ημέρα, με παίρνει τηλέφωνο ο Γέροντας: «Πάρετε γρήγορα τη μητέρα σου από το Νοσοκομείο. Θα την πεθάνουν.». Του απαντώ: «Γέροντα, ο ιατρός είναι καλός και γνωστός μου. Μου είπε θα την κρατήσουν λίγο ακόμη για κάποιες άλλες εξετάσεις.». Μου απαντά νευριασμένος λίγο: «Άκουσες τι σου είπα. Θα την πεθάνουν.». Και τότε μου λέει: «Η αιτία είναι αυτή: Υπάρχει στο έντερο ένα σημείο που λέγεται «ανιών κωλών». Εκεί είναι η αιτία και της δίδουν άλλα φάρμακα κ.λ.π.».
Την άλλη ημέρα βλέπω τον Ιατρό και του λέω: «Κύριε …, έχω ένα θείο μου ιατρό και μου είπε να προσέξετε το τάδε σημείο, γιατί εκεί είναι η αιτία κ.λ.π.». Εκείνος με άκουγε σκεπτικός. Μετά μου λέει: «Χθες το διαπιστώσαμε αυτό και της αλλάξαμε τη θεραπεία κ.λ.π. Μόνον που πρέπει να μείνη λίγες ημέρες ακόμη.». Και όπως και έγινε. Μετά από δύο ημέρες, την πήραμε. Τηλεφώνησα στον Γέροντα για να τον ενημερώσω. Μου απήντησε: «Δόξα τω Θεώ! Να ζήση λίγα χρόνια, όπως και να ‘ναι, να την έχεις συντροφιά…». Μετά πέντε χρόνια φυσικά, έβλεπα τον Γέροντα πάντα. Μου τηλεφωνεί κάποια μέρα και μου λέει: «Αυτή την εβδομάδα, μην πας πουθενά, γιατί θα φύγη η μητέρα σου…». Όπως κι έγινε.
. . . . . . . . . .

Επίσης, ήτο μεγάλη και συγκινητική η συμπαράστασις του προς τον Μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών ΣΕΡΑΦΕΙΜ, όπως φαίνεται και στο Βιβλιαράκι περί του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, που κυκλοφορεί και διατίθεται στην Ι.Μ. Μεταμορφώσεως στο Μήλεσι Αττικής. Κάτι μόνον επιπλέον που δεν αναγράφεται στο Βιβλιαράκι, περί του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ.
Ένα βράδυ, κατά τις 9 μου τηλεφωνεί ο Γέροντας και μου λέει με αγωνία: «Τί κάνει ο Μακαριώτατος;». Του λέγω: «Γέροντα, δεν τον παίρνω και συχνά τηλέφωνο. Δεν έχω ακούσει κάτι.». Και μου απαντά: «Να τον πάρης τώρα και πες του ο ΓεροΠορφύριος ρωτά πως είσθε και περιμένει να του απαντήσω.». Όντως τηλεφώνησα στον Μακαριστό Σεραφείμ και του λέω: «Μακαριώτατε, αυτό μου το τηλεφώνημα μη το «χρεώσετε» σε μένα, γιατί τώρα μόλις με πήρε τηλέφωνο ο Γέροντας και με ρώτησε τι κάνετε. Του απάντησα: «Πρέπει να είναι καλά αλλά, δε γνωρίζω.». Και μου λέει έντονα: «ΠΑΡΕ τον τηλέφωνο, ρώτησε και περιμένω.».». Και ο Μακαριστός απαντά: «Τί λε βρε παιδί. Τώρα μόλις μπήκα στο δωμάτιο μου και ακόμη δεν έβγαλα ούτε το ράσο μου. Γύρισα από τον οφθαλμίατρο μου, για μία επέμβαση στο μάτι μου και είχα δώσει εντολή να μη το μάθη κανείς. Πες του, τον ευχαριστώ υπερβολικά. Με τις Ευχές του, πήγανε όλα καλά.».
Και πήρα τηλέφωνο στον Γέροντα, το είπα και με ανακούφιση λέει: «Δόξα τω Θεώ!».
. . . . . . . . . .

Κάποια φορά, μου είπε ένας γνωστός Δικηγόρος: «Είχα κάποια σοβαρή υπόθεση, μιας εξαιρέτου  «Υψηλής» Κυρίας, η οποία ήταν εξαίρετος άνθρωπος, υπερβολικά μορφωμένη κ.λ.π. αλλά, πήγαινε σε Εκκλησία, δεν εξομολογείτο κ.λ.π. δεν πίστευε.». Κάποια φορά, βρήκα ένα τρόπο και την έπεισα να έλθη μαζί μου στον Γέροντα Πορφύριο. Ήλθε, μόνον από ευγένεια προς το πρόσωπό μου. Μπήκαμε στο Κελλάκι του Γέροντα και όταν εγώ έκαμα την αρχή για τις «συστάσεις» περί της Κυρίας στον Γέροντα, εκείνος αμέσως λέγει: «Φύγετε. Φύγετε αμέσως.. Να πας στο σπίτι σου.». Εγώ τα έχασα, που λένε, και ομολογώ ξαφνιάσθηκα με την συμπεριφορά του Γέροντα. Του λέγω: «Γέροντα, η Κυρία και εγώ ήλθαμε να σας δούμε, να πάρουμε την ευχή σας κ.λ.π.». Και απαντά εκείνος: «Φύγετε αμέσως τώρα, προλάβετε. Η κόρη της στο σπίτι παίρνει φάρμακο για να αυτοκτονήση. Φύγετε.». Και όντως έτσι γινόταν αλλά, με τις Ευχές του Γέροντα, πρόλαβε την κόρη της.
. . . . . . . . . .

Πριν δώσω, αρχικώς το έργο – Βιβλίο «Περί του Γέροντος Ιερωνύμου» στον Εκδοτικό Οίκο, παρακάλεσα, δι’ επιστολής μου και τον μακαριστό Γέροντα Παΐσιο του Αγίου Όρους, να με πληροφορήση, αν εγνώριζε κάτι, περί του Γέροντος Ιερωνύμου και την γνώμη του περί της συγγραφής του βιβλίου. Ο Γέρων Παΐσιος μου απήντησε δι’ επιστολής του και μου συνέστησε να το διαβάση προηγουμένως ο π. Πορφύριος, διότι μοιάζει πνευματική ειδικότητα του ενός μετά του άλλου κ.λ.π.
Ο Άγιός μας Πορφύριο, όταν του το είπα , μου λέγει: «Ποιος κάνει τον Πρόλογο;». Του απάντησα: « Ο κ. Πάσχος, Γέροντα. Τον γνωρίζετε;». Και απαντά: «Αφού το είδε ο κ. Πάσχος, που είναι και Καθηγητής Πανεπιστημίου, δεν χρειάζεται να το δω εγώ, ένας αμόρφωτος άνθρωπος.».
Εν συνεχεία και με διστακτικότητα στην υπενθύμισή μου: «Γέροντα, τί θα κάνουμε τώρα, που έτσι γράφει ο π. Παΐσιος, ότι πρέπει να το δήτε και εσείς;».
Και τότε, υπακούων ο μεγάλος και Άγιος Γέροντας Πορφύριοςστον Αγιορείτη Πατέρα, σήμερα και εκείνον Άγιον Παΐσιον, λέγει: «Καλά. Πάρε το Κείμενο και διάβαζε μου από το τηλέφωνο, όπου σου λέω. Διάβασε 15 σελίδες από την αρχή. Δέκα σελίδες μετά την 65η σελίδα κ.λ.π. κ.λ.π.». Τις σελίδες που υποδείκνυε και τις διάβαζα, τηλεφωνικώς, τις άκουγε μετά πολλής προσοχής. Κάποιες λέξεις υπέδειξε προς διόρθωσιν, ιδίως για την λέξι: «άγχος», που κάπου ανεγράφετο, μου λέει με έντονο ύφος: «Σβήσε την αυτήν την λέξι. Να μην υπάρχη στο βιβλίο σου. Δεν επιτρέπεται στον Χριστιανό. Τώρα είναι εντάξει, να το δώσης στο τυπογραφείο. Με την Ευχή μου.».
. . . . . . . . . .

ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ.

Και κάτι πιο προσωπικό. Πρόσφατα, είχα μεγάλη θλίψη και βλέποντας παραπονετικά την Εικόνα του, του λέω: «Άγιε Γέροντα, δεν είσαι εντάξει. Τόσα χρόνια με γνωρίζεις . Πηγαίνω στην Ι. Μονή του, κάθε 15 ημέρες κ.λ.π. Για μένα δεν θα ενδιαφερθείς;». Όντως σε λίγες ημέρες, ετέλεσε το θαύμα του και το τελεί. Είναι ζωντανός έντονα και στοργικός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: