Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Η … «ΑΠΙΣΤΙΑ» ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΜΟΥ - ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ


Η …  «ΑΠΙΣΤΙΑ»   ΤΗΣ   ΠΙΣΤΗΣ   ΜΟΥ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ  ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ

       Δεν ξέρω αν ή πόσο είναι θεμιτό, αλλά ας μου συγχωρηθεί με αυτό τίτλο, και τον υπότιτλο, «είναι η πιο καλή εξομολόγησή μου», να καταθέσω τις σκέψεις που ακολουθούν στο Ευαγγέλιο της Κυριακής του Θωμά.
       Στο ωραιότατο απόσπασμα του Ευαγγελίου του Ιωάννη, που μέρος του ακούμε την Κυριακή του Πάσχα, στον Εσπερινό της Αγάπης, και ολόκληρο την επόμενη του Θωμά, κάνουμε ένα σοβαρό λάθος. Κατευθύνουμε όλη μας την προσοχή στο παρεμπίπτον περιστατικό της απιστίας-δυσπιστίας του Θωμά, και πλάθουμε γύρω από αυτό ανώγια και κατώγια. Δεν την επικεντρώνουμε, ως θα έπρεπε, στο πρωταρχικό, το κυρίαρχο, το απόλυτο γεγονός, αυτό της παρουσίας του Αναστηθέντος Κυρίου που αλλάζει ριζικά όλα τα δεδομένα ! Ούτε στη δωρεά της ειρήνης του, και της χάρης του Αγίου Πνεύματος στους Μαθητές, ως τις πηγές της δύναμης για τη Σταυρική αποστολή τους.
       Αλλά ! Εκείνες τις δύστηνες ώρες η απιστία δεν είχε χτυπήσει μόνο την πόρτα της ψυχής του Θωμά, μα και των υπόλοιπων Δέκα, και αυτήν του ευρύτερου κύκλου των γύρω από το πρόσωπο του Χριστού ανθρώπων !
Ο Σταυρός και ο θάνατός του είχαν λειτουργήσει μέσα τους καταλυτικά, τους είχαν προκαλέσει ψυχικά κατάρρευση σαν από σεισμό πολλών ρίχτερ, είχαν ισοπεδώσει συθέμελα όσα είχαν ιδεί, ακούσει, και ζήσει τρία ολόκληρα χρόνια κοντά του, και αυτές τις τελευταίες διαβεβαιώσεις του, ότι  «μετά τρεις ημέρας εγείρομαι», που ο απόηχός τους κρατούσε ακόμα στις ακοές τους.
      Το χειρότερο είναι ότι δεν προσέχουμε καθόλου εκείνο ευθύβολο, «ότι εώρακάς με πεπίστευκας», με το οποίο ο Χριστός ουσιαστικά απορρίπτει τον τύπο της πίστης του Θωμά, όπως και τον αντίστοιχο των άλλων Δέκα. Από τούτο δεν προσέχουμε το άνοιγμα της δυναμικής διακήρυξής του. «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» !  Τα εγκαίνια μιας πίστης άλλης μορφής, από ακλόνητη  μέσα «θέα» της παρουσίας του, στην επερχόμενη φαινομενικά επίγεια απουσία του., Πίστη που θα κάλυπτε στο εξής τους Μαθητές, και όσους θα τον ακολουθούσαν στο πέρασμα των αιώνων. Γι αυτό δεν ασχολούμαστε, ούτε εξετάζουμε πώς θα τη φτάσουμε όσο είναι εφικτό στον άνθρωπο.
*****    ***    ******
       Το πρωταρχικό, λοιπόν, το κυρίαρχο, το απόλυτο γεγονός που αλλάζει ριζικά όλα τα δεδομένα. είναι η παρουσία του Αναστηθέντος Κυρίου. Όπως φαίνεται λίαν ευδιάκριτα στο,  «εωράκαμεν τον Κύριον», με το οποίο «οι άλλοι μαθηταί» κοινωνούν στο Θωμά με τη χαρά πρότερης συνάντησης μ’ Εκείνον, απόντος αυτού, έστω κι αν εκληφθεί τούτο με την έννοια, «πήγε η καρδιά μας στον τόπο της»,
       Αλλά ! Εικόνα και αίσθηση, και προτύπωση των συγκλονιστικά δραματικών που έμελλε να βρουν το Χριστό, μα και παράδοξων και θαυμαστών, τους είχε δοθεί πολλαπλώς. Όπως ενδεικτικά, τότε που «ην εναντίος ο άνεμος», κι αυτοί παράδερναν σε δεινή τρικυμία ανοιχτά της λίμνης Γενησαρέτ, «σταδίους πολλούς από γης», πάνω σ’ ένα πλοιάριο καρυδότσουφλο, «βασανιζόμενον υπό των κυμάτων». Και, «τη τέταρτη φυλακή της νυκτός», ένας απλός περίπατος του Χριστού πάνω στα αφρισμένα κύματα άρκεσε να κοπάσει τη φοβερή ανεμοζάλη, και να γαληνέψει με τη θάλασσα και την ψυχή τους. Το ανάλογο σε φυσική μεγέθυνση είχε συμβεί τώρα. Όμως η «τρικυμία» από το Σταυρό και το θάνατο του Χριστού έχει λειτουργήσει μέσα τους καταλυτικά, τα έχει αφανίσει όλα.
        Γι αυτό μένουν έγκλειστοι σε φιλικό σπίτι, «δια τον φόβον των Ιουδαίων», και φτάνουν να απιστούν στο χαρμόσυνο άγγελμα «Ανέστη ο Κύριος», που τους κομίζουν ασθμαίνουσες, πλην απερίγραπτα περιχαρείς οι Μυροφόρες, οι «από θέας γυναίκες ευαγγελίστριαι». Θεωρούν το άγγελμα του μέγιστου, του κοσμοϊστορικού γεγονότος παραλήρημα αφελών γυναικών, «εφάνησαν ωσεί λήρος τα ρήματα ταύτα», και δεν τις πίστευαν,  «και ηπίστουν αυταίς» !
     
Το αυτό και οι δύο Μαθητές της πορείας προς Εμμαούς. Συμπορεύονται ώρα με τον Αναστηθέντα ανάμεσά τους, και φτάνουν να τον ελέγχουν, «ως μόνο κάτοικο της Ιερουσαλήμ που δεν πήρε είδηση για τα φοβερά και φρικτά συμβάντα εκεί», και για τα παράδοξα και θαυμαστά παρεπόμενα. Και όχι μόνο, αλλά και του πετούν κατά πρόσωπο τη μαύρη απελπισία τους, για το όνειρο που έσβησε, την ελπίδα τους που χάθηκε, «και ημείς ηλπίζαμεν ότι Αυτός εστίν ο μέλλων λυτρούσθαι τον Ισραήλ», παρότι δείχνουν να έχουν ακούσει τα των Μυροφόρων χαρμόσυνα. Ξαλαφρώνουν, βέβαια, λίγο, όταν «τας περί Σου προφητείας ανέταξας»-ανέπτυξες- διό και τον  παρακαλούν, χωρίς να έχουν καταλάβει ποιος είναι. «Μείνον μεθ’ ημών, ότι προς εσπέρας εστί, και κέκλικεν η ημέρα» ! Σε λίγο νυχτώνει, πού θα πας μέσα στο σκοτάδι. Αλλά ως εδώ, τίποτε παραπέρα. «Αβλεψία» κατάφωρη «άγνοια» απίστευτη, το είπε ο Κύριος, ήταν  «ανόητοι και βραδείς τη καρδία» !
      Όμως έμεινε. Ο Χριστός δεν αρνείται την παρουσία του σε όποιον ειλικρινά την επιζητεί και τη θέλει. Το βεβαιώνει η Αποκάλυψη διακριτικά, παραστατικά. τρυφερά, «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω. Εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού, και αυτός μετ’ εμού»-γ,20.. Αυτό έκαναν κι οι δυο, ευτυχώς, άνοιξαν τη θύρα. Και έμεινε, κάθισε στο τραπέζι, ευλόγησε τον Άρτο, άνοιξε τα μάτια τους, τα φυσικά, και της ψυχής, τον αναγνώρισαν, Αυτός ήταν, τον έχασαν ! Καιγόταν από πριν η καρδιά τους για την παρουσία του, το βεβαιώνουν, Ευαγγελιστής Λουκάς, «ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν, ως ελάλει ημίν εν τη οδώ και ως διήνοιγεν ημίν τας γραφάς:»-24,32-και Υμνογράφος, «ων και προ τούτου αι καρδίαι προς γνώσιν σου ανεφλέγοντο». Βράδυναν όμως πολύ, κι έλαβαν χάρη μικρή, πλην για μεγάλη χαρά αρκετή !
       Παράτησαν στη μέση το τραπέζι αυτοστιγμεί, αγνόησαν νύχτα και σκοτάδι αυτοί, έβαλαν στα πόδια φτερά, έφτασαν ασθμαίνοντες και αυτοί στα Ιεροσόλυμα, επίσης και λίαν περιχαρείς, και ανάγγειλαν, και απάγγειλαν στους Ένδεκα Αποστόλους το δικό τους «εωράκαμεν τον Κύριον». Το είχαν τόση ανάγκη όλοι εκείνες τις ώρες. Ήταν η αναπτέρωση !
******   ***   ******
        Αυτά οφείλουμε να τα διαβάζουμε πολύ προσεκτικά, οι λέξεις να ηχούν μια-μια συνάμα σε αυτιά, νου, και καρδιά, για να πιάνουμε το σφυγμό των πραγμάτων, την ατμόσφαιρα που επικράτησε εκείνες τις δραματικές ώρες στο στενό και ευρύ κύκλο των ανθρώπων του Χριστού. Για να βλέπουμε τα πράγματα όπως ήταν, «ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα», επαναλαμβάνω,, παρά τα όσα είχαν ιδεί, ακούσει, ζήσει κοντά του ! Και να μπορούμε να διακρίνουμε την μετά ταύτα απροσμέτρητη διαφορά ! Να κατανοούμε το θαύμα της μεγάλης αλλαγής, που άρχισε να αυγάζει μέσα τους αμέσως μετά την Ανάσταση, και ολοκληρώθηκε την Πεντηκοστή, στα ίδια αυτά πρόσωπα, τους Μαθητές του Χριστού. Και, να εντοπίζουμε την πηγή της αλλαγής,, ομολογώντας με τον Απ. Παύλο ότι, «και τούτο», η εξ άλλης «θέας» πίστη, «ουκ εξ ημών, Θεού το δώρον» ! Δικό μας όμως μόνιμο μερτικό και αίτημα θερμό, η λαχτάρα, «η καιομένη καρδία προς γνώσιν σου» ! Να καταλαβαίνουμε το μέγα λάθος που κάνουμε κατευθύνοντας την προσοχή μας στο παρεμπίπτον γεγονός, την απιστία-δυσπιστία του Θωμά, και μη επικεντρώνοντάς την στο πρωταρχικό, το κυρίαρχο, το απόλυτο, την παρουσία του Αναστημένου που τα αλλάζει ριζικά όλα !
       Για να καταλαβαίνουμε ότι, ο Χριστός δεν ενοχλήθηκε από την απιστία-δυσπιστία του Θωμά, αφού και του έδειξε, και τον κάλεσε να ψαύσει, «φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε, και ίδε τας χείρας μου, και φέρε την χείρα σου, και βάλε-ψαύσε-εις την πλευράν μου» !, Ήταν όμως ριζικά αντίθετος και απέρριψε τον τύπο της πίστης που έδειχνε να εισάγει, όπως και τον αντίστοιχο των άλλων Ένδεκα. «Ότι εώρακάς με πεπίστευκας», με είδες και πίστεψες, τι άλλο μπορούσες να κάνεις;
      Αλλά η πίστη σου αυτή δεν είναι πίστη. Δεν είναι εμπιστοσύνη καρπός μανικής προσωπικής αφοσίωσης και αγάπης μου, είναι απλή φυσική θέα, κοινό λογικό συμπέρασμα. Και η απλή φυσική θέα, το κοινό λογικό συμπέρασμα, δεν είναι «άλλη πίστη, από μέσα θέα», είναι κοινή κοινότατη λογική διαπίστωση και αποδοχή μιας παρουσίας. Η πίστη όμως που θέλω Εγώ είναι βαθύ βίωμα, κρατάει μέσα σου την παρουσία μου ζωντανή και στην απουσία της ! Δεν τη χάνει ούτε λεπτό από τα μάτια και την καρδιά της ! Ακόμα κι όταν, ή ιδιαίτερα όταν, είναι «πολλοίς συνεχόμενος πειρασμοίς», ή χτυπιέται από δυσάρεστα και ατυχείς καταστάσεις !
      Γιατί όλα αυτά υπερκαλύπτονται από τη συγκλονιστική εμπιστοσύνη και αγάπη στο πρόσωπο της απουσίας, που την κρατάει σταθερά σε διαρκή εγρήγορση, η από «άλλη θέα» πίστη. Και, αποκτούν απόλυτη αξία ιδιαίτερα, όταν την απουσία προκαλεί διωγμός, κατατρεγμός, άλλη αρνητική ατμόσφαιρα, κατάσταση και τάξη πραγμάτων. Τέτοια ώρα η πίστη του Θωμά και των άλλων θα ήταν de facto άχρηστη ! Θα είχε νικηθεί από τον πειρασμό του κήπου της Γεθσημανή, τον πειρασμό που επεσήμαινε ο Χριστός, όταν σήκωνε τους τρεις από τον ύπνο και έλεγε με παράπονο: «Ούτε μίαν ώραν ουκ ησχύσατε γρηγορείσαι μετ’ εμού»;. Αλλά και πρόσθετε: «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν», τους έδειχνε τη συστοιχία, «εγρήγορση και προσευχή», ως βασικές συνιστώσες ανανέωσης αυτής της πίστης. Κανείς δεν ξέρει, αν όντας «οι οφθαλμοί αυτών βεβαρημένοι», τον άκουσαν. Τα πράγματα έδειξαν ότι παρά «το μεν πνεύμα (τους) πρόθυμον», είχαν νικηθεί από το, «η δε σαρξ ασθενής».
     Αφήνει, λοιπόν, ο Χριστός την «πίστη» του, «ότι εώρακάς με πεπίστευκας», και μετακινεί το Θωμά, τους Δέκα, και όσους έμελλαν να τον δεχτούν στους αιώνες των αιώνων στην πίστη του. «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Εγκαινιάζει την πίστη που θα έχει πέραση και θα ενδυναμώνει όσους θα τον ακολουθούν από δω κι εμπρός, που θα άρει από τη γη την άκρας συγκατάβασης παρουσία του, το «εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λαβών». Ακριβώς εκείνη την απελπιστική γι αυτούς στιγμή αναστυλώνει την ψυχή τους με το σπόρο της γαλήνης του, «ειρήνη υμίν», με την προκαταβολή του Αγίου Πνεύματος, «λάβετε Πνεύμα Άγιον», αυτού που θα τους έστελνε, «ου μετά πολλάς ταύτας ημέρας».
       Ήταν και τέλειος άνθρωπος, και ήξερε καλά, φάνηκε στον κήπο της Γεθσημανή, την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης. Ήξερε όμως και αυτό που την κρατάει ενωμένο με την Αγάπη του, και αυτό έδωσε. Γιατί πέρα από όλα ήξερε ότι αυτό θα μπορεί να κρατάει το «ναι» της ελευθερίας της φύσης μας στην Αγάπη του ακόμα και όταν θα έχει βυθιστεί κανείς στα βάραθρα της αμαρτίας, ως βεβαιώνει, «ο Πρώτος μετά τον Ένα» Απόστολος Παύλος, «ου δε επλεόνασεν η αμαρτία, υπέρ επερίσσευσεν η χάρις» !
       Κρυμμένος ίσως σε κάποια γωνιά, ή περπατώντας αφανώς πλάι-πλάι μ’ εμάς, περιμένει να ακούσει από τον όποιο άνθρωπο στη δική του ώρα. «Σε εμπιστεύομαι Αναστημένε Κύριε Ιησού Χριστέ, κι ας μη σε έχω αντικρύσει ούτε μια φορά». Εμπιστεύομαι την απεραντοσύνη της Αγάπης, που Εσύ μόνο ξέρεις να δείχνεις. Λοιπόν. «Ναι έρχου, Κύριε Ιησού», και αφανώς, αν έτσι προτιμάς, μη μας αφήνεις ούτε στιγμή, κάνε να νιώθουμε κάθε στιγμή τη σωτήρια πνοή της παρουσίας σου !  
******  ***   ******
    Αυτά αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον σήμερα που η πίστη πάει να περάσει σαν «μια γυμναστική του νου», τελικό συμπέρασμα αλυσίδας λογισμών και συλλογισμών. Αποκτούν ξεχωριστή σημασία σ’ αυτή την εποχή μεγάλου κενού και του «μεταμοντέρνου χάους». Γιατί ως παραπλήσια, πλην τόσο αληθινά επισημαίνει ο Δανός χριστιανός φιλόσοφος Σαίρεν Κίρκεγκααρτ, «ο Θεός δεν είναι μια ιδέα που την αποδείχνουμε, είναι ένα Πρόσωπο σε σχέση με το οποίο ζούμε» ! Για τούτο η πίστη που ζητάει να δει «τύπους των ήλων» ή «να βάλει το δάκτυλο στην πληγή της πλευράς του Χριστού», δεν είναι πίστη αληθινή, δεν είναι χριστιανική πίστη, είναι κοινή αίσθηση, απλή γνώση. Δεν έχει δεχτεί την ειρήνη του Χριστού, ούτε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Δεν έχει γευτεί «Σώμα και Αίμα Χριστού», αλλά ξυλοκέρατα, σαν εκείνα της πείνας του ασώτου.  Γι αυτό και δεν έχει «ζωήν», ούτε, «περισσόν ζωής», ζωή με το παραπάνω, ζωή που νικάει το θάνατο. Μπορεί να βλέπει μπροστά στα μάτια της θαύματα, και να τα αποδίδει, ως οι Φαρισαίοι, «Βεελζεβούλ τω  άρχοντι των δαιμονίων».
       Η πίστη είναι δωρεά της ειρήνης του Χριστού και της χάρης του Αγίου Πνεύματος, και δεν έχει ανάγκη ούτε να δει ούτε να πιάσει κάτι. Βλέπει διάχυτη την αβυσσαλέα αγάπη του Θεού σε άψυχα και έμψυχα, και το λαλεί και το κράζει, «κατενόησα τα έργα Σου και εδόξασά Σου την θεότητα» ! Την Τριαδική θεότητα που «Αγάπη εστί» ! Για τούτο είναι πίστη ζωντανή και μένει ακλόνητη στην απουσία, ιδιαίτερα αν αυτή την προκάλεσε η όποιας μορφής ή έντασης θύελλα απιστίας ή μπόρα. Και είναι άξια του υπέροχου μακαρισμού του Κυρίου: «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες».
     Η αλήθεια αυτών φαίνεται καθαρά, από τη στάση των ίδιων αυτών Μαθητών, Αποστόλων  μετά την Πεντηκοστή, από την ανάλογη στάση της χρυσής αλυσίδας των Μαρτύρων και των Αγίων της Εκκλησίας στους αιώνες των αιώνων. Η χριστιανική πίστη είναι δωρεά της ειρήνης του Χριστού, της χάρης του Αγίου Πνεύματος. Δικό μας μερτικό, «η…«απιστία» της πίστης μας», η συγκλονιστική κραυγή εκείνου του πατέρα: «Πιστεύω Κύριε. Βοήθει μου τη απιστία». Και ολοκληρώνεται αυταπόδεικτα στην παράκληση των Μαθητών: «Κύριε, πρόσθες ημίν πίστιν» ! Ως θερμή και αδιάκοπη αίτηση, στην οποία δεν αργεί να ανταποκριθεί, ιδιαίτερα όταν τα παιδιά ή αδέλφια του, οι χριστιανοί έχουμε την πίστη κινητήρια δύναμη αγάπης στον όποιο άνθρωπο.
    Από αυτά κι αυτά και άλλα στον αρχικό τίτλο, «η … «απιστία» της πίστης μου», και τον υπότιτλο, «είναι η καλύτερη εξομολόγησή μου», οφείλω να προσθέσω. «Είναι και η πιο θερμή προσευχή μου» 
«Προσκυνούμεν Αυτού την τριήμερον Έγερσιν»
Με «την αγάπην την πρώτην, (ην ουκ) αφήκα

Αθανάσιος Κοτταδάκης

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Είναι και αυτή μια άλλη πτυχή σκέψεως επί του ευαγγελικού αυτού αναγνώσματος. Πολλά μπορείς να βγάλεις και να ωφεληθείς από το πολύτιμο μεταλλείο της Αγίας Γραφής.