Κατά την απουσία μου εις Αυστραλία δεν θα κάνω αναρτήσεις.


Κυριακή, 29 Ιουλίου 2018

Ποῦ κυττάζουμε; - π. Γρηγόριος Μουσουρούλης


Κυριακή Η´Ματθαίου
Λόγος εἰς τό Εὐαγγέλιον
Ποῦ κυττάζουμε;
« Βλέπων τόν ἄνεμον ἰσχυρόν ἐφοβήθη » (Ματθ. ιδ΄20)

Ἐνῶ οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ μας παλεύουν μόνοι τους ὅλη τήν νύχτα μέ τά ἄγρια κύματα, λίγο πρίν ξημερώσει ὁ Κύριος ἔρχεται κοντά τους περπατώντας ἐπάνω στά νερά, καί, καθώς ἐκεῖνοι τόν παίρνουν γιά φάντασμα, τούς καθησυχάζει λέγοντας: Ἔχετε θάρρος. Ἐγώ εἶμαι. Μή φοβᾶ­στε.
Τότε, ὁ πάντοτε φλογερός Πέτρος τοῦ δός μου ἐντολή νά ρθῶ κοντά Σου περπατώντας κι᾽ ἐγώ, ὅπως κι ἐσύ πάνω στά νερά·  καί, μόλις ὁ Κύριος τοῦ δίνει τήν ἄδεια, ἀρχίζει νά βαδίζει  ἐπάνω στή θάλασσα, σάν νἄταναι στεριά!   Ἐκείνη τήν ὥρα δηλαδή ζεῖ στήν ἀτμόσφαιρα ἑνός θαύματος. Καί οἱ συμμαθητές του ἀσφαλῶς μέ τεντωμένα τά νεῦρα καί τά μηνίγγια νά χτυπᾶνε δυνατά τό ἴδιο σκέπτονται!   Ὅμως...  ἐδῶ  ἀκριβῶς ὁ φλογερός μαθητής κάνει τό μεγάλο του λάθος. Καθώς αἰσθανόταν τόν ἄνεμο νά φυσάει δυνατά, γιά μιά καί  μόνο στιγμή ἔπαυσε νά κυττάζει τόν Κύριο καί ἔστρεψε τήν προσοχή του στήν μανιασμένη θάλασσα. Τό τρομερό θέαμα τόν ἐφόβισε.
Ἡ σκέψη ὅτι κάτω ἀπό τά πόδια του χάσκει ἡ ἄβυσσος, ἔκαμε νά κλονισθεῖ     πίστη  του. Ἐγέμισε ἀμφιβολίες καί δισταγμούς. Καί τήν ἴδια ἀκριβῶς στιγμή πού οἱ λογισμοί τῆς ἀμφιβολίας κύκλωναν σάν μέλισσες καί κέντριζαν τό μυαλό του, ἄρχισε νά βουλιάζει στήν ἀγριεμένη θάλασσα.
Τό λάθος τοῦ ἀποστόλου Πέτρου εἶναι κάτι, πού τό ἐπαναλαμβάνουμε ἴσως καί ἐμεῖς συχνά στήν ζωή μας. Γι' αὐτό καί θά ἐπιμείνουμε σήμερα σ᾽ αὐτό τό σημεῖο. Θά δοῦμε: Πῶς τό διαπράττουμε αὐτό τό λάθος ἐμεῖς, ποιές οἱ συνέπειές του, καί πῶς θά τίς ἀποφύγουμε.
****
« Βλέπων τόν ἄνεμον ἰσχυρόν ἐφοβήθη »
Μιλήσαμε γιά λάθος τοῦ Πέτρου καί μάλιστα λάθος τραγικό. Ποιό ἀκριβῶς ἦταν τό λάθος του; Νά τό ποῦμε καί νά τό ἐπαναλά­βουμε, ἀδελφοί. Τό μεγάλο λάθος τοῦ Πέτρου ἦταν τό ὅτι γιά μία μόνο στιγμή ἔπαυσε νά κυτ­τάζει τόν Κύριον καί ἔστρεψε τήν προσοχή του στήν τρικυμισμένη   θάλασσα.
Κάτι ἀνάλογο δυστυχῶς γίνεται καί ἀπό ἐ­μᾶς, ὅταν ἀντιμετωπίζουμε στενοχώριες καί βά­σανα στή ζωή μας. Στρέφουμε τότε τήν προσοχή μας ἐκεῖ, στούς ἰσχυρούς ἀνέμους, στήν τρικυ­μία, στά προβλήματα πού μᾶς βασανίζουν. Ἀπα­σχολούμαστε διαρκῶς μ᾽ αὐτά, τά γυροφέρνουμε συνεχῶς στό νοῦ μας. Κολλάει ἡ σκέψη καί ὁ λογισμός μας σ᾽ αὐτά. Θἄλεγε κανείς πώς ἡ σκέψη μας γυρνάει συνέχεια στά προβλήματα καί τά βάσανά μας σάν τήν μύγα γύρω ἀπό τό γιαλί τῆς λάμπας.
Ξεχνᾶμε πώς ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας εἶναι τό νά φθάσουμε στόν Κύριο περπατώντας ἐπάνω στά κύματα, ἀντιμετωπίζοντας δηλαδή τίς δυσκο­λίες μέ τήν πίστη καί μένοντας ἀνεπηρέαστοι ἀπό αὐτές. Καί τί παθαίνουμε; Ἀσχολούμαστε μέ τόν ἄνεμο καί τά κύματα. Ξεχνᾶμε τόν σκοπό μας! Νομίζουμε πώς τά προβλήματα αὐτά θά μᾶς πνί­ξουν. Λησμονοῦμε τό παντοδύναμο παράγγελμα τοῦ Κυρίου πού μέ τόση ἁπλότητα καί φυσικό­τητα ἀπηύθυνε στόν Πέτρο: «ἐλθέ», τοῦ εἶπε, ἔλα. Αὐτό τό «ἐλθέ»  τό  ἀπευθύνει καί σέ μᾶς ὁ Θεός, καί ὅμως ἐμεῖς τά χάνουμε. Δέν δίνουμε σημασία στήν τόσο ἔντονη διαβεβαίωσή Του, ὅτι Ἐκεῖνος φροντίζει γιά τά πάντα στήν ζωή μας καί ὅτι οὔτε μία τρίχα δέν πέφτει ἀπό τό κεφάλι μας, χωρίς ὁ Ἴδιος νά τό ἐπιτρέψει, διότι ὅλες τίς ἔχει μετρημένες: «αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς ὑμῶν πᾶσαι ἠρίθμηνται· μή οὖν φοβεῖσθε...» (Λουκ. ιβ' 7), μᾶς συνιστᾶ.
Καί ὅμως ἐμεῖς φοβόμαστε. Ἐνεργοῦμε σάν νά εἴμαστε ὀρφανοί. Σάν νά μή ἔχουμε Πατέρα στοργικό «ἐν τοῖς οὐρανοῖς», ὁ Ὁποῖος νά παρακολουθεῖ τή ζωή μας μέ ἄπειρη στοργή καί ἀγάπη. Ὁπότε... 
*****
Συμβαίνει ἀκριβῶς αὐτό, πού συνέβη καί στόν ἀπόστολο Πέτρο. Ἔρχεται ὁ φόβος: «βλέ­πων δέ τόν ἄνεμον ἰσχυρόν ἐφοβήθη». Ἀρχίζουν οἱ ἀμφιβολίες: «μήπως μέ ξέχασε ὁ Θεός;»· «μήπως ἔκανα λάθος;» Καί ἀκολουθεῖ ἡ κατα­στροφή: «ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι   ἔκραξε». Μόλις ἔστρεψε τήν προσοχή του στήν μανιασμένη θάλασσα, μόλις πῆρε τό βλέμμα του ἀπό τόν Κύριο καί τό προσήλωσε στόν ἄνεμο καί τήν τρικυμία ἄρχισε νά βουλιάζει στήν ἄβυσσο τῆς θάλασσας.
Αὐτά τά ἴδια γίνονται καί σέ μᾶς. Ὅταν διαρκῶς ἀπασχολούμαστε μέ τίς δυσκολίες καί τίς τρικυμίες τῆς ζωῆς, οἱ τρικυμίες μπαίνουν  μέσα μας! Φόβοι καταλαμβάνουν τήν ψυχή μας καί τότε γεμίζουμε ἀγωνία. Ἀνησυχία, ἄγχος καί ταραχή κυβερνᾶ τή σκέψη καί ρυθμίζει τή συμπεριφορά μας. Ὁ ὁρίζοντας τῆς ψυχῆς μας μαυρίζει, ἡ ἀπελπισία σάν ἄλλη πυκνή ὀμίχλη κάθεται πάνω μας καί τυφλώνει τό λογικό μας. Ὁπότε ἔρχονται οἱ δυσκολίες: Μέ προσέχει ἆραγε ὁ Θεός; Εἶναι δυνατόν νά ἀσχολεῖται μέ ἐμένα; Μήπως μέ ἔχει ἐγκαταλείψει; Θά τά βγάλω ἆραγε πέρα; Μήπως βρίσκομαι σέ λάθος δρόμο; Μήπως εἶναι καλύτερα νά ζῶ καί ἐγώ σάν τούς πολλούς, μακριά ἀπό τό Θεό; Μήπως πρέπει νά γίνω σάν τούς πολλούς, ἀτομιστής καί συμφεροντολόγος; Αὐτές οἱ ἀμφιβολίες, ἀδελφοί, εἶναι δείγματα ὀλιγοπιστίας. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι κινδυνεύουμε πλεόν νά πνιγοῦμε ! Νά εὑρεθοῦμε δηλαδή μακριά ἀπό τό Θεό, νά βυθιστοῦμε στήν θάλασ­σα τῶν παθῶν, νά καταποντισθοῦμε μέσα στήν ἁμαρτία. Νά ἀποσυντεθοῦμε πνευματικά. Μιά τέτοια κατάληξη ὅμως εἶναι κάτι τό φοβερό!
******
Γιά νά ἀποφύγουμε νά εὑρεθοῦμε σέ ἕνα τέτοιον θανάσιμο κίνδυνο, ἕνα πράγμα εἶναι ἀπαραίτητο: τό νά ἔχουμε διαρκῶς στραμμένο τό βλέμμα μας, τήν προσοχή μας, τό ἐνδιαφέρον   μας   στόν   Κύριο.
Ὅταν σηκώνουμε τόν βαρύ, ἀλλά καί εὐλογημένο σταυρό τῆς τεκνογονίας, ἀρνούμενοι νά συμβιβαστοῦμε μέ τό ὑλιστικό καί ἐγωϊστικό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς, ἐκεῖ νά κυττάζουμε: τόν Κύριο! Τόν Κύριο, ὄχι τίς οἰκονομικές δυσκολίες, οὔτε τίς εἰρωνεῖες τῶν ὀλιγόπιστων ἤ κοσμικῶν ἀνθρώπων.
Ὅταν ἔχουμε κάποια ἀποτυχία στή ζωή μας, πάλι αὐτό νά κάνουμε: νά μή σκεπτόμαστε τήν ἀποτυχία, ἀλλά νά ἔχουμε τά μάτια μας στραμμένα πρός Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος ἐπιμόνως μᾶς βεβαιώνει: «μή φοβοῦ... διότι ἐγώ εἰμι μετά σοῦ» (Πράξ. ιη' 9-10).
Ὅταν πάλι ἔλθει κάποια ἀσθένεια, ἤ χτυπήσει τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μας ὁ θάνατος, νά μή ἀφήσουμε τήν θύελλα νά μπεῖ μέσα στήν ψυχή μας, ἀλλά νά στραφοῦμε πρός τόν Κύριο μέ ἐμπιστοσύνη καί ἀφοσίωση λέγοντας: Κύριε, «γενηθήτω τό θέλημά σου»  (Ματθ. ζ´ 10).
Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι ὅλα ἐξαρτῶνται ἀπό τό ποῦ εἶναι στραμμένο τό βλέμμα μας, ποῦ εὑρίσκεται συγκεντρωμένο τό ἐνδιαφέρον μας: στήν τρικυμία ἤ στόν Χριστό; Τό πρῶτο μπορεῖ νά μᾶς καταστρέψει. Τό δεύτερο εἶναι λυτρωτικό καί σωτήριο.
******
« Βλέπων τόν ἄνεμον ἰσχυρόν ἐφοβήθη »
Ἡ κακοδαιμονία τοῦ σημερινοῦ κόσμου, ἀδελφοί, δέν θά ἦταν ὑπερβολή νά ποῦμε ὅτι ὀφείλεται ἀκριβῶς σ' αὐτό τό πράγμα: ὅτι ὅλοι σχεδόν ἔχουμε στρέψει τό βλέμμα μας στά κύματα, στά μεγάλα δηλαδή προβλήματα, πού ἀντιμετωπίζουμε: ἀσθένειες, ἀποτυχίες, προπαν­τός οἰκονομι­κές δυσκολίες. Βλέπουμε τήν κρίση, τήν ἀπειλή τοῦ πολέμου, τήν ἀδηφάγο διάθεση τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς πού θεωροῦν τούς μικρούς σάν «ψίλο»  πού τούς ἐνοχλεῖ καί τούς δημιουρ­γεῖ προβλήματα καί γι᾽ αὐτό πρέπει νά λειώσει κάτω ἀπό τό πέλμα τους καί μᾶς καταλαμβάνει πανικός.
Ἐδῶ ὅμως εὑρίσκεται τό λάθος. Καί γι' αὐτό μάλιστα τά προβλήματά μας αὐτά πᾶνε ἀπό τό κακό στό χειρότερο καί ἀπειλοῦν νά μᾶς πνίξουν. Διότι ελησμονήσαμε τό Θεό. Δέν κυττάζουμε στόν Οὐρανό. Τό ὅραμα τῆς θείας Βασιλείας δέν συναρπάζει τίς ψυχές μας. Γι' αὐτό καί ὑποφέ­ρουμε.
Ὑποφέρουμε! Καί θά ὑποφέρουμε! Ἕως ὅτου συντετριμμένοι καί τεταπεινωμένοι στρα­φοῦμε καί πάλι πρός τόν πολυεύσπλαγχνο Δημι­ουργό μας καί Σωτήρα μας καί ἐπαναλά­βουμε ὁλόψυχα τήν δραματική κραυγή τοῦ ἀποστόλου Πέτρου: «Κύριε, σῶσον με».
Ἀρχιμανδρίτης Γρηγόριος Μουσουρούλης

Δεν υπάρχουν σχόλια: