Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2021

ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑΤΑ ΝΟΣΤΟΥ ΣΕ ΕΠΟΧΗ ΜΕ ΝΟΗΜΑ - ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ


 ΕΙΚΟΝΕΣ  ΚΑΙ  ΒΙΩΜΑΤΑ  ΝΟΣΤΟΥ  ΣΕ  ΕΠΟΧΗ  ΜΕ  ΝΟΗΜΑ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ  ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ

       «Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου μου ξεπετάγονται εικόνες μιας εποχής που χάθηκε ανεπιστρεπτί … Σκηνές και γεγονότα άγνωστα στους νέους που πρέπει να μάθουν για να γνωρίσουν τον τόπο και τις συνθήκες μέσα στις οποίες έζησαν οι πρόγονοί τους, για να αναβαπτιστούν στο παρελθόν, και να αντλήσουν από εκεί συμπεράσματα χρήσιμα για το παρόν και το μέλλον τους …». Επιγραμματικό απόσταγμα της στόχευσης του νέου βιβλίου του από τις πρώτες σελίδες. Αφορμή και επίκεντρο όσων ακολουθούν για το εξαίρετο συνολικά πόνημα με τον τίτλο : «Τουρκικές λέξεις στο μανταμαδιώτικο γλωσσικό ιδίωμα»- Έκδοση Συλλόγου Γυναικών Μανταμάδου, 2020. Τίτλο που υποδηλώνει ευδιάκριτα έρευνα επιστημονική, και, αταλάντευτη αγάπη στα της πάτριας γης, το Λεσβιακό χωριό  Μανταμάδος, από το συγγραφέα, λίαν αγαπητό συνάδελφο και φίλο, φιλόλογο καθηγητή-ιστορικό-Παύλο Στεφ. Παρασκευαϊδη.

      Αμφότερα αναδιπλώνονται μέσα του ως αναδυόμενη νοσταλγική αναπόληση ευχάριστων παιδικών βιωμάτων, αν μη ως ενδιάθετος καημός, από τη μια στην άλλη στιγμή της ερευνητικής ιχνηλασίας στο λαλούμενο γλωσσικό ιδίωμα της μικρής παραδοσιακής κοινωνίας του. «Τα νεοελληνικά ιδιώματα με την πάροδο του χρόνου σβήνουν ή συρρικνώνονται σιγά-σιγά, αφού δεν υπάρχουν πια οι κλειστές κοινωνίες που τα δημιουργούν, και έχουν σχεδόν εκλείψει οι αταξίδευτοι κάτοικοι των χωριών που τα μιλούσαν».

Και προσφέρονται διακριτικά στον αναγνώστη  σαν μια ζείδωρη πηγή ανασύστασης και αναζωπύρωσης ενός συμπαθούς τρόπου ζωής, που μπορεί να «χάθηκε ανεπιστρεπτί», ως γράφει, πλην κατέλειπε όχι τυχαίο, ούτε αδιάφορο για τους επιγενόμενους πολιτισμικό στίγμα. Πάντα ταύτα, εκτιμώμενα προσεκτικά από τον πλέον αρμόδιο επί του προκειμένου Αν. Καθηγητή της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου Γ. Κοτζόγλου, τι ευτυχία, πάλαι ποτέ άριστο μαθητή του, έχω την αίσθηση, είναι τα δεδομένα που έφεραν την ουσιαστική, καίρια και ευρύτερης σημασίας επισήμανσή του. «Η καταγραφή και μελέτη του λεξιλογίου … οποιουδήποτε γλωσσικού ιδιώματος της ελληνικής αποτελούν από μόνες τους έργα άξια επαίνου…»   

         Από την πλευρά μου, έχοντας υπηρετήσει στο εξατάξιο Γυμνάσιο της γραφικής, και όχι μόνο, ημιορεινής κωμόπολης της Αγιάσου, και διακονήσει τη Λειτουργία του λόγου στο μεγάλο Πανλεσβιακό Προσκύνημα της Παναγίας της, ήμουν προϊδεασμένος θετικά, αν μη γοητευμένος, από τη μουσική γλυκύτητα και εκφραστική ροή του λαλούμενου από τους ντόπιους παραπλήσιου γλωσσικού ιδιώματος με τις ευδιάκριτες αρχαιοελληνικές-Αιολικές- καταβολές του. Έτσι έχοντας μετά, την ευθύνη του Γυμνασίου και Λυκείου-Παράρτημα τότε-Σπετσών, με το που άκουσα ερχόμενη από την άλλη άκρη του τηλεφώνου φωνή λέγουσα: «Είμαι ο Παύλος Παρασκευαϊδης, φιλόλογος-ιστορικός-απ’ το Μανταμάδο. διορίστηκα στο Γυμνάσιο Σπετσών», γεμάτος χαρά που θα καλυπτόταν χαίνον από καιρό βασικό διδακτικό κενό. «Σε περιμένω με ανοιχτές αγκάλες», ως μου θυμίζει του είπα. Και, «ου μετά πολλάς ταύτας ημέρας» από την άφιξη-ανάληψη της υπηρεσίας του έπιασα να καταλαβαίνω τι εξαίρετος επιστήμονας ήταν, και άνθρωπος ακτινοβολημένος πνευματικά από το θαυμαστό Ταξιάρχη τους, και διδάχος αφοσιωμένος αποστολικά στο υψηλό Λειτούργημά του.

       Πράγματα μαρτυρούμενα περίτρανα πια, από την όλη  εκπαιδευτική στις Σπέτσες διαδρομή του ως καθηγητή, και ως επί μακρά σειρά ετών Διευθυντή του Λυκείου. Αλλά και, από την ευρύτερη πολιτιστική και κοινωνική παρουσία του στο ιστορικό νησί, όπου στο μεταξύ έκανε οικογένεια κι εγκαταστάθηκε. Και, χωρίς να παραμελήσει ούτε λεπτό το θερμό ενδιαφέρον του για την πάτρια γη, το Μανταμάδο, το αγάπησε όσο πολύ, και τίμησε πολλαπλώς πνευματικά ως τη δεύτερη πατρίδα του.  

      Ενδεικτικά. Έγραψε, «Ιστορία των Σπετσών από την αρχαιότητα έως το 1822», έτερη για την περίοδο 1822-1831, μελέτη για το Σπετσιώτη ποιητή Γιάννη Περγιαλίτη … Έγραψε, το ιστορικό δράμα «Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα», το  σκηνοθέτησε, το παρουσίασε στις Σπέτσες και στην Ισπανία  … Συνεχίζει ως Πρόεδρος του «Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών», άξιος συνεχιστής του έργου του ιδρυτή του, γεραρού συνάδελφου θεολόγου Γιώργου Μυτιληναίου… Και δεν είναι λίγοι όσοι κρατούν στη μνήμη τους τη γεμάτη εθνικό παλμό φωνή του, να συνοδεύει χρόνια και χρόνια εις επήκοον μυριάδων Ελλήνων και ξένων εορταστών και να εξηγεί την ιδιόγραφη περιγραφή της ένδοξης ναυμαχίας των Σπετσών συντονισμένος με το μεγαλειώδες θαλάσσιο «δρώμενο», στην «Αρμάτα», τον εορτασμό της εθνικής επετείου του νησιού …

*****   ***   *****

       Ώρα όμως για ειδική αναφορά στο νέο βιβλίο : «Τουρκικές λέξεις στο μανταμαδιώτικο γλωσσικό ιδίωμα», που θα ενθουσιάσει, ελπίζω βάσιμα, όσους αγαπούν να μαθαίνουν, να σέβονται. να συνάγουν τα δέοντα από τα παλιά. Γιατί, «ο συγγραφέας του- ως επισημαίνει πάλι ο ειδικός της Γλωσσολογίας Πανεπιστημιακός της Καθηγητής Γ.Γ.-«θησαυρίζει με επιμέλεια και προσοχή τα τεκμήριά του, αποδεικνύεται προσεκτικός και φειδωλός ως σωστός επιστήμονας στις δικές του ερμηνείες, συντάσσει με μεθοδικότητα τα λήμματα …». Με απλά λόγια, γιατί ο σ. έχει κάνει μια πολύπλευρη, σοβαρή, υπεύθυνη, μεθοδική έρευνα και μελέτη, ήγουν άψογη επιστημονικά. Προσθέτω, και, ως έμπειρος διδάχος χειραγωγεί τους αναγνώστες της στην προσδοκώμενη γνώση σταδιακά. Τους εξηγεί πρώτα, «τα κύρια χαρακτηριστικά του μανταμαδιώτικου ιδιώματος … τις μεταβολές των φωνηέντων, την προφορά των συμφώνων, τη μορφή των προθέσεων, του άρθρο …», πάντα με απλά μικρά παραδείγματα, ως : «Η πρόθεση εις που απαντά μόνο σε σύνθεση … διατηρεί την αρχαία μορφή της, σπάνια όμως αποβάλλει το ει : ‘σόδημα-εισόδημα, σιτήριου-εισητήριο … Η σύγχρονη μορφή της σε … μεταβάλλεται σε σι : ήρτα σι σένα σι μέρες δύσκολις…»

      Παραθέτει ένα πλουσιότατο ερμηνευτικό λεξιλόγιο τουρκικών λέξεων και εξηγεί γιατί, πώς, και με ποια μορφή πέρασαν σιγά-σιγά στο λαλούμενο ελληνικό γλωσσικό ιδίωμα του χωριού του. «Κουλαϊλαντίζου-κουλαγ(ι)λαντίζου-τουρκ. Kolaylamak-… τα φέρνω βόλτα, καλοπιάνω. «Του γιομ δεν μπουρώ να τουν κουλαϊλαντίσου. Ό,τ’ πω, τ’ αντίθιτου καν’. Ε πειράζ’ όμους. Έφτους θα χτυπήσ’ του τσιφαλ’ τ’». Έτερο ερμηνευτικό λεξιλόγιο, όπου εξηγεί πώς πολλά γνωστά  «επώνυμα  και παρατσούκλια μανταμαδιωτών», προσθέτω, και όχι μόνο, έχουν την απαρχή και ρίζα τους σε λέξη τουρκική. «Δεμερτζής-σιδεράς-τουρκ. Demir-σίδερο, άγκυρα, Καλαϊτζής και Καλατζής,  κασιτερωτής, γανωματής, αυτός που επικαλύπτει με κασίτερο τα χάλκινα σκεύη τουρκ. Kalayci.  Μπιλάλης- δύσκολος, κουραστικός, τουρκ.belali.  Νταγής κ. Νταής, παλικαράς, μάγκας, τουρκ. dayi.   Μπουνταλάς. αφελής, κουτός, αργόστροφος, πλαδαρός, τουρκ. budala. Τσακίρης, γαλανομάτης, τουρκ. Cakir. 

      Και βέβαια δεν παραλείπει σε «Παράρτημα», να παραθέσει όχι λίγα «σατιρικά, ηθογραφικά, λαογραφικά, ιστορικά και λογοτεχνικά κείμενα στο μανταμαδιώτικο γλωσσικό ιδίωμα». Αυτό κι αν είναι χάρμα οφθαλμών, πλησμονή χαράς, παράδοση σε ιδιότυπη μουσική απόλαυση. Αλλά και, πρόκληση σε προσωπική περιπέτεια, προσπάθεια ορθής ανάγνωσης, ορθής πιο πολύ εκφοράς αυτής άγνωστης, παράξενης, και χαριτωμένης, και ελληνικής, ελληνικότατης διαλέκτου, ως μπορεί να τουλάχιστον να διαισθανθεί καθείς δοκιμάζοντας στα ακόλουθα μικρά ενδεικτικά αποσπάσματα ευρύτερων κειμένων που έχει συλλέξει αφειδώς και παραθέσει.

1.      «Του δασκαλέλ’ αμ’ τ’ Σκαμιά».   «Θμήθκα τ’ σκουλειού τα χρόνια. Θμάσι του Τζουγανέλ’ ντου δάσκαλου, μωρέ τ’ Αθανασού του γυιο. Καλό τσι πολύ γραμματ’ζούμινου παλ’καρ. Μο που ήνταν πουλύ σερτς(οξύθυμος). Α τουν κιαρατά ντου πεζεβένι. Του ξύλου που μας χτύπα άμα τουν έπιανι η βίδα. Κόντιψα α του παρατήσου του σκουλειό στ’ μεσ’. Μα έκανα απομουνή τσι παλι εν μπόρσα. Έφγα μωρέ αμ’ του σκουλειό εν ι βάστουμ πλια αμ’ του ξύλου. Ε, παλ’ ας είνι καλά γι άθριπους. Μας έμαθι κάμποσα γραμματέλια τσ’ ας΄ήνταν στι μι του ραβδί …»     

2.     «Το λιουμάζουμα». «Η τσιρός χαρά Κυρίου. Σκαλουμένους γι ραβδστής, ανάμισα στα τσατάλια   τ’ς  ιλιάς χαδίβγι μι ντ’ ντέμπλα τ’ς φουντούδις, χτύπα πότι πότι τσι καμνιά φόρτσα, τσ’ ακουγ(ι)νταν γι βρουντή, πο ’μοιαζι σαν κάκανου ξιπαρμέν’ς κουπιλούδας, τσι σκόρπα μες ντιριδιές. Γι μαυρουμάτις πέφταν ψάθα τσι γι ταγ’φας μάζουνι ανικούρκ’δα …»

3.      «Ιβρώπ’».  « …   Η μακαρίτ’ς γη Στρατήγ’ς, σαν ήρτι αμ’ τη Μπόλ’, π’ ήνταν πουλλά χρόνια, είχι του χούγ’ σι κάθε κουβέντα π’ ίλιγι, να βάζ’ τσι του «ας τα βλέπ’ γ’ Ιβρώπ’!». Του ’φιρι τσ’ έφτου τσινούργιου απ’ τη Μπόλ’. Μια, δυο του ’πι, τ’ απόμνι πλια του μπνόμ’ τσ’ α δεν ίλιγις ύστιρα Ιβρώπ’, ε ντουν ίβρισκις. Στ’ν αρχή γη καημένους θύμουνι τσι βλαστήμα ντ’ν ώρα τσι ντ’ στιγμή που ξανάρτι στου χουργιό … Μια ταχτιρνή …  μο τσ’ άνοιξι ντ’ πόρτα τ’ να βγει, πέρασι ένας ξουχάρς καβάλα σ’ ντ’ φουράδα τσι χώρις α θέλ’ α ντου πειράξ’ ντου χιρέτ’σι: «Καλημέρα Ιβρώπ’». Τ’ ήνταν α ντουν χιριτήσ’! Θύμουσι τσ’ αρχίν’σι να βλαστ’μά τα πιθαμένα τ’ τσι τα ζουντανά… Η Σκουρδάς, π’ γύρ’ζι τσι τσος πουρνό πουρνό μες ντουν Άγ’ Βασίλ’, πα τσι βρει κανέ χουζμέτ, ντουν άκσι  π’ βλαστήμα ντουν άθριπου, ένι βάσταξι τσι τ’  λέγ’: – Βλουγημένι άθριπι! Σένα σι λέγιν Ιβρώπ’, τι όμουρφου όνουμα, τσι θμών’ς. Αμ τι πρέπ’ τότισου να κάνου γω π’ μι λέγιν Σκατάκια;…»

4.     «Εκ νεκνόν».   «Μπουμ απ’ τη μνια, μπουμ απ’ τ’ν άλλ’, άκγις ούλ’ τ’ μουγάλ’ τ’ βδουμάδα … Χαζιριβγόνταν-(ετοίμαζαν) ούλα τα παλ’κάρια τσι ξιγιώναν (= ξεσκούριαζαν) τ’ς πιστόλις ντουν. Θέλαν να γίνιν δγυο κουμπανίγις «’πι Τουρκίας»· μια απ’ τουν απάνου μαχαλά, τσι μια απ’ ντου κάτου … Τσι μαζουνόνταν του Μέγα  Σάββατου του βράδ’ κάθι  μαχαλάς ξέχουρα. Βάζαν μπρουστά ένα χαρτένιου φανάρ’ που ’χαν καμουμένου, μι τ’ς κότσνις-(κόκκινες) τ’ς κόλλις, τσ’ είχαν απάνου ζουγραφζμένου, απ’ τη μνια τ’ Στάβρουσ’, τσ’ απ’ τ’ν άλλ’ τ’ν Ανάστασ’, τσι τα παραβγάζαν, άμα κατιβαίναν στουν Ταξιάρχ’, ποιανού είνι του καλύτιρου! Ύστιρα αραδιαζόνταν, γιμόζαν … τα πιστόλια τσ’ απαντέχαν να ’ρτ’ γι ώρα να τα ρίξιν ούλ’ μαζουμέν’. Άμα κουντέβγαν να πουν του Κ’στός Ανέστ’ φώναζι ι κόσμους:  – Ακόμα! ακόμα! Άκγις, εν άκγις του Κ’στός Ανέστ’, αρχινούσαν  μωρέ μάτγια μ’ τσι πέφταν τσι ξικφαίνους απ’ τ’ς βρουντές. Τέτγοια Ανάστασ’, τ’ καταλαβαίν’ τσι καθένας …!»

5.     «Στα ξουκλήσα».    « … Απ’ ανέκαθεν τσ’ ως τα σήμιρα μαζουνόντιν μπαντόλις μπαντόλις (= παρέες παρέες) γ’ναίτσις τσι κουπέλις τσι πάν’ στα ξουκλήσα … τα φρουκαλούν, μαζώνιν τα πλυσά, τ’ ασβιστώνιν, βουλαίνιν (= τακτοποιούν) τα καντήλια ντουν, τσι δος του τσι μιτανίζιν τσι φ’λούν τ’ς πέτρις να βουηθήσιν να ν’ έβριν του τυχιρόν τουν. Άλλις παν’ στ’ν Αγιά Ζαχαργιά, τσι βλέπ’ς πας του δέντρου π’ έχ’ κουντά τ’ς τσι κριμόντιν πλια ουλ’νού τ’ χουργιού τα πανέλια, άσπρα, μαύρα, κότσνα … Κριμάζιν έτσι (= εκεί) τ’ν αρρώστια ντουν, τσι παρακαλούν να τ’ς γλυκάν’ απ’ του πόνου πο ’χιν, σα Ζαχαργιά που ’νι.  Άλλις … στουν Άγιου Τσιρκό(Κήρυκα) … Έχ’ τσ’ ένα αγιάσμα, τσ’ άμα έχιν κανέναν αρρουστμένουν, νουματίζιν γιά κανέ μαντ’λέλ’ γιά σαν έχιν κανέ π’καμσέλ’ ιτ, του ρίχνιν μέσα τσ’ άμα πλέπσ’ (= πλεύσει) θα γιάν(ι), άμα βλιάξ’ σουτηριμό εν έχ’ (άμα βουλιάξει σωτηρία δεν έχει)!».

*****  ***  *****

      Η ευχή είναι : «Και νέα αξιόλογα πονήματα …». Κοντά στα άλλα γιατί: Παρ’ όσα λέγονται … παρά το θόρυβο, τον ορυμαγδό που σηκώνεται … παρ’ όση θολούρα απ’ όποιους κι αν μεθοδεύεται  «Δεν απέλειπεν ο Θεός την Ελληνική Εκπαίδευση. Έχει τις εφεδρείες του. Έχει του καλού τε και αγαθού «παρ’ ελπίδα επ’ ελπίδι» πνευματικούς Σποριάδες Του!

Αθανάσιος Κοτταδάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια: